© Steve Morton - EMPICS / Getty Images
ΑΘΛΗΤΙΚΑ

26 χρόνια από *εκείνη* την κλωτσιά

Δεν ήταν ένα χτύπημα kung-fu ενάντια σε έναν φίλαθλο. Ήταν μία ηχηρή απάντηση, το υψωμένο μεσαίο δάχτυλο του Eric Cantona σε έναν φασίστα.

«Τράβα γ*μήσου και γύρνα στη Γαλλία, γ*μημένε Γάλλε μπάσταρδε» φώναζε με όλη τη δύναμη της ψυχής του ο Matthew Simmons, φανατικός οπαδός της Crystal Palace. Ήταν 25 Ιανουαρίου του 1995, το σκορ ανάμεσα στην ομάδα του και τη Manchester United στο 0-0, ενώ ο Eric Cantona μόλις είχε δεχθεί κόκκινη κάρτα. Ο Γάλλος super star είχε φάει πολλές κλωτσιές εκείνη τη μέρα και έτσι δε συγκράτησε τα ούτως ή άλλως δαιμονισμένα νευρά που τον ακολουθούσαν σε όλη του την καριέρα. Αν η ίδια ατάκα είχε εκτοξευτεί απέναντι σε κάποιον άλλο ποδοσφαιριστή ίσως να μην είχε αντιδράσει. Να είχε δώσει τόπο στην οργή. Αλλά όχι ο King Eric. Εκείνος δεν άφηνε κάτι τέτοια να πέσουν κάτω.

Σε περίπτωση που δε θυμάσαι μία από τις διασημότερες φάσεις που φιλοξένησε ποτέ η Premier League, τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν καθόλου ομαλά: Ο Cantona πήδηξε πάνω από τις διαφημιστικές πινακίδες, έριξε μία kung-fu κλωτσιά στον Simmons, συνέχισε να τον χτυπά ενώ αν δεν επενέβαιναν οι ψυχραιμότεροι ίσως να μη σταματούσε ποτέ.

«Η νύχτα που το ποδόσφαιρο πέθανε από ντροπή» έγραφε η The Mirror που ζει για τέτοιες στιγμές, για να τη συμπληρώσει η Express: «Η απόλυτη βαναυσότητα μπροστά στα μάτια των παιδιών».

Σίγουρα, αυτή δεν ήταν η αντίδραση που περίμενε κανείς από έναν ακριβοπληρωμένο ποδοσφαιριστή, ο οποίος ήταν το σημείο αναφοράς μίας ομάδας που διεκδικεί τον τίτλο. Ποιο ήταν το αποτέλεσμα; 20 χιλιάδες λίρες πρόστιμο από τη Manchester United, εκτός ομάδας μέχρι το τέλος της χρονιάς, εκτός Εθνικής Γαλλίας μία για πάντα, 10 χιλιάδες λίρες πρόστιμο από την αγγλική Ομοσπονδία και απειλές για δια βίου απαγόρευση από τους αγωνιστικούς χώρους.

Εκείνη τη χρονιά οι Κόκκινοι Διάβολοι έχασαν το πρωτάθλημα από την Blackburn Rovers του Alan Shearer. Τους έλειψε όσο τίποτα ο βιρτουόζος Γάλλος επιθετικός. Κάποιοι θα περίμεναν να μετανιώσει. Να ζητήσει συγγνώμη. Να κάνει κάποια δήλωση μετάνοιας στα βρετανικά Media. Όλα αυτά όμως έμοιαζαν με ψιλά γράμματα για τον King Eric. Τελικά, αυτό που έκανε ήταν να αφήσει σύξυλους τους δημοσιογράφους με μία αινιγματική δήλωση που περιείχε μία παρομοίωση για γλάρους και ψαρόβαρκες.

 

Ο Eric είχε μετατραπεί από «Βασιλιάς» στον «Κακό Μάγο» του παραμυθιού για ολόκληρη την ποδοσφαιρική -και όχι μόνο- Αγγλία. Όσο για την πατρίδα του; Εκεί δεν έπαψε ποτέ να θεωρείται όχι απλά κακό αλλά το χειρότερο παιδί του γαλλικού ποδοσφαίρου. Πέρα από τις βαρύτατες κυρώσεις, η αποδοκιμασία προς το πρόσωπό του ήταν τεράστια. Οι περισσότεροι έκαναν λόγο για έναν άνθρωπο που δε γνώριζε πώς να συμπεριφερθεί επαγγελματικά, έναν αθλητή που λέρωνε το άγιο παιχνίδι των Βρετανών, ένα εγωπαθές τέρας που δεν μπορούσε να βάλει κανέναν πάνω από την τρέλα και τον εγωισμό του. Ένα καβαλημένο καλάμι, με άλλα λόγια, που είχε ξεπεράσει κάθε όριο.

Μάλιστα, ο Matthew Simmons παρουσιαζόταν ως το απόλυτο θύμα. Ένας ανθρωπάκος που βρέθηκε στον δρόμο του «Κτήνους». Ένα άτυχος κοινός θνητός που τσαλαπατήθηκε από τη μανία ενός ανθρώπου, ο οποίος πίστευε πως η φήμη του τον καθιστά άτρωτο απέναντι σε κάθε νόμο. Φυσικά, αυτό δεν ήταν παρά η μισή  αλήθεια – ή μάλλον πιο σωστά, ελάχιστη σχέση είχε με την αλήθεια. Η πραγματικότητα ήταν πολύ διαφορετική από όσα πίστευε το μεγαλύτερο μέρος του κοινού και των Media.

Καμία μεταμέλεια

«Η καλύτερη στιγμή μου; Έχω πολλές καλές αναμνήσεις αλλά εκείνη που προτιμώ περισσότερο από κάθε άλλη ήταν όταν κλώτσησα τον χούλιγκαν» είχε δηλώσει, αρκετά χρόνια μετά, στην Guardian o Cantona. Ναι, ένας χούλιγκαν, και τίποτα άλλο – όπως αργότερα αποδείχθηκε περίτρανα για τον Matthew Simmons. Ήταν άραγε απλά ένας βίαιος τύπος που ξεσπούσε τα νεύρα του στις εξέδρες των γηπέδων; Όταν οι δημοσιογράφοι άρχισαν να σκαλίζουν το προφίλ του, ο ρόλος του θύματος άρχισε να καταρρέει, καθώς έρχονταν στην επιφάνεια οι πολύ «ενδιαφέρουσες» σχέσεις που είχε ο Simmons με τη βρετανική Ακροδεξιά.

Το θύμα έγινε θύτης με συμμετοχές σε κρυφοναζί πορείες, ύποπτες διασυνδέσεις και, γενικά, ρατσιστικές διαθέσεις που πολύ συχνά οδηγούσαν σε κάθε είδους ταραχές. Μάλιστα, το 2010 καταδικάστηκε από τις αρχές σε αρκετές ώρες κοινωνικής εργασίας. Ο λόγος; Γρονθοκόπησε -αν είναι ποτέ δυνατόν- έναν άτυχο άντρα σε αγώνα παιδικού (!) πρωταθλήματος.

Στον αντίποδα, βρισκόταν ο Eric Cantona. Ένας άνθρωπος που ανεξάρτητα από τη δόξα και τα χρήματα που κέρδιζε ένιωθε πάντα ότι βρισκόταν στην πλευρά του απλού κόσμου. Ο «Βασιλιάς» δεν ξέχασε ποτέ τα διδάγματα που έμαθε ως παιδί. Γεννημένος σε μία πόλη μεταναστών και προσφύγων, τη Μασσαλία, με συγγενείς που είχαν πολεμήσει στον Ισπανικό Εμφύλιο ενάντια στον Φράνκο, με οικογενειακούς δεσμούς που έφταναν μέχρι τη γαλλική Αντίσταση την περίοδο της Γερμανικής Κατοχής, ο Cantona δεν έπαψε ποτέ μέχρι σήμερα να είναι στο πλευρό των αδικημένων της ιστορίας. Δήλωνε και δηλώνει πως γνωρίζει καλά πώς νιώθουν οι πρόσφυγες, αφού και αυτός είναι ένας από αυτούς.

Για τον Γάλλο βιρτουόζο της μπάλας, ο ρατσισμός και ο φασισμός δεν ήταν κάτι που το ανέχεσαι. Σε καμία περίπτωση, μάλιστα, δε γυρίζεις και το άλλο μάγουλο στα ρατσιστικά ραπίσματα. Έτσι, μπορεί κάποιοι να τον θεωρούν έναν κακομαθημένο αντι-επαγγελματία, η αλήθεια του Cantona όμως είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτό. Είναι μία αλήθεια που ξεπερνά τις τέσσερις γραμμές του γηπέδου. Μία αλήθεια που τον καθιστά ήρωα στα μάτια πολλών, αφού *εκείνη* η κλωτσιά δεν ήταν απλά μία κίνηση kung-fu. Ήταν ένα υψωμένο μεσαίο δάχτυλο απέναντι σε κάθε φασισμό.