Δελφίνοι χωρίς θρόνο
Το OneMan θυμάται επτά μεγάλες εθνικές ομάδες που αγωνίστηκαν σε Μουντιάλ, αλλά δεν μπόρεσαν να κατακτήσουν το τρόπαιο. Η Ουγγαρία του Puskás, η Ολλανδία με τον Cruyff και χωρίς αυτόν, η Βραζιλία του Sócrates, η Γαλλία του Platini (δις) και η Σοβιετική Ένωση του Lobanovskyi.
- 6 ΙΟΥΝ 2026
Την Πέμπτη 11 Ιουνίου (22:00 ώρα Ελλάδας), στο “Estadio Azteca” της Πόλης του Μεξικού, το εκ των τριών διοργανωτριών χωρών Μεξικό, θα υποδεχτεί τη Νότια Αφρική στο εναρκτήριο παιχνίδι του 23ου Παγκοσμίου Κυπέλλου. Με αυτόν τον τρόπο θα ανοίξει η αυλαία της φετινής διοργάνωσης, η οποία έχει φυσικά τα δικά της φαβορί και αουτσάιντερ στον δρόμο προς την κατάκτηση του πλέον βαρύτιμου ποδοσφαιρικού τροπαίου.
Στα προηγούμενα 22 Μουντιάλ, οι ομάδες που έχουν πάρει μέρος, μετριούνται σε δεκάδες (80 για την ακρίβεια, που φέτος θα γίνουν 84 με την προσθήκη του Πράσινου Ακρωτηρίου, του Κουρασάο, της Ιορδανίας και του Ουζμπεκιστάν), οι αγώνες που έχουν διεξαχθεί μετριούνται σε εκατοντάδες (964) και τα γκολ που έχουν σημειωθεί μετριούνται σε χιλιάδες (2.720). Οι αριθμοί είναι εντυπωσιακοί, όμως μέχρι σήμερα μόνο οκτώ χώρες έχουν κατακτήσει το Κύπελλο, τρεις από τη Νότια Αμερική (Βραζιλία, Ουρουγουάη, Αργεντινή) και πέντε από την Ευρώπη (Ιταλία, Γερμανία, Αγγλία, Γαλλία, Ισπανία).
Όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό, έχουν υπάρξει πολλές μεγάλες ομάδες που ξεκίνησαν με στόχο το «Άγιο Δισκοπότηρο» του ποδοσφαίρου, για διάφορους όμως λόγους δεν τα κατάφεραν. Κάποιες από αυτές, παρά την αποτυχία τους να ανέβουν στην κορυφή του κόσμου, μνημονεύονται μέχρι σήμερα για την αξία τους (ατομικά και ομαδικά) και – κυρίως – για το θέαμα που πρόσφεραν. Στο σημερινό κείμενο διαλέξαμε επτά τέτοιες Εθνικές, που έγραψαν τη δική τους ιστορία στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο, παρά το γεγονός ότι δεν χάρηκαν το τρόπαιο.
Οι τρεις από αυτές έφτασαν μέχρι τον τελικό του θεσμού, οι υπόλοιπες αποκλείστηκαν νωρίτερα. Όμως όλες έβαλαν τη σφραγίδα τους στο άθλημα, απόρροια του τεράστιου ταλέντου των παικτών τους και του τρόπου με τον οποίο μάγεψαν το κοινό με τις εμφανίσεις τους. Πάμε να τις δούμε μια-μια, προσθέτοντας ότι πρόκειται απλά για μια προσωπική επιλογή, αφού πέρα από αυτές τις επτά περιπτώσεις, υπήρξαν σίγουρα και άλλες, επίσης αξιομνημόνευτες.
1. Η Ουγγαρία του Ferenc Puskás (1954)
Ξεκινάμε με μια από τις μεγαλύτερες ομάδες όλων των εποχών, την τεράστια Εθνική Ουγγαρίας που πήρε μέρος στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1954 στην Ελβετία. Οι Ούγγροι είχαν φτάσει προπολεμικά ήδη μια φορά σε τελικό (Γαλλία, 1938), όπου όμως είχαν ηττηθεί 4-2 από τους Ιταλούς. Στο ξεκίνημα της δεκαετίας του ’50 είχε ήδη δημιουργηθεί η φοβερή και τρομερή ομάδα των Μαγυάρων, με παίκτες όπως ο Gyula Lóránt, ο József Bozsik, ο Sándor Kocsis, ο Nándor Hidegkuti, ο Zoltán Czibor και βέβαια ο μεγάλος αρχηγός τους, Ferenc Puskás.
Οκτώ μήνες πριν το Μουντιάλ της Ελβετίας, στις 25 Νοεμβρίου του 1953, η Εθνική Ουγγαρίας είχε προειδοποιήσει όλη την υφήλιο για τις διαθέσεις της στο περίφημο “Match of the Century”, όταν φιλοξενήθηκε στο “Wembley” από την Αγγλία (αήττητη μέχρι τότε από μη βρετανική ομάδα). Οι υπερόπτες Άγγλοι θεωρούσαν ότι θα έκαναν περίπατο, όμως μόλις στο 2′ βρέθηκαν να χάνουν 0-1 από το υπέροχο γκολ του Hidegkuti που αφού «χόρεψε» την αντίπαλη άμυνα, έστειλε τη μπάλα στο «παραθυράκι» του Gil Merrick. Οι γηπεδούχοι ισοφάρισαν στο 13′ με τον Sewell, αλλά μέσα σε επτά λεπτά οι Ούγγροι πέτυχαν άλλα τρία γκολ με τους Hidegkuti και Puskás (2), «χαζεύοντας» τους φιλάθλους που δεν μπορούσαν να πιστέψουν στα μάτια τους.
Το τελικό 3-6 ήταν η πρώτη εντός έδρας ήττα της Αγγλίας από ομάδα εκτός βρετανικών νήσων και ένας σταθμός στην ιστορία του ποδοσφαίρου. Τρεις εβδομάδες πριν το Μουντιάλ, στην άτυπη ρεβάνς της Βουδαπέστης, οι Άγγλοι ταπεινώθηκαν για μια ακόμα φορά, χάνοντας 7-1! Η ομάδα του Gusztáv Sebes ταξίδεψε στην Ελβετία, ως το απόλυτο φαβορί για την κατάκτηση του τροπαίου. Και αυτό φάνηκε ήδη από τη φάση των ομίλων, εκεί όπου οι Μαγυάροι σημείωσαν 17 γκολ (!) στα δυο πρώτα ματς.
Και αν το 9-0 επί της Νότιας Κορέας μπορεί να φάνηκε έως και φυσιολογικό, το 8-3 επί της παντοδύναμης Δ. Γερμανίας, ήταν ένα σοκ όχι μόνο για τους Τεύτονες, αλλά για ολόκληρο τον πλανήτη! Δυστυχώς η Ουγγαρία δε βγήκε αλώβητη από αυτή την αναμέτρηση, αφού ο Werner Liebrich, με ένα δολοφονικό τάκλιν, τραυμάτισε τον Puskás, ο οποίος έχασε τα υπόλοιπα παιχνίδια και αγωνίστηκε ανέτοιμος στον τελικό. Οι Μαγυάροι προφανώς τερμάτισαν πρώτοι στον όμιλό τους και στα νοκ άουτ, στην προημιτελική φάση, αντιμετώπισαν τη Βραζιλία, σε ένα ματς που έμεινε στην ιστορία γνωστό ως «η μάχη της Βέρνης», λόγω του επεισοδιακού χαρακτήρα του.
Η “seleção” των δυο εκπληκτικών ακραίων μπακ, Djalma και Nílton Santos, αλλά και του εντυπωσιακού Didi, δεν είχαν ξεπεράσει ακόμα την «τραγωδία» που είχαν ζήσει τέσσερα χρόνια πριν, με την ήττα τους στον τελικό από την Ουρουγουάη μέσα στο “Maracanã” και ζητούσαν την «εξιλέωση» και βέβαια τον πρώτο τους τίτλο. Στον όμιλο είχαν πετύχει μια νίκη επί του Μεξικού (5-0) και μια ισοπαλία με τη Γιουγκοσλαβία (1-1). Ο αγώνας διεξήχθη κάτω από βροχή, όμως οι Ούγγροι ήταν ασταμάτητοι και προηγήθηκαν 2-0 μόλις στο 7′ (Hidegkuti, Kocsis). Η Βραζιλία μείωσε 2-1 με πέναλτι του Djalma Santos στο 18′, όμως οι Μαγυάροι, επίσης με πέναλτι, ανέβασαν το δείκτη του σκορ στο 3-1.
Εκείνο το σφύριγμα του Άγγλου διαιτητή, Arthur Ellis, ήταν που προκάλεσε την εισβολή στον αγωνιστικό χώρο Βραζιλιάνων δημοσιογράφων και επίσημων, οι οποίοι απωθήθηκαν από την αστυνομία! Στη συνέχεια, αντιαθλητικά και βίαια μαρκαρίσματα εκατέρωθεν, αμαύρωσαν την εικόνα του ματς, με τον Ellis να δείχνει τρεις φορές την κόκκινη κάρτα. Το τελικό 4-2 έδωσε την πρόκριση στην Ουγγαρία, όμως οι παίκτες της Βραζιλίας εισέβαλαν στα αποδυτήρια των αντιπάλων τους και η κλωτσοπατινάδα συνεχίστηκε!
Στον ημιτελικό, οι Μαγυάροι αντιμετώπισαν την Ουρουγουάη, προηγήθηκαν 2-0 (13′ Czibor & 46′ Hidegkuti), ισοφαρίστηκαν 2-2, αλλά στην παράταση με δυο γκολ του Kocsis πήραν το εισιτήριο για τον μεγάλο τελικό, όπου τους περίμεναν οι Δυτικογερμανοί. Ναι, αυτοί που λίγες μέρες πριν είχαν διασυρθεί με το απίστευτο 8-3. Στο “Wankdorf Stadium” της Βέρνης, κάτω από καταρρακτώδη βροχή, η Ουγγαρία φάνηκε να «καθαρίζει» από πολύ νωρίς το ματς, αφού προηγήθηκε 2-0 μόλις στο 8′ (Puskás και Czibor). Όμως στο επόμενο δεκάλεπτο οι Γερμανοί έφεραν τον τελικό στα ίσα με τέρματα των Morlock και Rahn.
Οι Μαγυάροι πίεσαν ασφυκτικά σε όλη τη διάρκεια του παιχνιδιού, δημιούργησαν αμέτρητες ευκαιρίες, αλλά δεν μπόρεσαν να σκοράρουν. Κάτι που κατάφεραν οι Τεύτονες στο 84′ με τον Helmut Rahn. Το τελικό 3-2 έδωσε τον τίτλο στους παίκτες του Sepp Herberger και έβαλε τέλος στο αήττητο 31 παιχνιδιών των Ούγγρων. Πολλά ακούστηκαν τα επόμενα χρόνια για εκείνο το σχεδόν απίστευτο «θαύμα της Βέρνης». Οι Γερμανοί κατηγορήθηκαν για αθέμιτες μεθόδους μέσα και έξω από το γήπεδο, μέχρι και για ντόπινγκ. Το μόνο σίγουρο είναι ότι στέρησαν τον τίτλο σε μια από τις μεγαλύτερες ομάδες όλων των εποχών, η οποία μνημονεύεται μέχρι και σήμερα για την απόλυτη κυριαρχία της στο πρώτο μισό της δεκαετίας του ’50.
2. Η Ολλανδία του Johan Cruyff (1974)
Συνεχίζουμε με μια ακόμα πιο φημισμένη Εθνική, εκείνη της Ολλανδίας του 1974. Οι “oranje” μέχρι τότε δεν είχαν κάποια αξιοπρόσεκτη παρουσία στα Παγκόσμια Κύπελλα (9οι το 1934 και 14οι το 1938), ενώ είχαν απουσιάσει από έξι σερί διοργανώσεις (1950-1970). Ήταν φανερό όμως πως πήγαιναν στη Δυτική Γερμανία με μεγάλες φιλοδοξίες. Η υπερομάδα του Rinus Michels, ο οποίος είχε ήδη δημιουργήσει τον μεγάλο Άγιαξ και στη συνέχεια είχε πάει στην Μπαρτσελόνα, ήταν ένα σύνολο από εκπληκτικούς παίκτες. Φυσικά ο μεγάλος ηγέτης ήταν ο Johan Cruyff, που ένα χρόνο πριν είχε αφήσει τον «Αίαντα», ακολουθώντας τον Michels στη Βαρκελώνη.
Το “total football” με τη συνεχή κίνηση και τις αλλαγές ρόλων, είχε ήδη καταθέσει τα διαπιστευτήριά του με τις τρεις συνεχόμενες κατακτήσεις του Κυπέλλου Πρωταθλητριών από τον Άγιαξ (1971-1973) και πλέον ετοιμαζόταν να κατακτήσει και την κορυφή του κόσμου. Η ολλανδική ομοσπονδία είχε αναθέσει στον Michels τον ρόλο του εκλέκτορα για το Μουντιάλ και ο Ολλανδός προπονητής είχε στη διάθεσή του μια πλειάδα πολύ μεγάλων παικτών: Arie Haan, Piet Keizer, René και Willy van de Kerkhof, Ruud Krol, Johan Neeskens, Rob Rensenbrink, Johnny Rep, Wim Suurbier, Theo de Jong και πολλούς άλλους.
Η Ολλανδία ολοκλήρωσε τον όμιλο στην πρώτη θέση, με δυο νίκες και μια ισοπαλία. Στο πρώτο ματς οι “oranje” νίκησαν 2-0 την Ουρουγουάη με ισάριθμα τέρματα του Rep, στη συνέχεια έμειναν στο 0-0 με τη Σουηδία και ολοκλήρωσαν τις υποχρεώσεις τους με το 4-1 επί της Βουλγαρίας (2 γκολ ο Neeskens και από ένα οι Rep και De Jong). Η διοργάνωση συνεχίστηκε με τη δεύτερη φάση των ομίλων, εκεί όπου οι Ολλανδοί βρέθηκαν στο ίδιο γκρουπ με την κάτοχο Βραζιλία, την Ανατολική Γερμανία και την Αργεντινή. Στο πρώτο ματς, η ομάδα του Michels «εξαφάνισε» τους Αργεντινούς με το εμφατικό 4-0 (2 γκολ ο Cruyff και από ένα οι Krol και Rep).
Στο δεύτερο, “καθάρισε” εύκολα τους Ανατολικογερμανούς 2-0 (Neeskens και Rensenbrink). Στο τρίτο και τελευταίο παιχνίδι, οι ισόβαθμες στην κορυφή Ολλανδία και Βραζιλία (αμφότερες με δυο νίκες), διεκδίκησαν το ένα εισιτήριο για τον μεγάλο τελικό (το σύστημα σε εκείνη τη διοργάνωση δεν είχε νοκ άουτ). Η “seleção” χρειαζόταν μόνο τη νίκη, αλλά οι “oranje” δεν τους άφησαν το παραμικρό περιθώριο. Με τέρματα των Neeskens και Cruyff, ξεπέρασαν άνετα το εμπόδιο των Βραζιλιάνων και έφτασαν για πρώτη φορά στην ιστορία τους στον τελικό του τουρνουά.
Εκεί τους περίμενε η «οικοδέσποινα» Δυτική Γερμανία, η άλλη υπερδύναμη της εποχής, πρωταθλήτρια Ευρώπης πριν δυο χρόνια, μια ομάδα αποτελούμενη κυρίως από παίκτες της Μπάγερν και της Μπορούσια Μένχενγκλαντμπαχ. Ο σύλλογος του Μονάχου είχε πάρει τα σκήπτρα στην Ευρώπη από τον Άγιαξ, κατακτώντας ένα μήνα πριν το Μουντιάλ, το Κύπελλο Πρωταθλητριών. Ο Γερμανός εκλέκτορας, Helmut Schön, είχε και αυτός στη διάθεσή του αμέτρητους παίκτες υψηλότατου επιπέδου: Sepp Maier, Berti Vogts, Paul Breitner, Günter Netzer, Jupp Heynckes, Wolfgang Overath, Gerd Müller, Uli Hoeneß, Rainer Bonhof, Bernd Hölzenbein και φυσικά τον μεγάλο αρχηγό Franz Beckenbauer.
Οι Τεύτονες είχαν φτάσει στον τελικό με πέντε νίκες και μια ήττα, από την Ανατολική Γερμανία! Το μεγάλο παιχνίδι διεξήχθη στο Ολυμπιακό Στάδιο του Μονάχου και ξεκίνησε με έναν απρόσμενο, όσο και εντυπωσιακό τρόπο. Οι Ολλανδοί είχαν τη σέντρα, άλλαξαν την μπάλα 16 φορές χωρίς να παρεμβληθεί κανένας αντίπαλος και αμέσως μετά, ο Cruyff ξεκίνησε μια προσπάθεια από το ημικύκλιο του κέντρου, πέρασε δυο Γερμανούς, μπήκε στην περιοχή του Maier και ανατράπηκε από τον Hoeneß.
Αμέσως ο Άγγλος ρέφερι Jack Taylor σφύριξε την «εσχάτη» των ποινών και ο Neeskens ευστόχησε από τα 11 μέτρα, δίνοντας έτσι προβάδισμα στην Ολλανδία μόλις στο δεύτερο λεπτό! Το σκορ έδειχνε 1-0 και το πιο εντυπωσιακό ήταν ότι οι Γερμανοί δεν είχαν αγγίξει ακόμα τη μπάλα! Σιγά-σιγά πάντως οι «γηπεδούχοι» άρχισαν να ισορροπούν το παιχνίδι και στο 25′ ισοφάρισαν επίσης με πέναλτι που κέρδισε ο Hölzenbein και εκτέλεσε εύστοχα ο Breitner.
Λίγο αργότερα ο Cruyff βγήκε στην αντεπίθεση, έστρωσε στον Rep, αλλά εκείνος δεν μπόρεσε να πλασάρει τον Maier. Δυο λεπτά πριν τη λήξη του ημιχρόνου, ο Müller δέχτηκε τη μπάλα μέσα στην ολλανδική περιοχή και πλάσαρε επιτυχημένα, δίνοντας το προβάδισμα στην ομάδα του.
Ήταν το τελευταίο του τέρμα με τη φανέλα της Εθνικής Γερμανίας και το πιο πολύτιμο της διεθνούς καριέρας του, αφού έδωσε το τρόπαιο στους Τεύτονες. Οι Ολλανδοί προσπάθησαν στην επανάληψη, δεν βρήκαν το γκολ της ισοφάρισης και μοιραία ηττήθηκαν. Πάνω από πέντε δεκαετίες αργότερα όμως, συνεχίζουν να μνημονεύονται ως μια από τις ομάδες που διαμόρφωσαν το άθλημα και χαρακτήρισαν μια ολόκληρη εποχή. Η ατυχία τους να παίξουν τον τελικό στη χώρα της διοργανώτριας, επαναλήφθηκε τέσσερα χρόνια αργότερα, με το ίδιο δυστυχώς για εκείνους αποτέλεσμα, όπως θα δούμε στην επόμενη ενότητα.
3. Η Ολλανδία χωρίς τον Cruyff (1978)
Τρία χρόνια μετά το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1974 στη Δυτική Γερμανία, η Ολλανδία προκρίθηκε και για εκείνο του 1978 που θα διεξαγόταν στην Αργεντινή. Όμως ο αρχηγός της, Johan Cruyff, λίγο μετά την εξασφάλιση θέσης στην τελική φάση για τους “oranje”, ανακοίνωσε επίσημα ότι δεν θα ακολουθούσε την αποστολή της Εθνικής του στην Αργεντινή, βάζοντας έτσι τέλος συνολικά στη διεθνή του καριέρα. Εκείνη την εποχή γράφτηκε ότι ο λόγος για την απόφαση του Ολλανδού σταρ, ήταν η πολιτική κατάσταση που επικρατούσε στη χώρα της Νότιας Αμερικής με τη δικτατορία του Jorge Videla.
Όμως ο ίδιος, σε συνέντευξή του το 2008 στο Catalunya Rádio, είχε πει ότι η αιτία ήταν, στο ότι ένα χρόνο νωρίτερα, ο ίδιος και η οικογένειά του είχαν υπάρξει στόχοι αποτυχημένης απόπειρας απαγωγής στη Βαρκελώνη, κάτι που τον είχε ανησυχήσει πολύ: «Για να παίξεις σε ένα Μουντιάλ, πρέπει να είσαι 200% εντάξει. Έρχονται στιγμές που υπάρχουν άλλες αξίες στη ζωή», είχε συμπληρώσει ο «ιπτάμενος Ολλανδός». Χωρίς λοιπόν τον Cruyff, αλλά και πάλι με μια ομάδα γεμάτη μεγάλους παίκτες, οι “oranje” ταξίδεψαν στην Αργεντινή, για να διεκδικήσουν κάτι καλύτερο από τη δεύτερη θέση του ’74.
Ο Ernst Happel, εκλέκτορας της εθνικής από το 1977, είχε στη διάθεσή του τους περισσότερους δευτεραθλητές κόσμου του ’74, όλους πάντως κάτω από τα 30 τους χρόνια: Jongbloed, Krol, Haan, οι αδελφοί Van de Kerkhof, Rensenbrink, Neeskens, Rep, Nanninga, Suurbier, όλοι ήταν παρόντες. Η Ολλανδία ξεκίνησε τον όμιλο με ένα εύκολο 3-0 επί του Ιράν (χατ τρικ του Rensenbrink), αλλά μετά ήρθαν τα προβλήματα. Πρώτα το 0-0 απέναντι στο Περού του μεγάλου Teófilo Cubillas, που μετέτρεψε το τελευταίο ματς με τη Σκωτία σε τελικό. Οι Σκωτσέζοι των Kenny Dalglish και Graeme Souness ήθελαν νίκη με τρία γκολ διαφορά, αλλά βρέθηκαν να χάνουν 1-0 στο 33′ με πέναλτι του Rensenbrink.
Παρόλα αυτά, κατάφεραν να γυρίσουν το παιχνίδι και να προηγηθούν 3-1 με ένα γκολ του Dalglish (44′) και δυο του Archie Gemmill (46′ & 68′). Οι Ολλανδοί φλερτάρισαν προς στιγμή με έναν οδυνηρό αποκλεισμό, αλλά το τέρμα του Rep στο 71′ αποκατέστησε την τάξη και τους έδωσε την πρόκριση για τη δεύτερη φάση των ομίλων (σύστημα ίδιο με εκείνο του 1974, δηλαδή δυο γκρουπ των τεσσάρων και οι πρώτες ομάδες από τα δυο γκρουπ έπαιζαν στον τελικό). Οι “oranje” βρέθηκαν στον «δύσκολο» όμιλο, μαζί με την κάτοχο Δυτική Γερμανία, την Ιταλία και την Αυστρία.
Στο πρώτο παιχνίδι, η Ολλανδία αντιμετώπισε τους Αυστριακούς του Helmut Senekowitsch με μεγάλα αστέρια τους Herbert Prohaska και Hans Krankl και τους «εξαφάνισε» με το εμφατικό 5-1 (δυο γκολ ο Rep και από ένα οι Brandts, Rensenbrink και Willy van de Kerkhof). Στη συνέχεια βρήκε απέναντί της τη Δυτική Γερμανία, που της είχε στερήσει το τρόπαιο τέσσερα χρόνια πριν. Οι ανανεωμένοι Τεύτονες του Helmut Schön, με ανερχόμενο αστέρι τον Karl Heinz Rummenigge, προηγήθηκαν δυο φορές (3′ Abramczik & 70′ Dieter Müller), αλλά οι Ολλανδοί απάντησαν πρώτα με τον Haan (27′) και κατόπιν με τον René van de Kerkhof (82′).
Το τρίτο και τελευταίο παιχνίδι ήταν ένας «πρόωρος» τελικός για τις δυο ομάδες, αφού ο νικητής θα έπαιρνε το εισιτήριο για τον πραγματικό τελικό. Οι Ολλανδοί περνούσαν και με ισοπαλία, αφού είχαν πολύ καλύτερο συντελεστή τερμάτων από την Ιταλία των Zoff, Cabrini, Gentile, Scirea, Tardelli, Causio, Bettega, Rossi και Graziani. Η ομάδα εκείνη του Enzo Bearzot θα κατακτούσε το Παγκόσμιο Κύπελλο, τέσσερα χρόνια αργότερα, στην Ισπανία. Οι “oranje” πάντως, πήραν τη νίκη με σκορ 2-1, πετυχαίνοντας και τα τρία γκολ, πρώτα ο Brandts αυτογκόλ και κατόπιν ο ίδιος παίκτης και ο Haan, στη σωστή εστία! Για δεύτερη σερί διοργάνωση η ομάδα που εκπροσωπούσε το “total football”, βρισκόταν στον τελικό. Για δεύτερη σερί διοργάνωση έπρεπε να αντιμετωπίσει τους «οικοδεσπότες» μέσα στο σπίτι τους.
Η Αργεντινή του César Luis Menotti (με παίκτες όπως οι Mario Kempes, Daniel Passarella, Alberto Tarantini, Daniel Bertoni και Osvaldo Ardiles), είχε φτάσει με τη σειρά της στον τελικό, έχοντας νικήσει 6-0 το Περού στον κρίσιμο τελευταίο της αγώνα, σε ένα ματς για το οποίο είχαν ακουστεί πολλά (και γράφτηκαν πολλά περισσότερα) περί πολιτικών σκοπιμοτήτων, πιέσεων, ακόμα και απειλών προς τους Περουβιανούς, πριν την έναρξη του αγώνα.
Ο τελικός ξεκίνησε με καθυστέρηση γιατί οι Αργεντίνοι διαμαρτύρονταν (!) για έναν πλαστικό νάρθηκα που είχε στον καρπό του ο René van de Kerkhof, θέλοντας έτσι να κάνουν πόλεμο νεύρων στους αντίπαλους. Αυτός ήταν και ο λόγος που οι Ολλανδοί αρνήθηκαν στο τέλος να συμμετάσχουν στο τελετουργικό της απονομής.
Στο “Estadio Monumental” του Μπουένος Άιρες και μπροστά σε 70.000 «λυσσασμένους» Αργεντίνους φιλάθλους, η “albiceleste” πήρε προβάδισμα στο 38′ με γκολ του Mario Kempes. Το ματς κύλησε ισορροπημένο και με αρκετές ευκαιρίες εκατέρωθεν, με τους “oranje” να ισοφαρίζουν στο 82′ με κεφαλιά του Nanninga μετά από σέντρα του Neeskens. Το παιχνίδι πήγε στην παράταση, όπου η Αργεντινή πέτυχε δυο ακόμα τέρματα (Kempes και Bertoni), σφραγίζοντας έτσι την κατάκτηση του πρώτου τροπαίου της. Αυτός ο τελικός ήταν και το κύκνειο άσμα εκείνης της μεγάλης, αξεπέραστης Ολλανδίας που δίδαξε ποδόσφαιρο για μια σχεδόν δεκαετία σε όλο τον κόσμο, κι ας μην κατάφερε να ανέβει στον παγκόσμιο θρόνο.
4. Η Βραζιλία του Sócrates (1982)
Είδαμε τις τρεις ομάδες (από τις επτά του κειμένου) που έφτασαν μέχρι τον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Σειρά έχουν τώρα εκείνες που αποκλείστηκαν νωρίτερα στο τουρνουά, χωρίς όμως να υπολείπονται σε αξία και παγκόσμια αναγνώριση στην ιστορία του ποδοσφαίρου. Ξεκινάμε με τη Βραζιλία του 1982, ένα πραγματικό «αριστούργημα» του αθλήματος. Η “seleção” είχε κατακτήσει ήδη τρία Μουντιάλ (1958, 1962 & 1970), όμως στις δυο επόμενες διοργανώσεις είχε αποτύχει να φτάσει έστω στον τελικό (τέταρτη το 1974 και τρίτη το 1978). Αυτό φυσικά αποτελούσε πηγή τεράστιας γκρίνιας για τους «κακομαθημένους» Βραζιλιάνους, οι οποίοι θεωρούσαν επιτυχία μόνο την πρώτη θέση.
Ο Telê Santana είχε αναλάβει ως εκλέκτορας από το 1980 και σχεδίαζε μια άκρως επιθετική ομάδα για το Παγκόσμιο Κύπελλο της Ισπανίας. Με αρχηγό τον μεγάλο Sócrates και άξιους συμπαραστάτες του, τους Zico, Falcão, Éder, Júnior και Toninho Cerezo, εκείνη η Βραζιλία ήταν πράγματι η αποθέωση του “jogo bonito”, απειλώντας σε δημοφιλία ακόμα και την Εθνική του 1970 με τους Pelé, Jairzinho, Rivellino, Tostão και Gérson. Η “seleção” βρέθηκε στον όμιλο με τη Σοβιετική Ένωση, τη Σκωτία και τη Νέα Ζηλανδία και δεν δυσκολεύτηκε να τερματίσει πρώτη με τρεις νίκες (10-2 τα γκολ).
Ξεκίνησε με το 2-1 επί της ΕΣΣΔ, ανατρέποντας το 0-1 με τέρματα των Sócrates και Éder στο τελευταίο τέταρτο του αγώνα. Στο δεύτερο ματς, αυτή τη φορά με τη Σκωτία των Dalglish, Souness, Strachan και Archibald, βρέθηκε ξανά πίσω στο σκορ, όμως απάντησε με τέσσερα γκολ των Zico, Oscar, Éder και Falcão, για να φτάσει στο άνετο 4-1. Στο τρίτο παιχνίδι, έχοντας ήδη εξασφαλίσει την πρώτη θέση του ομίλου, πραγματοποίησε μια καλή προπόνηση με αντίπαλο τη Νέα Ζηλανδία, νικώντας 4-0 (δυο γκολ ο Zico και από ένα οι Falcão και Serginho).
Στον δεύτερο γύρο βρέθηκε στο γκρουπ του «θανάτου», μαζί με την Αργεντινή και την Ιταλία. Το πρώτο παιχνίδι με την “albiceleste”, κάτοχο του τίτλου, ήταν ένα επιθετικό φεστιβάλ. Οι Βραζιλιάνοι προηγήθηκαν 3-0 με τέρματα των Zico, Serginho και Júnior, παίζοντας ουσιαστικά μονότερμα τους αντιπάλους τους, οι οποίοι τα είχαν κυριολεκτικά χαμένα. Ο 22χρονος Maradona, στην πρώτη του εμφάνιση σε Μουντιάλ, αποβλήθηκε στο 85′ με απευθείας κόκκινη κάρτα για αντιαθλητικό μαρκάρισμα. Ένα γκολ του Díaz στο 89′ διαμόρφωσε το τελικό 3-1, αφήνοντας εκτός συνέχειας την πρωταθλήτρια κόσμου.
Το ματς με την Ιταλία ήταν και αυτό «πρόωρος» τελικός. Οι Ιταλοί χρειάζονταν μόνο τη νίκη για να προκριθούν στα ημιτελικά (υστερούσαν στον συντελεστή των τερμάτων), ενώ οι Βραζιλιάνοι περνούσαν και με ισοπαλία. Η “squadra azzurra”, που είχε τερματίσει 4η το 1978 και είχε να κατακτήσει το τρόπαιο από το 1938, ήταν ένα από τα μεγάλα φαβορί με μια εξίσου εκπληκτική ομάδα: Zoff, Cabrini, Collovati, Gentile, Scirea, Antognoni, Tardelli, Causio, Conti, Graziani και Rossi ήταν μερικά από τα μεγάλα ονόματα του Bearzot. Το κρίσιμο ματς παίχτηκε στο γήπεδο “Sarriá” της Βαρκελώνης.
Οι Ιταλοί άνοιξαν το σκορ μόλις στο 5′ με κεφαλιά του Rossi ύστερα από σέντρα του Cabrini. Επτά λεπτά αργότερα, Sócrates και Zico εξαφάνισαν τη μπάλα με έναν μαγικό συνδυασμό, με τον πρώτο να ισοφαρίζει, στέλνοντάς τη στην κλειστή γωνία του Zoff. Στο 25′ η Ιταλία πήρε ξανά προβάδισμα, ύστερα από ένα τραγικό λάθος του Cerezo, κλέψιμο του Rossi και πετυχημένο πλασάρισμα στην εστία του Waldir Peres. Από εκεί και μετά, το παιχνίδι μετατράπηκε σε επιθετικό μονόλογο των Βραζιλιάνων, που δημιούργησαν ατελείωτες ευκαιρίες, βρίσκοντας όμως απέναντί τους έναν καθοριστικό Dino Zoff.
Βίντεο: Ιταλία – Βραζιλία 3-2, highlights (5/7/1982)
Στο 68′ ήρθε η λύτρωση για τη “seleção”, με μια αριστερή βολίδα του Falcão ακριβώς από το ύψος της μεγάλης περιοχής. Η Βραζιλία, είκοσι λεπτά πριν τη λήξη, είχε σκορ πρόκρισης, αλλά στάθηκε ανίκανη να το διαχειριστεί. Δεν κλείστηκε, δεν πάγωσε τον ρυθμό, αλλά πιστή στη φιλοσοφία της, έψαξε το γκολ της νίκης και το πλήρωσε πολύ ακριβά. Στο 74′ η Ιταλία εκτέλεσε κόρνερ (το πρώτο του αγώνα), δυο Βραζιλιάνοι αμυντικοί μπερδεύτηκαν και δεν μπόρεσαν να απομακρύνουν τη μπάλα, ο Tardelli σούταρε και λίγο πριν την μπλοκάρει ο Peres, παρενεβλήθη ο Rossi, στέλνοντάς την για τρίτη φορά στα δίχτυα.
Μια εκπληκτική επέμβαση του Zoff σε κεφαλιά του Oscar, διατήρησε το 3-2 που έστειλε τους Ιταλούς στον ημιτελικό και τη Βραζιλία στην «κόλαση» του αποκλεισμού. Η ίδια σχεδόν ομάδα βρέθηκε και στο Μεξικό το 1986, όμως και εκεί αποκλείστηκε (στα πέναλτι από τη Γαλλία), αφήνοντας την πιο ταλαντούχα γενιά Βραζιλιάνων ποδοσφαιριστών χωρίς ένα τρόπαιο σε Παγκόσμιο Κύπελλο. Παρόλα αυτά, ανήκει και εκείνη, στις μεγάλες ομάδες που έμειναν αξέχαστες για την ποιότητά τους και το θέαμα που πρόσφεραν απλόχερα στους φιλάθλους όλου του κόσμου.
5. Η Γαλλία του Michel Platini (1982)
Συνεχίζουμε με μια ακόμα ομάδα, η οποία «έλαμψε» στο ίδιο Μουντιάλ, εκείνο του 1982. Η Εθνική Γαλλίας μέχρι τότε δεν είχε να επιδείξει κάτι αξιόλογο στα Παγκόσμια Κύπελλα, εκτός από την τρίτη θέση του 1958 στη Σουηδία. Η ομάδα των μεγάλων Raymond Kopa και Just Fontaine είχε αποκλειστεί στον ημιτελικό από τη μετέπειτα κάτοχο Βραζιλία (5-2), αλλά είχε διαλύσει στον μικρό τελικό τη Δυτική Γερμανία με το εντυπωσιακό 6-3 (καρέ του Kopa). Στο ξεκίνημα όμως της δεκαετίας του ’80, μια χαρισματική γενιά ποδοσφαιριστών, δημιούργησε ένα εκπληκτικό σύνολο, προορισμένο να πρωταγωνιστήσει.
Ο εκλέκτορας Michel Hidalgo είχε στη διάθεσή του μια ατελείωτη λίστα προικισμένων με αστείρευτο ταλέντο παικτών: Manuel Amoros, Patrick Battiston, Maxime Bossis, Gérard Janvion, Marius Trésor, Bernard Genghini, Alain Giresse, Jean Tigana, Dominique Rocheteau, Didier Six και φυσικά τον μεγάλο ηγέτη εκείνης της Εθνικής, Michel Platini.
Οι “Bleus” ταξίδεψαν στην Ισπανία με μεγάλες φιλοδοξίες, ξεκίνησαν όμως τις υποχρεώσεις τους με ήττα στο πρώτο παιχνίδι του ομίλου, 3-1 από την Αγγλία, μέσα στο “San Mamés”. Οι Άγγλοι άνοιξαν το σκορ μόλις στο 1′ με τον Bryan Robson, δέχτηκαν την ισοφάριση στο 24′ από τον Soler, όμως στη συνέχεια πέτυχαν δυο ακόμη τέρματα με τους Robson και Mariner, «προσγειώνοντας» ανώμαλα τους Γάλλους.
Στο δεύτερο ματς ήρθε η πρώτη νίκη με το άνετο 4-1 επί του Κουβέιτ (σκόραραν οι Genghini, Platini, Six και Bossis). Η πρώτη φάση ολοκληρώθηκε με τον αγώνα απέναντι στην Τσεχοσλοβακία. Η ομάδα του Antonin Panénka χρειαζόταν μόνο νίκη για να προκριθεί, αλλά το τελικό 1-1 (Six & Panénka με πέναλτι) έδωσε στους Γάλλους το εισιτήριο για τη δεύτερη φάση. Εκεί οι “Bleus” στάθηκαν τυχεροί, αφού απέφυγαν τα «θηρία» και κληρώθηκαν στο ίδιο γκρουπ με την Αυστρία και τη Βόρεια Ιρλανδία. Στο πρώτο ματς, με τους Αυστριακούς που είχαν στις τάξεις τους, τους Krankl, Prohaska και Schachner, οι Γάλλοι δυσκολεύτηκαν αρκετά, αλλά πήραν τη νίκη με το γκολ του Genghini.
Απελευθερωμένοι πλέον από την πίεση, δεν άφησαν κανένα περιθώριο στη Β. Ιρλανδία του Norman Whiteside, την οποία νίκησαν εύκολα 4-1 (από δυο γκολ Giresse και Rocheteau), παίρνοντας έτσι την πρόκριση για τα ημιτελικά. Εκεί τους περίμενε η Δυτική Γερμανία, η οποία αφού είχε στήσει μαζί με την Αυστρία το ντροπιαστικό εκείνο 1-0 ώστε αμφότερες να προκριθούν σε βάρος της Αλγερίας, είχε κληρωθεί στη δεύτερη φάση μαζί με την Αγγλία και τη διοργανώτρια Ισπανία. Οι Τεύτονες έμειναν στο 0-0 με τους Άγγλους, νίκησαν 2-1 την Ισπανία και έτσι έφτασαν στην ημιτελική φάση.
Οι Δυτικογερμανοί διέθεταν επίσης μια φοβερή ομάδα με ονόματα όπως ο Hans Peter Briegel, ο Paul Breitner, τα αδέρφια Förster, Karl Heinz και Bernd, ο Pierre Littbarski, ο Uli Stielike, ο Thomas Allofs, ο Manfred Kaltz, ο Klaus Fischer, ο Hansi Müller και φυσικά ο Karl Heinz Rummenigge. Το παιχνίδι διεξήχθη στη Σεβίλλη, στο κατάμεστο από 70.000 θεατές “Ramón Sánchez Pizjuán”. Στο 17′ ο Breitner έβγαλε μια μπαλιά στον Fischer, ο Ettori απέκρουσε, ο Littbarski πήρε το ριμπάουντ και με εύστοχο σουτ άνοιξε το σκορ. Στο 26′ το ματς ήρθε στα ίσα. Ο Bernd Förster κράτησε μέσα στην περιοχή τον Rocheteau και ο Ολλανδός ρέφερι Charls Corver έδειξε τη λευκή βούλα, από την οποία ευστόχησε ο Platini.
Η Γαλλία είχε την πρωτοβουλία και τις ευκαιρίες, όμως όλα άλλαξαν λίγο πριν συμπληρωθεί μια ώρα στον αγώνα. Ο Platini έβγαλε μια φοβερή κάθετη πάσα στον Battiston, εκείνος πλάσαρε με τη μπάλα να φεύγει άουτ, όμως την ίδια στιγμή, ο τερματοφύλακας των Γερμανών, Toni Schumacher, αδιαφόρησε τελείως για την μπάλα, έκανε έξοδο και έπεσε δολοφονικά πάνω στον Battiston, τραυματίζοντάς τον άσχημα. Ο Corver όχι μόνο δεν απέβαλλε με απευθείας κόκκινη κάρτα τον Γερμανό γκολκίπερ, αλλά δεν έδωσε ούτε καν φάουλ. Οι στιγμές ήταν δραματικές.
Ο Γάλλος που είχε σπάσει δυο δόντια, τρία πλευρά και είχε σοβαρή ζημιά στους σπόνδυλους, κειτόταν λιπόθυμος στο χορτάρι, ενώ το ιατρικό τιμ χρειάστηκε να του παράσχει οξυγόνο. Οι συμπαίκτες του είχαν σοκαριστεί από το συμβάν και φοβόντουσαν το χειρότερο, αφού ο Battiston δεν αντιδρούσε καθόλου. Όντας πλέον σε κώμα, ο άτυχος παίκτης απομακρύνθηκε από το γήπεδο και οδηγήθηκε αμέσως σε νοσοκομείο της Σεβίλλης. Ο Schumacher δεν πλησίασε καν να δει την κατάσταση του αντιπάλου του, δικαιολογούμενος αργότερα ότι είχε φοβηθεί τις πιθανές αντιδράσεις των Γάλλων παικτών. Πέρασαν αρκετές μέρες, μέχρι να ζητήσει προσωπικά συγνώμη από τον Battiston, ο οποίος την έκανε δεκτή.
Το παιχνίδι πάντως συνεχίστηκε, με το σκορ να μην αλλάζει μέχρι τη λήξη του 90λεπτου. Μόλις στο 2′ της παράτασης, ο Giresse εκτέλεσε ένα φάουλ από πλάγια και ο Trésor με ένα όμορφο βολέ από το ύψος του πέναλτι, έδωσε προβάδισμα στους Γάλλους. Έξι λεπτά αργότερα, ο Six έστρωσε τη μπάλα μέσα στην περιοχή και ο επερχόμενος Giresse με ευθύβολο σουτ ανέβασε τον δείκτη του σκορ στο 3-1. Όλα έμοιαζαν τελειωμένα, αλλά οι πεισματάρηδες Γερμανοί δεν είχαν πει την τελευταία τους λέξη. Στο 102′, μετά από μια σέντρα του Littbarski στη μικρή περιοχή του Ettori, ο Rummenigge πρόλαβε την έξοδο του Γάλλου τερματοφύλακα και με προβολή μείωσε σε 3-2. Μια ακόμα σέντρα του Littbarski και πάλι από δεξιά, οδήγησε στην ισοφάριση.
Βίντεο: Γερμανία – Γαλλία 3-3 / 5-4, highlights (8/7/1982)
Ο Hrubesch με κεφαλιά επανέφερε την μπάλα στο κέντρο της μικρής περιοχής και εκεί ο αφύλακτος Fischer έπιασε ένα θεαματικό ανάποδο ψαλίδι, γράφοντας το 3-3. Η παράταση ολοκληρώθηκε και όλα θα κρίνονταν στη «ρώσικη ρουλέτα». Οι πρώτες τέσσερις εκτελέσεις ήταν εύστοχες (Giresse, Amoros & Kaltz, Breitner). Αμέσως μετά ευστόχησε ο Rocheteau, ενώ ο Ettori απέκρουσε το πέναλτι του Stielike, δίνοντας πλεονέκτημα στους Γάλλους. Όμως ήταν η σειρά του Schumacher να σταματήσει τον Six και στη συνέχεια ο Littbarski επανέφερε την ισορροπία. Platini και Rummenigge δεν είχαν πρόβλημα να σκοράρουν, ολοκληρώνοντας έτσι τα πρώτα πέντε χτυπήματα για κάθε ομάδα.
Ο Schumacher σταμάτησε και τον Bossis και ήταν ο Hrubesch εκείνος που έδωσε την πρόκριση στη Δυτική Γερμανία. Ήταν η πρώτη φορά που ένα νοκ άουτ παιχνίδι σε Μουντιάλ κρινόταν στα πέναλτι. Και βέβαια, ήταν ένα από τα πιο όμορφα παιχνίδια όχι μόνο στη διοργάνωση του 1982, αλλά συνολικά στην ιστορία των Παγκοσμίων Κυπέλλων. Από την άλλη, ήταν μια προφανέστατη κλοπή (χωρίς εισαγωγικά), αφού οι Τεύτονες θα έπρεπε να αγωνίζονται με δέκα από το 60′. Η αλητεία του Σουμάχερ δεν τιμωρήθηκε ποτέ, αν εξαιρέσουμε τη «θεία δίκη» στον τελικό, εκεί όπου η Γερμανία έχασε 3-1 από την Ιταλία. Η Γαλλία του 1982 έμεινε στις μνήμες όλων των ποδοσφαιρόφιλων ως ένα υπέροχο σύνολο. Της δόθηκε μια ευκαιρία ακόμα, αλλά αυτό θα το δούμε στην ενότητα που ακολουθεί.
6. Η Γαλλία του Michel Platini (1986)
Η δικαίωση εκείνης της Γαλλίας ήρθε δυο χρόνια μετά, στο EURO του 1984, το οποίο κατέκτησε μέσα στη χώρα της με πέντε νίκες σε ισάριθμα παιχνίδια και έναν σεληνιασμένο Platini, που σκόραρε σε όλα τα ματς, φτάνοντας τα εννέα γκολ συνολικά στη διοργάνωση! Οι πρωταθλητές Ευρώπης λοιπόν, ήταν έτοιμοι για τη δεύτερη ευκαιρία τους, αυτή τη φορά στο Μουντιάλ του Μεξικού. Ο Henri Michel είχε διαδεχτεί τον Hidalgo μετά το EURO και είχε πραγματοποιήσει μια μίνι ανανέωση στην Εθνική, διατηρώντας όμως τον βασικό κορμό της. Στους Platini, Amoros, Battiston, Bossis, Giresse, Genghini, Tigana και Rocheteau, είχαν προστεθεί οι Papin, Stopyra, Bats, Fernandez, Vercruysse, Bellone, Tusseau και Ferreri.
Οι παλιοί με τους καινούργιους έφτασαν στο Μεξικό σαφώς ως ένα από τα φαβορί για την κατάκτηση του τροπαίου. Στη φάση των ομίλων, οι “Bleus” ξεκίνησαν με μια δύσκολη νίκη επί του Καναδά, με το “φτωχό” 1-0 (79′, Papin). Στη συνέχεια, στο ντέρμπι του γκρουπ, αντιμετώπισαν τα «υπερηχητικά MiG» του Lobanovskyi, την εκπληκτική εκείνη ομάδα της Σοβιετικής Ένωσης, παραχωρώντας ισοπαλία 1-1 (53′, Rats & 60′, Fernandez). Στο τρίτο και τελευταίο παιχνίδι του ομίλου, οι Γάλλοι επιβλήθηκαν άνετα της Ουγγαρίας 3-0, με γκολ των Stopyra, Tigana και Rocheteau, ισοβάθμησαν στην κορυφή με την ΕΣΣΔ και προκρίθηκαν στα νοκ άουτ ως δεύτεροι, αφού είχαν χειρότερο συντελεστή τερμάτων από τους Σοβιετικούς.
Στη φάση των “16”, η Γαλλία βρέθηκε απέναντι στην κάτοχο του τίτλου, Ιταλία, η οποία είχε προχωρήσει σε μεγάλη ανανέωση μετά το 1982, με παίκτες όπως ο Fernando De Napoli, ο Gianluca Vialli, ο Alessandro Altobelli, ο Carlo Ancelotti και ο Giuseppe Bergomi. Οι “Bleus” «καθάρισαν» τους παγκόσμιους πρωταθλητές με δυο γκολ των Platini (15′) και Stopyra (57′), παίρνοντας την πρόκριση για την προημιτελική φάση, όπου τους περίμενε η άλλη μεγάλη «άτυχη» του 1982, η Βραζιλία, στην τελευταία ευκαιρία των Sócrates, Zico, Júnior και Falcão να διεκδικήσουν το παγκόσμιο «στέμμα». Το παιχνίδι που διεξήχθη στη Γουαδαλαχάρα, ήταν μια μονομαχία γιγάντων.
Η “seleção” προηγήθηκε στο 17′ μετά από μια εκπληκτική αντεπίθεση, ασίστ του Júnior στον Careca και υποδειγματικό πλασέ του τελευταίου, παραβιάζοντας έτσι την εστία του εκπληκτικού μέχρι εκείνη τη στιγμή Joël Bats. Η ισοφάριση για τους Γάλλους ήρθε στο 40′, μετά από σέντρα στην περιοχή, αποτυχημένη διεκδίκηση από τους Carlos και Stopyra και πλασέ στην άδεια εστία από τον Platini, που εκείνη την ημέρα γιόρταζε τα 31α γενέθλιά του! Οι Βραζιλιάνοι συνέχισαν να πιέζουν και να δημιουργούν ευκαιρίες, ο Bats όμως ήταν σε μεγάλη μέρα, σταματώντας τα πάντα. Στο 73′, ο τερματοφύλακας των Γάλλων ανέτρεψε τον Branco και ο Ρουμάνος ρέφερι σφύριξε το πέναλτι. Ο Zico εκτέλεσε, αλλά ο Bats απέκρουσε εντυπωσιακά. Το ματς συνεχίστηκε με πίεση από τη “seleção”, αλλά και κάποιες αντεπιθέσεις των Γάλλων, χωρίς όμως να αλλάξει κάτι στο σκορ.
Η παράταση ολοκληρώθηκε στο ίδιο μοτίβο και οι δυο ομάδες κλήθηκαν να λύσουν τις διαφορές τους στη διαδικασία των πέναλτι. Στην πρώτη εκτέλεση ο Sócrates δεν μπόρεσε να παραβιάσει την εστία του Bats, ο οποίος απέκρουσε εντυπωσιακά. Ακολούθησαν εύστοχα χτυπήματα από τους Stopyra, Amoros, Bellone (Γαλλία) και Alemão, Zico, Branco (Βραζιλία) και στη συνέχεια ο Platini αστόχησε, στέλνοντας την μπάλα στα… «πουλιά». Όμως ο Júlio César δεν εκμεταλλεύτηκε το «δώρο» του Γάλλου αρχηγού, σημαδεύοντας το οριζόντιο δοκάρι του Bats. Και αμέσως μετά, ο Luis Fernandez λύτρωσε τους “Bleus” ευστοχώντας και παίρνοντας την πρόκριση για τα ημιτελικά.
Εκεί περίμενε μια παλιά γνώριμη, η Δυτική Γερμανία, στο ίδιο σενάριο του 1982. Battiston και Schumacher ξανά αντίπαλοι. Αυτή τη φορά οι Τεύτονες προηγήθηκαν στο 9′ μετά από σουτ του Andreas Brehme, το οποίο σχεδόν «έπνιξε» ο ήρωας του ματς με τη Βραζιλία, Joël Bats. Σε ένα μέτριο παιχνίδι, οι Γάλλοι πίεσαν αλλά χωρίς αποτέλεσμα και στο 89′, όταν είχαν ανέβει όλοι μπροστά, οι Γερμανοί έβγαλαν μια αντεπίθεση, με τον Rudi Völler να υπογράφει το τελικό 2-0. Ήταν το κύκνειο άσμα της μεγάλης Γαλλίας που δυο φορές σταμάτησε πάνω στη Δυτική Γερμανία, αμφότερες στον ημιτελικό. Όμως εκείνη η παρέα του Michel Platini πέρασε για πάντα στην ιστορία ως μια άξια εκπρόσωπος του θεάματος, της φινέτσας και της ποδοσφαιρικής κομψότητας.
7. Η ΕΣΣΔ του Valeriy Lobanovskyi (1986)
Και περνάμε στην τελευταία από τις μεγάλες ομάδες του σημερινού κειμένου, που αγωνίστηκαν σε Μουντιάλ, χωρίς να κατακτήσουν τον τίτλο. Ίσως ξενίσει κάποιους η επιλογή της Σοβιετικής Ένωσης, όμως όσοι την παρακολούθησαν στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1986, είμαι σίγουρος ότι θα συμφωνήσουν μαζί μου. Οι Σοβιετικοί μέχρι τότε, είχαν να επιδείξουν την πολύ μεγάλη ομάδα της δεκαετίας του ’60 που κατέκτησε το πρώτο EURO της ιστορίας το 1960, έπαιξε στον τελικό του 1964 χάνοντας από την Ισπανία, τερμάτισε 4η στη διοργάνωση του 1968 και ήρθε 2η το 1972 χάνοντας από τη Δυτική Γερμανία. Η ομάδα του Lev Yashin είχε καλές παρουσίες και στα Παγκόσμια Κύπελλα της εποχής (7η το 1958, 6η το 1962, 4η το 1966 και 5η το 1970).
Οι Σοβιετικοί χρειάστηκε να περιμένουν μέχρι το 1986 για να κατεβάσουν σε Μουντιάλ μια ομάδα τουλάχιστον αντάξια του παρελθόντος. Ο Valeriy Lobanovskyi είχε αναλάβει την τεχνική καθοδήγηση λίγους μήνες πριν το ραντεβού στο Μεξικό, για τρίτη φορά στην καριέρα του. Ο Ουκρανός τεχνικός, για πολλά χρόνια στον πάγκο της Ντιναμό Κιέβου, έκανε το πιο απλό. Κάλεσε σχεδόν όλους τους παίκτες της Ντιναμό και τους πλαισίωσε με μερικούς ακόμα από άλλες ομάδες, διατηρώντας έτσι την ομοιογένεια στο σχήμα. Οι επιλογές του Lobanovskyi ήταν πραγματικά ατελείωτες, αφού είχε στη διάθεσή του ίσως την πιο χαρισματική γενιά στην ιστορία του ποδοσφαίρου της ΕΣΣΔ, πιθανότατα ανώτερη και από εκείνη του ’60.
Μερικά από τα ονόματα ήταν ο Rinat Dasayev, ο Volodymyr Bessonov, ο Anatoli Demianenko, ο Ivan Yaremchuk, ο Pavel Yakovenko, ο Alexandr Zavarov, ο Oleg Kuznetsov, ο Oleg Blokhin, ο Hennadiy Litovchenko, ο Sergey Rodionov, ο Vadym Yevtushenko, ο Oleg Protasov, ο Igor Belanov, ο Sergei Aleinikov και ο Vasili Rats. Πραγματικά εντυπωσιακό ρόστερ μιας ομάδας που ήταν ικανή για μεγάλα πράγματα. Οι Σοβιετικοί βρέθηκαν στον ίδιο όμιλο με τη Γαλλία, την Ουγγαρία και τον Καναδά. Το πρώτο τους παιχνίδι με αντίπαλους τους Μαγυάρους, εξελίχθηκε σε μια επιθετική ραψωδία.
Το τελικό 6-0 που εύκολα θα μπορούσε να ήταν και διψήφιο, προκάλεσε τον παγκόσμιο θαυμασμό και έχρισε τους Σοβιετικούς αυτόματα ως ένα από τα φαβορί για την κατάκτηση του τίτλου. Στο ντέρμπι του ομίλου, η ΕΣΣΔ στάθηκε πανάξια απέναντι στην παντοδύναμη Γαλλία, αποσπώντας ισοπαλία 1-1 (53′ Rats, 60′ Fernadez) και ολοκλήρωσε τις υποχρεώσεις της με το εύκολο 2-0 (Blokhin & Zavarov) απέναντι στον Καναδά, τερματίζοντας στην πρώτη θέση. Στη φάση των “16”, οι Σοβιετικοί βρήκαν απέναντί τους το Βέλγιο, μια ισχυρότατη ομάδα εκείνη την εποχή, με παίκτες όπως ο Enzo Scifo, ο Jean Marie Pfaff, ο Eric Gerets, ο Stéphane Demol, ο Franky Vercauteren, ο Jan Ceulemans και ο Nico Claesen.
Η ομάδα του Lobanovskyi ξεκίνησε πολύ δυνατά και προηγήθηκε στο 27′ με ένα εκπληκτικό γκολ του Belanov. Στο 56′ ο Vercauteren έβγαλε μια σέντρα στη μικρή περιοχή του Dasayev, οι Σοβιετικοί αμυντικοί ολιγώρησαν, η μπάλα έφτασε στον Scifo και εκείνος την έστειλε ανενόχλητος στα δίχτυα. Στο 70′ οι Σοβιετικοί πήραν και πάλι προβάδισμα, όταν ο Zavarov έβγαλε μόνο του τον Belanov, που πλάσαρε εύστοχα τον Pfaff. Επτά λεπτά αργότερα, ο Demol έκανε ένα γέμισμα από το κέντρο του γηπέδου, η σοβιετική άμυνα κοιμήθηκε τον ύπνο του δικαίου, ο Ceulemans υποδέχτηκε τη μπάλα σε εμφανή θέση οφσάιντ και εύκολα έγραψε το 2-2, σκορ με το οποίο συμπληρώθηκε το 90λεπτο.
Στο 102′ της παράτασης, ο Gerets έβγαλε σέντρα από δεξιά και ο Demol με κεφαλιά έβαλε μπροστά τους Βέλγους. Στο 110′ ήταν η σειρά του Claesen να σκοράρει με σουτ μέσα από την περιοχή, ύστερα από έναν μικρό πανικό στη σοβιετική άμυνα. Ένα λεπτό αργότερα ο Belanov ολοκλήρωσε το χατ τρικ του, ευστοχώντας σε πέναλτι και μειώνοντας στο 4-3, που ήταν και το τελικό σκορ. Οι Σοβιετικοί αποκλείστηκαν από τη συνέχεια, πληρώνοντας ακριβά την τραγική εμφάνιση της άμυνάς τους, όμως πρόλαβαν να αφήσουν πίσω τους την εικόνα μιας μαγικής δημιουργικά ομάδας που ζωγράφιζε στο χορτάρι σε κάθε ευκαιρία, με υψηλή τεχνική και απίστευτη ταχύτητα.
Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.