Peter J Walsh/Peter J Walsh/PYMCA/Avalon/Getty Images/Ideal Image
ΒΙΒΛΙΟ

Blue Monday: Μια «καμμένη» ιστορία από το πιο ξακουστό club της Ευρώπης στα 80s

Φόβος και παράνοια στο Haçienda με τους New Order. Και όλη η αλήθεια για το καλύτερο χορευτικό τραγούδι όλων των εποχών και συνονόματο της πιο καταθλιπτικής Δευτέρας της χρονιάς.

Blue Monday είναι η τρίτη Δευτέρα του Ιανουαρίου -φέτος πέφτει στις 15- και πιο καταθλιπτική, υποτίθεται, μέρα της χρονιάς. Blue Monday όμως είναι και το καλύτερο (μάλλον) χορευτικό single όλων των εποχών. Ξορκίζουμε τη μεθεόρτια κατήφεια με μια «καμμένη» ιστορία από το βιβλίο του -μπασίστα των New Order και Joy Division αλλά και συνιδρυτή του θρυλικού club Haçienda – Peter Hook, από το απολαυστικό του βιβλίο “The Haçienda: How Not to Run a Club”. Μην ανησυχείτε, όλα θα πάνε καλά.

Εκείνη την εποχή (σ.σ. Ιανουάριος 1983) το μόνο πράγμα που κρατούσε ζωντανό το Haçienda ήταν η επιτυχία των Joy Division και των New Order. Βγάζαμε τόσα πολλά για τη Factory που τους έπαιρνε να είναι ικανοποιημένοι, τουλάχιστον για λίγο.

Εν τω μεταξύ το club έχανε κατά μέσο όρο 10.000 λίρες/μήνα, τα περισσότερα από αυτά στη μισθοδοσία. Υπήρχε αυτή η θεμελιώδης αρχή μας ότι αν πληρώναμε καλά το προσωπικό θα ήταν πιστοί και θα δούλευαν σκληρά. Αυτή ήταν η θεωρία αλλά στην πραγματικότητα ήταν μια μαλακία και μισή: κάποιοι από τους υπαλλήλους απλώς πληρώνονταν καλά για να μας κλέβουν. Πρέπει να είχαν σκεφτεί ότι ήταν σαν γαμημένα Χριστούγεννα. Το όλο πράγμα λειτουργούσε με βάση μια σκάρτη εμπιστοσύνη και μας πήδηξαν.

Μια ανοιξιάτικη μέρα ο φίλος μου ο Andy Fisher (ο οποίος τα είχε καταφέρει μια χαρά ως διοργανωτής) μου τηλεφώνησε. Ενώ μιλούσαμε μου πετάει το εξής: «Αναγνωρίζω όσους δουλεύουν στο μπαρ του Haçienda όταν τους βλέπω να επιστρέφουν στο σπίτι τους». Γέλασε. Γέλασα κι εγώ. Ήταν αστείο, σωστά; «Όχι, αλήθεια λέω» είπε. «Μπορώ πάντα να αναγνωρίσω όσους δουλεύουν στο μπαρ του Haçienda όταν περπατάνε στην Oxford Road για να γυρίσουν στα σπίτια τους». «Πώς;» απόρησα. Έμοιαζαν σαν τους υπαλλήλους οποιουδήποτε άλλου μπαρ. Δεν είναι ότι είχαμε στολές ή κάτι τέτοιο.

Μου είπε: «Θέλεις να σου πω;». «Λέγε, εξυπνάκια» του είπα. «Κουβαλάνε πάντα ένα καφάσι μπύρες». Αλήθεια ήταν: Στο τέλος της βάρδιας άρπαζε ο καθένας ένα καφάσι και έφευγε. Ξαφνικά όλα έβγαλαν νόημα. Όποτε κάναμε απογραφή έλειπαν τα πάντα και κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει τι είχε συμβεί με τις μαύρες. Φαίνεται όμως ότι κάποιοι από το προσωπικό ήξεραν.

Η κατάσταση ξέφυγε τόσο πολύ που βαριόμουν να ρωτάω: «Πού έχουν πάει όλα τα πράγματα;» ή «Πού έχουν πάει τα φώτα;» Μεγάλο μέρος του εξοπλισμού είχε εξαφανιστεί και είχαμε ξεμείνει με κάτι φτηνιάρικα εξαρτήματα για τη σκηνή. Αποδείχθηκε ότι ένας από τους φωτιστές, ένας ξεφτιλισμένος πρώην roadie, με κάποιο τρόπο τα είχε τακιμιάσει με τον Rob (σ.σ. Gretton, μάνατζερ των Joy Division και των New Order) και τώρα έτρεχε τη δική του εταιρία φωτισμών από το διαμέρισμα του στο νότιο Μάντσεστερ νοικιάζοντας σε άλλους τα δικά μας φώτα. Τον τσακώσαμε όταν προσπάθησε να τα νοικιάσει σε ένα γνωστό μου tour manager.

Απ’ ό,τι φαίνεται έβγαλε λίγα λίγα τα φώτα λαθραία από το μαγαζί κατά τη διάρκεια της ημέρας, τα αποθήκευσε όλα στο διαμέρισμα του και τελικά ξεκίνησε δική του δουλειά. Αν μια μπάντα έπαιρνε τηλέφωνο και έλεγε «χρειαζόμαστε είκοσι φώτα και μια κονσόλα» τους νοίκιαζε τον εξοπλισμό του Haçienda. Όταν το πήραμε πρέφα, κάποιοι από το μαγαζί πήγαν στο σπίτι του και τα πήραν όλα πίσω και τον έστειλαν στο καλό μετά από μερικές ψιλές.

Μερικά χρόνια μετά επέστρεψε στο club και μίλησε στη ρεσεψιονίστ που τότε ήταν η Fiona Allen (που μετά θα γινόταν διάσημη με το Smack the Pony). «Είσαι καλά; Μπορώ να περάσω;» είπε. Εκείνη τον κοιτούσε αποσβολωμένη, δεν μπορούσε να χωνέψει το θράσος αυτού του τύπου. «Damien» είπε στον πορτιέρη, «πέτα αυτόν τον γαμιόλη στο κανάλι». «Εντάξει» είπε. Και το έκανε. Τον πήρε σηκωτό και τον πέταξε στο κανάλι. Μετά ο Damien επέστρεψε, κάθισε πίσω στη θέση του και -τον λατρεύω γι’ αυτό- δεν ρώτησε το παραμικρό.

Τότε οι κλοπές αυτής της κλίμακας ήταν καθημερινό φαινόμενο. Η ασφάλεια ήταν τόση χαλαρή στις αρχές των 80s που πικάπ, φώτα, ηχεία κλπ εξαφανίζονταν κάθε βδομάδα. Οτιδήποτε μπορούσε να κλαπεί, κλεβόταν. Εξαιτίας του μεγέθους του κτιρίου έπρεπε να το αστυνομεύεις πολύ καλά, διαφορετικά οποιοσδήποτε μαλάκας ήθελε κάτι, πήγαινε στο Haçienda και το έπαιρνε! Όλο αυτό συνέβαινε ακόμη και όταν το μαγαζί ήταν ανοιχτό. Από μόνη της η κλίμακα του χώρου καθιστούσε πανεύκολο να συμβαίνουν όλα αυτά χωρίς να το ξέρεις.

Μια οποιαδήποτε νύχτα κάποιος από τους υπαλλήλους θα ερχόταν να μας πει: «Κάποιος ψείρισε μόλις το video player από το booth κι έφυγε τρέχοντας». Μας έτρωγαν από μέσα κι απ’ έξω.

Θυμάμαι τον Andy Liddle, τον φωτιστή των New Order, να στήνει τον εξοπλισμό για την αμερικανική μας περιοδεία το 1993 – την περιοδεία για το Technique – και να δείχνει με καμάρι στον Rob δύο προβολείς που είχε νοικιάσει από μία εταιρία στο Birmingham. Είχαν ακόμη τα διακριτικά FAC 51 στο πλάι. Είχαν κλαπεί, μεταπωληθεί, και τελικά νοικιαστεί από εμάς. Ο Rob είχε βάλει λεφτά από την τσέπη του για να βελτιώσει το club.

Και σαν να μην έφταναν αυτά, γίνονταν κι άλλα κοστοβόρα λάθη. Αποδείχτηκε ότι ο D.G., ένας φιλαράκος συμπότης μας που είχε αναλάβει τον ήχο, έκανε ένα θεμελιώδες λάθος που το καταλάβαμε μόνο όταν ο Chris Hewitt επέμενε να μου λέει -γελώντας- πόσα λεφτά έβγαζε αντικαθιστώντας συνέχεια τα ηχεία του ηχοσυστήματός μας: 500 λίρες/μήνα. Δεν μπορούσα να βγάλω άκρη. Γιατί χρειάζονταν τόσο συχνά αντικατάσταση τα ηχεία; Ούρλιαζα στους DJs, που με διαβεβαίωναν ότι δεν ήταν κάτι που είχε να κάνει με αυτούς. Ήμουν στα χαμένα. Ώσπου ένα βράδυ ήμουν στο club, τύφλα, σκοτώνοντας το χρόνο μου στο DJ booth, όπου ήρθε ο D.G. και άρχισε να κλείνει τους διακόπτες των decks κλπ, πριν κλείσει τους ενισχυτές. Ο γαμημένος ο ήχος από τα ηχεία που έσκαγαν ήταν εκκωφαντικός. Αλλά τι να κάνεις, άλλο ένα μυστήριο λύθηκε…

Οπότε λοιπόν οι υπάλληλοί μας είτε μας ψείριζαν είτε κωλοβαρούσαν. Το club ήταν συνέχεια άδειο και η τακτική μας ήταν λανθασμένη και κοστοβόρα. Τουλάχιστον όμως χρησιμοποιούσαμε το club για να προωθήσουμε τις μπάντες της Factory, σωστά;

Λάθος! Το Haçienda σπανίως χρησιμοποιούνταν σαν πλατφόρμα για τις μπάντες της Factory. Οι μάνατζέρ τους θα ρωτούσαν τον Tony αν μπορούσαν να παίξουν ένα βράδυ στο Haçienda, αλλά ούτε εγώ ούτε ο Rob ενδιαφερόμασταν. Ο Tony το χρησιμοποιούσε σαν μία μεγαλύτερη και καλύτερη εκδοχή του πρώτου Factory club στο Hulme, κλείνοντας arty μπάντες. Δυστυχώς οι μπάντες κατά κανόνα ήταν πολύ μικρές για ένα τόσο μεγάλο χώρο. Όταν σκεφτόμασταν πόσο κόστιζε να τρέχουμε το μαγαζί, η υπόθεση έμοιαζε καταδικασμένη. Έπρεπε να είναι σχεδόν γεμάτος ο χώρος απλώς για να καλύψουμε τα λειτουργικά έξοδα κι εμείς βάζαμε να παίξουν μπάντες που μάζευαν το πολύ 400 άτομα. Αυτού του είδους η απερισκεψία δείχνει πόσο της πλάκας σχέδια είχαμε κάνει εξαρχής, αλλά η ιδέα ήταν να προωθούμε μπάντες που γουστάραμε, οι οποίες εκείνη την εποχή ήταν κατά κανόνα indie βρετανικές post-punk μπάντες.

Υπήρχε μια μικρή στρατιά από θαμώνες: ευαίσθητοι τύποι με καλλιτεχνικές ανησυχίες που ίσως να μην πήγαιναν στα υπόλοιπα κανονικά clubs της πόλης (που ήταν γεμάτα από μπυρόβιους) αλλά έρχονταν στο Haçienda γιατί ένιωθαν ασφαλείς. Όμως οι πωλήσεις εισιτηρίων ήταν μεγάλο θέμα. Δυσκολευόμασταν να μεγαλώσουμε την πελατεία μας. Το κτίριο καθαυτό αποθάρρυνε πολύ κόσμο, ο χάλια ήχος κρατούσε μακριά τους μουσικόφιλους, και όσοι τελικά έμπαιναν στο μαγαζί βρίσκονταν σε ένα άδειο μέρος χωρίς ατμόσφαιρα. Αποτέλεσμα ήταν ότι οι μπάντες άρχισαν να συζητάνε αν έπρεπε να επιστρέψουν παρά τις γενναιόδωρες πληρωμές μας.

Ήταν η χρονιά που κυκλοφόρησε το “Blue Monday”. Κυκλοφόρησε στις 7 Μαρτίου και σκαρφάλωσε στα τσαρτ δύο φορές, τη δεύτερη γιατί έγινε μεγάλη επιτυχία από όσους το άκουσαν στις καλοκαιρινές διακοπές τους στο εξωτερικό και μόλις επέστρεψαν το αγόρασαν αμέσως (συχνά ζητώντας στα δισκάδικα το “New Order” των Blue Monday).

Το “Blue Monday” στη συνέχεια έγινε το δωδεκάιντσο με τις μεγαλύτερες πωλήσεις όλων των εποχχών, κι έμεινε συνολικά 34 εβδομάδες στο τσαρτ.

Σε μεγάλο βαθμό χάρη στην ταινία 24 Hour Party People, καλά κρατεί ακόμη ο μύθος ότι με κάθε κόπια του “Blue Monday” που πουλιόταν η Factory έχανε λεφτά εξαιτίας του λεπτεπίλεπτου die-cut εξωφύλλου του Peter Saville. Δεν είναι ακριβώς έτσι. Ήταν πράγματι die-cut, χειροποίητο εξώφυλλο, που σημαίνει ότι εξαιτίας του σχεδιασμού η Factory έχανε 10 πένες από κάθε πουλημένο αντίτυπο, όσον αφορά την αρχική έκδοση που ήταν περισσότερα από 2 εκατομμύρια αντίτυπα. Στην επόμενη έκδοση όμως το κόστος της εκτύπωσης μειώθηκε αισθητά, χρησιμοποιήσαμε ένα όχι τόσο ακριβό εξώφυλλο γιατί είχαμε εντοπίσει το «πρόβλημα».

Το “Blue Monday” δεν ήταν το μόνο προϊόν της Factory που έκανε λεφτά εξαιτίας υπερβολικής φιλοδοξίας. Το ίδιο έκανε και το Haçienda.

Οι μπάντες που έπαιζαν εκεί έκαναν διθυραμβικά σχόλια για τη φιλοξενία στα καμαρίνια, για παράδειγμα. Τα δωμάτια ήταν γεμάτα με λουλούδια και αλκοόλ, ήταν πολύ πιο άνετα σε σχέση με άλλα clubs, και στο τέλος της συναυλίας τους έδιναν κιόλας ένα έτοιμο βίντεο από τον σκηνοθέτη Malcolm Whitehead. Ενώ άλλα clubs μπορεί να προσπαθούσαν να βγάλουν κέρδος από το οπτικοακουστικό υλικό, το Haçienda το έδινε τσάμπα.

Εκείνη τη χρονιά, έπαιξαν οι Frankie Goes to Hollywood και ο Rob Gretton επέμενε ότι η φιλοξενία του Haçienda έπρεπε να είναι ανάλογη του Paradise Garage στη Νέα Υόρκη. Το καμαρίνι διακοσμήθηκε πιο ωραία από ποτέ, γεμάτο μέχρι το ταβάνι με φρούτα και λουλούδια, ενώ και στην κεντρική σάλα υπήρχαν μεγαλειώδεις συνθέσεις λουλουδιών.

Peter J Walsh/Peter J Walsh/PYMCA/Avalon/Getty Images/Ideal Image

Ο μάνατζερ του μπαρ, Leroy Richardson, θυμάται ότι το Haçienda ήταν επίσης υπερβολικά γενναιόδωρο όσον αφορά τα ποτά που έδινε στο προσωπικό, και πράγματι η απογραφή έδειχνε μεγάλη χασούρα. Ο Richardson επιμένει ότι το προσωπικό δεν «έκλεβε» τα ποτά, απλώς κανείς δεν είχε στο νου του τι έπαιρνε ο καθένας. Υπήρχε κι ένα περίεργο σύστημα όσον αφορά τους πελάτες: ένα μέλος του προσωπικού έπαιρνε την παραγγελία την οποία μετά έδινε σε ένα άλλο άτομο για να την ολοκληρώσει – δηλαδή χρειάζονταν δύο υπάλληλοι για να εξυπηρετήσουν ένα πελάτη. Αυτή ήταν άλλη μία αποτυχημένη και κοστοβόρα ιδέα που πήραμε από τη Νέα Υόρκη.

Θα πίστευε λοιπόν κανείς ότι το να έχουμε μπει μέσα 3000 λίρες στην υπερβολικά κρυφή συναυλία των Teardrop Explodes θα μας είχε διδάξει ένα πολύτιμο επαγγελματικό μάθημα. Αλλά όχι. Συνεχίσαμε να δουλεύουμε με τον ίδιο τρόπο – λες και το κάναμε μόνο για το ονόρε.

Οπότε η προώθηση που κάναμε συνέχισε να είναι της πλάκας (θυμηθείτε: κάποιες φορές οι αφίσες τυπώνονταν μετά τις συναυλίες) και συνεχίσαμε να συμπεριφερόμαστε στις μπάντες σαν βασιλιάδες. Ο Rob επέμενε: «Αν κάποιος παίξει στο δικό μου club, θα του συμπεριφερθώ όπως θα ήθελα να συμπεριφερθούν σε μένα. Αυτό δυστυχώς σήμαινε ότι χάναμε λεφτά σε κάθε συναυλία ενώ οι μπάντες σκέφτονταν «είναι γεμάτο να παίζουμε εδώ» (Εύσημα αξίζουν στους Tears for Fears που έπαιξαν για τις 150 λίρες που είχαμε συμφωνήσει πριν φτάσουν στο νο.1, κι ας ήταν sold-out μετά η συναυλία. Πολύ τίμιο, μπράβο παιδιά).

Σκορπούσαμε χρήμα κάθε μέρα. Τις πιο ξεχωριστές μέρες ήταν σαν να το πετούσαμε μακριά μας. Θυμάμαι να πηγαίνω στα πρώτα γενέθλια του Haçienda τον Μάιο, να μπαίνω στα καμαρίνια και να πετάω από τη χαρά μου βλέποντάς τα γεμάτα με μαύρες και ξύδια – όλα τσάμπα. Νιώθαμε σαν να είχαμε πεθάνει και να ήμασταν στον παράδεισο. Ζούσαμε ακόμη μεροδούλι μεροφάι όμως εδώ στο Haçienda βρίσκαμε ό,τι θέλαμε -που εκείνη την εποχή σήμαινε μπύρα και φαϊ- μπροστά μας.

Έπρεπε να περάσουν χρόνια για να συνειδητοποιήσω ότι όλα αυτά πληρώνονταν από τους New Order. Κόψτε ένα τσούρπο παπάρες. Καταλήξαμε στριμωγμένοι, σαν γουρούνια σε μια γούρνα. Είναι εύκολο να αποπλανήσεις ένα μουσικό, απλά δώσ’του τσάμπα ξύδια και θα ξεχάσει (ή θα συγχωρήσει) σχεδόν τα πάντα.

Έκανα τόσες πολλές λάθος υποθέσεις. Δεν έκανα ποτέ τη σύνδεση όσων έβλεπα στο Haçienda με τα δικά μας λεφτά. Πίστευα ότι όσοι δούλευαν εκεί είχαν τον ίδιο στόχο κατά νου με μένα: να το κάνουν να πετύχει. Απέθετα ότι όλοι ήξεραν τι έκαναν. Είχα πέσει εντελώς έξω.