ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Ο Παρείσακτος του Κωνσταντίνου Αβράμη ανεβάζει στη σκηνή την πραγματικότητα των μεταμοσχεύσεων καρδιάς

Μία παράσταση για τις μεταμοσχεύσεις καρδιάς, της εταιρείας θεάτρου dispositif, παρουσιάζεται στο Φουαγιέ του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά έως τις 31 Μαΐου.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: DISPOSITIF. / Ο ΠΑΡΕΙΣΑΚΤΟΣ

Στο φουαγιέ του Δημοτικού Θέατρου Πειραιά παρουσιάζεται ο Παρείσακτος της εταιρείας θεάτρου dispositif· μια παράσταση που καταπιάνεται με το βαθιά ανθρώπινο και υπαρξιακό ζήτημα της μεταμόσχευσης καρδιάς.

Μέσα από μια πρωτότυπη δραματουργία που κινείται ανάμεσα στο πραγματικό και το φαντασιακό, το όνειρο και την ιατρική πραγματικότητα, ο Κωνσταντίνος Αβράμης αντλεί έμπνευση από το ομώνυμο βιβλίο του Jean-Luc Nancy και συνθέτει μια εξομολογητική αφήγηση γύρω από την εμπειρία της επιβίωσης μέσω της καρδιάς ενός άλλου ανθρώπου.

Πώς βιώνει κανείς τη στιγμή που μαθαίνει ότι η καρδιά του σταδιακά παύει να λειτουργεί; Τι σημαίνει η αναμονή για έναν συμβατό δότη και πώς μετασχηματίζεται η σχέση με το ίδιο το σώμα έπειτα από μια μεταμόσχευση; Η παράσταση επιχειρεί να φωτίσει αυτές τις ερωτήσεις μέσα από μια σκηνική εμπειρία που συνομιλεί τόσο με την επιστήμη όσο και με την ανθρώπινη ευαλωτότητα.

Η καλλιτεχνική έρευνα της ομάδας βασίστηκε σε πρωτογενείς και δευτερογενείς επιστημονικές πηγές, σε συνεντεύξεις με εξειδικευμένο ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό, αλλά και σε ακαδημαϊκή έρευνα που πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με το Πάντειο Πανεπιστήμιο και το Πανεπιστήμιο Κρήτης σχετικά με τον κοινωνικό και ψυχολογικό αντίκτυπο των μεταμοσχεύσεων καρδιάς.

Με τη στήριξη του Ωνάσειου Νοσοκομείου και υπό την αιγίδα του Ελληνικού Οργανισμού Μεταμοσχεύσεων και του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών, ο Παρείσακτος επιχειρεί να μεταφέρει στη σκηνή όχι μόνο μια προσωπική ιστορία, αλλά και τη σύγχρονη πραγματικότητα των μεταμοσχεύσεων.

Μιλήσαμε με τον σκηνοθέτη Κωνσταντίνο Αβράμη.

Υπάρχει μία σύνδεση ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό στην παράσταση. Πώς την προσέγγισες σκηνοθετικά; 

Υπήρξε από πολύ νωρίς η ανάγκη να εντάξουμε στο έργο τόσο τα ντοκουμέντα από την πραγματικότητα και τις συνεντεύξεις όσο και στοιχεία επινοημένα, που να παραπέμπουν σε εφιάλτες ή προκαταλήψεις. Είναι ένα μοντέλο δραματουργίας που εδράζεται στην παράλληλη δόμηση δύο κόσμων, του ιατρικού και του ερεβώδους, με τρόπο καθαρό και αρραγή.

Πρόσφατα συνειδητοποίησα πως αυτό το μοντέλο των δύο κόσμων που επανέρχεται πολλές φορές στα έργα μας απορρέει από τη βασική συνθήκη του πώς μεγάλωσα, μιας και για 16 χρόνια έβλεπα τη ζωή μου να χωρίζεται ανάμεσα σε δύο τόπους. Αυτό το βίωμα του «εδώ» και του «εκεί» κατοπτρίζει τον ίδιο τον σπασμένο, κατακερματισμένο και ασυνεχή τρόπο που βιώνουμε, νομίζω, την πόλη σήμερα.

Με ποιον τρόπο το έργο του Jean-Luc Nancy επηρέασε τη δραματουργική γραφή και τη σκηνική αφήγηση; 

Από το κείμενο του Nancy δανειζόμαστε τόσο τον κεντρικό άξονα της αφήγησης, τον ασθενή που αναμένει μόσχευμα, όσο και τον στοχασμό του Γάλλου φιλοσόφου. Είναι εντυπωσιακό πώς αυτός ο άνθρωπος διήλθε μιας τέτοιας διαδικασίας, έλαβε και ο ίδιος την καρδιά ενός άλλου το 1991, και πολύ γρήγορα κατάφερε να αναστοχαστεί δημόσια και να αναλύσει μέσα από το φιλοσοφικό σύστημα της φαινομενολογίας την εμπειρία του. Υπό αυτό το πρίσμα, η παράστασή μας εκπορεύεται από το βιβλίο του Nancy, αλλά επηρεάζεται και από τη φιλοσοφική σχολή στην οποία ανήκει.

Τι σε οδήγησε να εστιάσεις στο θέμα της μεταμόσχευσης καρδιάς ως κεντρικό άξονα της παράστασης; 

Πρόκειται για ένα θέμα που λειτουργεί σε δύο επίπεδα. Κατ’ αρχάς, υπάρχει η κυριολεξία, το ίδιο το συγκλονιστικό επίτευγμα της ιατρικής και η τιτάνια προσπάθεια που καταβάλλεται από τους επαγγελματίες της υγείας για να γίνει εφικτό. Έπειτα όμως, η μεταμόσχευση διανοίγει ένα ζήτημα που αφορά κάθε πολίτη: το ίδιον. Τι είναι το «δικό μου» και τι είναι το όργανο «ενός άλλου»; Μπορούμε να μιλάμε με όρους ιδιοκτησίας και πως υποδεχόμαστε, εν τέλει, την έλευση ενός Παρείσακτου, ακόμη κι αν η έλευσή του αποτελεί την υπόσχεση της επιβίωσής μας;

Πώς αξιοποίησες το επιστημονικό υλικό και τις συνεντεύξεις με ιατρικό προσωπικό στη διαμόρφωση της σκηνοθετικής σου προσέγγισης; 

Δώσαμε ιδιαίτερη σημασία στην εμπειρία και την επιστημονική γνώση γύρω από το ζήτημα. Ήδη από όταν ξεκινήσαμε να οργανώνουμε την παραγωγή, έναν χρόνο πριν, ήρθαμε σε επαφή με τους καθηγητές του Παντείου Πανεπιστημίου που ασχολούνται με το ζήτημα της κοινωνιολογίας της υγείας και συζητήσαμε το ενδεχόμενο εκπόνησης μιας εργασίας πάνω στο θέμα.

Έπειτα προσεγγίσαμε και νοσηλευτές και νοσηλεύτριες, γιατρούς που εργάζονται αυτή τη στιγμή σε μονάδες με συναφή αντικείμενα και μάθαμε για την σύγχρονη πραγματικότητα, που διαφέρει αρκετά από αυτό που βίωσε ο Nancy στη Γαλλία το 1991. Όλα αυτά τα στοιχεία, με έναν τρόπο αποτυπώνονται στην παράσταση.

Η έννοια του «Ξένου» φαίνεται κομβική στο έργο. Τι σημαίνει για εσάς; 

Μέσα στην φούσκα της αυτοαναφορικότητας και τον κύκλο των ομοϊδεατών μας, μέσα στον οποίο κολυμπάμε, το μόνο που καταφέρνουμε καθημερινά είναι να αυτοεπιβεβαιωνόμαστε. Φέρουμε μια αισθητική της selfie και της αυτοεικόνας, όπου ενώ μπορούμε να παρατηρήσουμε και να δημοσιεύσουμε τα πάντα, επιμένουμε να στρέφουμε τον δημόσιο λόγο μας διαρκώς στο είδωλό μας. Ο Ξένος αναδύεται εδώ ως το Άλλο, όλα όσα δεν είμαι, αυτό που με μετατοπίζει από τον Εαυτό μου και στρέφει το βλέμμα εκτός μου. Η ξενότητα αναδύεται ως το μόνο αντίδοτο στον ναρκισσισμό ― και τη νάρκωση.

Ποια είναι η μεγαλύτερη πρόκληση στο να αποτυπωθεί σκηνικά μια τόσο προσωπική και τραυματική εμπειρία όπως η αναμονή και η μεταμόσχευση; 

Η ισορροπία ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη μυθοπλασία. Πολύ συχνά, για να κατανοήσουμε ένα φαινόμενο δημιουργούμε έναν μύθο γύρω από αυτό. Δεν είναι η καρδιά, λέγεται συχνά, μονάχα ένα όργανο που κυκλοφορεί το αίμα, αλλά το κέντρο των συναισθημάτων, μία κοιτίδα του εαυτού μας. Τίποτε μεταφυσικό δεν πρέπει να υπάρχει εδώ. Οι προκαταλήψεις παρουσιάζονται ως εφιάλτες ακριβώς για να διαψευστούν.

Η δύναμη του έργου, κατ’ εμέ, κρύβεται στην καθαρή και άνευ εφέ αναπαράσταση των πιο δύσκολων στιγμών: ένα τηλεφώνημα, μία προετοιμασία για τη λήψη μοσχεύματος που αποβαίνει μάταιη, ένα ψέμα που λέει ο πατέρας στο παιδί του για να μην του πει πως θα υποβληθεί σε μεταμόσχευση. Η σκηνική πρόκληση είναι να μην καταφύγει κανείς σε εφέ, σε τεχνάσματα και υψηλή τεχνική και να επιτρέψει στη σπαρακτική αυτή ιστορία να αφηγηθεί, ουσιαστικά, τον εαυτό της.

Πώς συνδέεται τελικά, η βιολογική διαδικασία της μεταμόσχευσης με ευρύτερα κοινωνικά ζητήματα, όπως η ξενοφοβία που αναφέρεις στο σημείωμά σου; 

Ο ξένος είναι η σωτηρία μου. Η έλευσή του υπόσχεται την ίαση σε μία ασθένεια που βρίσκεται βαθιά σφηνωμένη μέσα μου. Σε πολιτισμικό επίπεδο, κάθε κοινωνία που λειτουργεί ως μονοκουλτούρα, ως ένα κλειστό σύστημα, φθείρεται, νοσεί. Το ζήτημα είναι πως το σώμα (μέσω του ανοσοποιητικού) και η χώρα (μέσω της ξενοφοβίας) κυβερνώνται από συστήματα που αποτυγχάνουν να αξιολογήσουν την επικινδυνότητα ή μη και, συχνά, στρέφονται κατά του ιαματικού Ξένου. Αυτοί οι μηχανισμοί, το ένστολο ανοσοποιητικό που καταπνίγει, ληστεύει και δολοφονεί τον Ξένο είναι η μεγαλύτερη απειλή για την επιβίωσή μας.

Τι θα ήθελες να «κρατήσει» ο θεατής φεύγοντας από την παράσταση, τόσο σε συναισθηματικό όσο και σε στοχαστικό επίπεδο;

Την ανοιχτότητα του στέρνου, που άπαξ και διανοιχτεί, δεν ξανακλείνει ποτέ.

***
Ο Παρείσακτος
Δραματουργία, σκηνοθεσία: κωνσταντινος αβράμης
Μουσική σύνθεση: Θοδωρής Οικονόμου
Βοηθός σκηνοθέτη: Ελένη Νιωτάκη
Ενδυματολόγος: Αλεξάνδρα Σταμάτη
Σύμβουλος δραματουργίας: Βασιλική Λιακοπούλου
Σχεδιασμός φωτισμού: Ιφιγένεια Γιαννιού
Καλλιτεχνικός συνεργάτης: Νίκος Μαρνάς
Φωτογραφίες, βίντεο: Χαράλαμπος Ιωαννόπουλος
Επικοινωνία: Γιώτα Δημητριάδη
Μία παραγωγή της dispositif.
Επί σκηνής: Γιώργος Γκιόκας, Κώστας Γκόζιας, Ναταλία Λουιζάκη, Ελένη Νιωτάκη και ο μουσικός Θοδωρής Οικονόμου
Παραστάσεις: Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο στις 20:30 και Κυριακή στις 19:00
Για 16 παραστάσεις  ― μέχρι την Κυριακή 31 Μαΐου 2026
Στο Φουαγιέ του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά (Λεωφ. Ηρ. Πολυτεχνείου 32)
Εισιτήρια εδώ

Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.