Eurokinissi.gr
ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Κώστα Βουτσά, ραντεβού στον αέρα…

Το Oneman αποχαιρετά τον Κώστα Βουτσά με μερικές σκέψεις γεμάτες από γλυκιά μελαγχολία, αλλά και με την υπόσχεση ότι το όνομά του θα λάμπει για πάντα στη μαρκίζα της καρδιάς μας.

Οι άνθρωποι του σανιδιού χρειάζονται μόνο δυο πράγματα: μια σκηνή και την επαφή με το κοινό, για να μπορούν να ανασαίνουν και να υπάρχουν. Ο καμβάς μπορεί να είναι συγκεκριμένος, όμως ο ηθοποιός είναι ελεύθερος μέσα σε αυτόν. Και είτε μένει πιστός στο σενάριο, είτε αυτοσχεδιάζει, το ζητούμενο είναι να μεταφέρει το “αφήγημά” του με τέτοιο τρόπο στον θεατή, ώστε αυτό να καθίσταται μοναδικό, καθώς αναδημιουργείται κάθε μέρα, σε κάθε παράσταση, σε κάθε προβολή μιας ταινίας, που ποτέ δεν επαναλαμβάνεται (κι ας την έχουμε δει ατελείωτες φορές), αποδομώντας τους μηχανισμούς του θεάτρου, του κινηματογράφου και – κυρίως – του γέλιου, έτσι ώστε η κάθε φορά να μοιάζει με την πρώτη, προσφέροντας πάντοτε την ίδια ικανοποίηση, ακόμα και αν είναι γνωστή κάθε επόμενη ατάκα.

Ο Κώστας Βουτσάς υπήρξε οπωσδήποτε μια τέτοια, χαρισματική προσωπικότητα, ένας ηθοποιός-καταπληκτικός “αφηγητής”, που απλούστευσε τα ντεκόρ και “έδεσε” το κωμικό στοιχείο με μια διαχρονική απλότητα που συνεχίζει μέχρι και σήμερα να εντυπωσιάζει με τη φρεσκάδα και την ειλικρίνειά της. Έχοντας στη διάθεσή του μια αφοπλιστική κομψότητα, αλλά και μια μοναδική εκφραστικότητα τόσο στις κινήσεις του όσο και στον αυθόρμητο δυναμισμό του, ταίριαξε τις έννοιες της έκφρασης και της επικοινωνίας, της δημιουργικότητας και της αλληλεπίδρασης, με τη φωτεινή του παρουσία για εβδομήντα ολόκληρα χρόνια σε κάθε πιθανή πρόκληση: κωμωδία, επιθεώρηση, μιούζικαλ.

Ακόμα και αν το δούμε από την πλευρά της αισθητικής, η πορεία του Βουτσά είχε εκείνη τη συνέπεια προθέσεων που χαρακτηρίζει κάθε πιθανή δομή της σκηνής. Ο ρυθμός στην κίνηση, η οπτική δράση, τα φώτα και τα χρώματα, κυρίως αυτά που “μετέφερε” ο ίδιος με τις εκφράσεις, το λόγο και τη γεμάτη ταλέντο ερμηνεία του, σκιαγραφούν το ίδιο το θέαμα όχι μόνο μιας άλλης εποχής, αλλά πολύ περισσότερο, το αυθεντικό πνεύμα της κωμωδίας σε όλα της τα στάδια. Ο Βουτσάς κατάφερε τελικά να ριζώσει οριστικά μέσα στο θυμικό του Έλληνα, ακριβώς επειδή ενσάρκωσε με την αλήθεια, τη γενναιοδωρία και την ευαισθησία του, τόσους και τέτοιους ρόλους, που ο χρόνος δεν κατάφερε ούτε καν να τους ραγίσει.

Μια από τις μεγαλύτερες παρακαταθήκες που μας άφησε ο Κώστας Βουτσάς – μαζί με τους άλλους μεγάλους ηθοποιούς, κυρίως κωμικούς, της γενιάς του – είναι η συνεχόμενη παρουσία της δεκαετίας του ’60 στη ζωή μας. Πάνω από μισός αιώνας χωρίζει το σήμερα από το τότε, όμως οι ελληνικές ταινίες εκείνης της εποχής διατηρούν μέσα τους – και μέσα μας – μια αθωότητα, μια αγνότητα και ένα παράδοξο: η προοπτική του παρελθόντος (όσο οξύμωρο και αν ακούγεται αυτό), συνεχίζει να αντανακλά μέσα από τη δική της ξεχωριστή “διάλεκτο”, έννοιες όπως η αισιοδοξία, η ελπίδα, η ανατροπή της τελευταίας στιγμής, το happy end, σα να πρόκειται για ένα πραγματικό παραμύθι, στο οποίο όμως η ένδειξη “τέλος” έχει προλάβει να κάνει τη ζωή μας και πάλι χαρούμενη, έστω και για λίγο, για όσο διαρκεί μια ταινία ή μια παράσταση.

Ο Βουτσάς υπηρέτησε κυρίως μια καταγραφή καθημερινών καταστάσεων, αφηγούμενος τελικά στην “πλατεία” τη δική της πραγματικότητα, “υποχρεώνοντάς” τη να ταυτιστεί μαζί του και να αφεθεί απολαμβάνοντας κάθε ρόλο, κάθε σκηνή, κάθε ατάκα, κάθε γκριμάτσα, κάθε καρέ. Όλες οι “εικόνες” του, δημιούργησαν ένα μωσαϊκό χαρακτήρων, που διατηρούν τη δροσιά της ανεμελιάς μέσα σε ένα πλαίσιο, όπου κυριαρχούν η ζωντανή γλώσσα, η τσαχπινιά, το μπρίο, το θράσος, η πονηριά και πάνω απ’ όλα το χιούμορ. Ο Βουτσάς ήταν ο “δικός μας Κώστας”, ένας ξεχωριστός ήρωας με όλα τα χαρακτηριστικά του Νεοέλληνα, αλλά κατά βάθος, εκείνος που περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο συνάδελφο της εποχής του, θα θέλαμε να είχαμε φίλο, κολλητό, αδερφό, οτιδήποτε, αρκεί να ήταν δίπλα μας.

Μπροστά στο θάνατο μπορεί να είμαστε όλοι ίσοι, όμως ξεχωρίζουν πάντα εκείνοι οι λίγοι, οι εκλεκτοί, που έχουν το προνόμιο να “ζουν” και μετά από αυτόν. Άνθρωποι σαν τον Βουτσά δε γίνεται να πεθάνουν, συνεχίζουν να “αναπνέουν” μέσα μας με πολλά διαφορετικά πρόσωπα. Ο “Κώστας μας” θα είναι για πάντα ο Κώστας Καλιακούδας, αλλά και ο Ανδρέας Ράμογλου στα “Κορίτσια για φίλημα”, ο Άρης Ματσακούλιας στο “Τέντυ Μπόι αγάπη μου”, ο Κλέαρχος στο “Κατι να καίει”, ο Σωτήρης Μιχαλούδης στους “Κληρονόμους”, ο Λάκης στη “Χαρτοπαίχτρα”, ο Κώστας Παπαρήγας στο “Ραντεβού στον αέρα”, ο Μάχος στο “Ένα έξυπνο, έξυπνο μούτρο”, ο Κώστας Σωτηριάδης στον “Ξυπόλητο πρίγκηπα”, ο Ιάκωβος Ιορδανίδης στη “Νύχτα γάμου”, ο Τζακ Τέιλορ στον “Γαμπρό από το Λονδίνο”, ο Μπάμπης Χριστογιαννακοπουλόπουλος στον “Γόη”.

Και αυτό είναι μόνο ένα μικρό δείγμα από τους αμέτρητους χαρακτήρες που υποδύθηκε στη διάρκεια της καριέρας του, τιμώντας με την ίδια αγάπη το θέατρο, τον κινηματογράφο, την τηλεόραση, ακόμα και τις βιντεοταινίες των 80s, πάντοτε με εκείνο το αμίμητο, το ξεχωριστό, το σήμα κατατεθέν στιλ του, που συνδύαζε με μαγικό τρόπο την ατάκα με την κίνηση. Εκείνο το υπέροχο σουλούπι που περπατούσε άερινα, λικνιζόταν μοναδικά και μετέτρεπε το “Φσσστ Μπόινγκ” και το “Αψού, γείτσες, στω” σε τεράστιες χορευτικές επιτυχίες. Όπως ακριβώς, με την ίδια ευκολία, πέταγε φράσεις φαινομενικά αδιάφορες, ο τρόπος όμως με τον οποίο τις “χειριζόταν”, τις μετέτρεπε σε αξέχαστες, αγαπημένες ατάκες που έχουν ζωή μέχρι σήμερα: “Έχω και κότερο, πάμε μια βόλτα;” ή “Μη γίνει της ανωμαλίας εδώ μέσα” ή “Κάτινα, σαλαμάκι” ή “Το μόνο που θέλω είναι να τρουπώσω” ή “Να πούμε δυο κούβεντος”.

Ο Κώστας Βουτσάς κατάργησε τα σύνορα ανάμεσα στην τέχνη και τη ζωή, “έζησε” κάθε πιθανό του ρόλο στην ίδια του την καθημερινότητα, υπήρξε σε όλη του τη διαδρομή ένας εραστής της χαράς και του κεφιού, αφέθηκε να απολαύσει στο έπακρο κάθε στιγμή, χειροκρότημα, υπόκλιση, πρόβα, παράσταση, γύρισμα, πρεμιέρα. Αγάπησε τις γυναίκες και αγαπήθηκε από αυτές, λάτρεψε το κοινό του και λατρεύτηκε από αυτό, πήρε πάνω του “τα φώτα της ράμπας” και χάρισε απλόχερα “φως” με μια σπάνια συνέπεια και έναν ξέφρενο αυτοσχεδιαστικό ρυθμό, ακόμα και εκεί που το σενάριο ήταν ήδη γραμμένο. Ταυτίστηκε με κάθε χαρακτήρα που ερμήνευσε και πέτυχε κάτι σχεδόν ακατόρθωτο για τον χώρο του, να μη φθαρεί ποτέ στη διάρκεια αυτή των επτά δεκαετιών, μένοντας πάντα “όρθιος” και αξιοπρεπής, άξιος και ακούραστος εργάτης της ψυχαγωγίας μας.

Η απώλεια του μεγάλου αυτού πρωταγωνιστή, του υπέροχου αυτού ανθρώπου, είναι κάτι που όλοι εμείς που τον αγαπήσαμε, θα μπορούμε να διαχειριστούμε με εκείνη τη γλυκιά μελαγχολία που πλέον θα νιώθουμε, κάθε φορά που θα τον βλέπουμε στη μικρή οθόνη. Μια μελαγχολία που θα διαρκεί όμως ελάχιστα, αφού πολύ γρήγορα το μοναδικό του χιούμορ θα μας παρασέρνει εκεί όπου ο ίδιος πάντα ήθελε, στο αυθόρμητο γέλιο και την ανεκτίμητη “συντροφιά” του. Θα ήθελα να κλείσουμε αυτό το κείμενο με τα δικά του λόγια, με ένα απόσπασμα από μια πρόσφατη συνέντευξή του που διάβασα χθες στο διαδίκτυο, με τη σιγουριά ότι το όνομά του θα λάμπει για πάντα στη μαρκίζα της καρδιάς μας.

“Είμαι 87 ετών. Κλείνω 68 χρόνια ηθοποιός. Πήγα στη Δραματική Σχολή Μακεδονικού Ωδείου. Κατέβηκα τρεις φορές στην Αθήνα για να πάρω άδεια. Με διώξανε. Δεν κάνεις για το θέατρο, μου είπαν. Τελικά μου δώσανε άδεια για μουσικό θέατρο μόνο, κι εγώ πήγα στα μπουλούκια. Μια ομάδα ηθοποιών, όλοι μεριδιούχοι, πηγαίναμε σε χωριά και παίζαμε σε καφενεία. Δεν υπήρχε βεντέτα. Ήμασταν μια αγκαλιά αγαπημένη. Μεγάλο σχολείο τα μπουλούκια. Δεν έκανες τον ηθοποιό, ήσουν ηθοποιός. Δεν έπαιζες τον ρόλο, ήσουν ο ρόλος. Στον Φίνο πήγα πιο μετά. Ήμασταν φίλοι με τον Δαλιανίδη, από τη Θεσσαλονίκη. Μου διαβάζει μια μέρα το σενάριο του ‘Κατήφορου’. Τρελάθηκα. Έπαιξα στον ‘Κατήφορο’ και από τότε πήρα τον ανήφορο.

Η καριέρα δε γίνεται με τα Ναι. Η καριέρα γίνεται με τα Όχι. Ένας συνάδελφος έκανε μεγάλη επιτυχία. Πέσανε όλοι πάνω του. Δεχόταν τα πάντα. Μου λέει, έχω ανάγκη. Κάτσε λίγο ακόμα με την ανάγκη, του λέω. Εξαφανίστηκε. Ξέρεις τι λένε οι άλλοι αν είσαι παντού; Αυτός έχει σκορπίσει. Δεν έχω τρόπο να διδάξω, ούτε να κρίνω. Κάποτε με είχαν καλέσει από το αρμόδιο υπουργείο ως κριτή και τους είπα ότι θα περνάω όλους τους υποψήφιους. Ο λόγος είναι, ότι κανένας δεν μπορεί να αποδώσει υπό συνθήκες πίεσης και άγχους. Ποιος είμαι εγώ που θα κόψω τα φτερά των νέων ανθρώπων; Ποτέ δεν ήμουν ψώνιο και βεντέτα. Ανέκαθεν ζητούσα απ’ όλους, γνωστούς και μη, να με αποκαλούν Κωστή και όχι κύριε Βουτσά. Ο σεβασμός προέρχεται από τον τρόπο συμπεριφοράς. Ποτέ από τους τίτλους”