ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

‘Batman Begins’: Πώς ο Μπάτμαν του Nolan τα άλλαξε όλα

Κινηματογραφικές ιστορίες σε συνέχειες. Σήμερα επισκεπτόμαστε τη Γκόθαμ του Christopher Nolan για το 'Batman Begins', το επιδραστικό πρώτο μέρος της διάσημης τριλογίας του Σκοτεινού Ιππότη.

Στο “Συνεχίζεται” θα ακολουθούμε κινηματογραφικές ιστορίες σε συνέχειες, μέσα από τις πιο διάσημες σειρές ταινιών του σινεμά, καθώς ήρωες και ιδέες αλλάζουν χέρια μέσα από το πέρασμα χρόνων ή και δεκαετιών.

***

Δεν ξέρω αν ο Μπάτμαν του Νόλαν είναι ο “σωστός”, αλλά ήταν σίγουρα ο επιδραστικότερος όλων.

Με την αφορμή της κυκλοφορίας του ‘Tenet’ στις αίθουσες καθώς και την πρόσφατη κυκλοφορία ενός πρώτου τρέιλερ για την νέα εκδοχή του Batman, κάνουμε rewatch της κλασικής τριλογίας του Σκοτεινού Ιππότη κατά Κρίστοφερ Νόλαν, για να θυμηθούμε πώς ένας σκηνοθέτης προερχόμενος από το ανεξάρτητο σινεμά κατάφερε όχι μόνο να γιγαντώσει το δικό του όνομα μέσα από μια σειρά υπερηρωικών ταινιών, αλλά και να επιδράσει στο είδος με ένα τρόπο σαρωτικό.

Πώς βρέθηκε ο ανερχόμενος τότε Νόλαν στην καρέκλα του σκηνοθέτη για ένα franchise που ήταν νεκρό για σχεδόν μια δεκαετία και πώς κατάφερε να μην αναλωθεί στην πορεία; Η πορεία είναι συναρπαστική και θα την θυμηθούμε ξανά στην πορεία αυτής της μίνι σειράς, ξεκινώντας σήμερα με το ‘Batman Begins’ του 2005.

***

Ο Μπάτμαν, το σύμβολο

Για να νιώσει κανείς την τεράστια επιρροή της συγκεκριμένης ταινίας δεν χρειάζεται να πάει μακριά. Από τη στιγμή που κυκλοφόρησε το ‘Batman Begins’, έχει ως τίτλος γίνει συνώνυμο μιας συγκεκριμένης αισθητικής προσέγγισης πάνω στο οποιοδήποτε υλικό, που υπονοεί μια πιο σκοτεινή, πιο ρεαλιστική, πιο προσγειωμένη ανάγνωση πάνω σε ό,τι είχε προηγηθεί. Η «το Τάδε Begins» περιγραφή είναι η μόνη που ίσως και να ξεπερνά σε συχνότητα και τις σκορσεζικές παραπομπές κάθε επερχόμενου πρότζεκτ που θέλει να μιλήσει για άνοδο και πτώση.

Τα αισθητικά trends πάντα κάνουν κύκλους: Τη μία στιγμή ο κόσμος θέλει σκοτάδι, την επόμενη στιγμή θέλει ελαφρότητα, και μετά θα θέλει ξανά σκοτάδι. Υπό αυτή την έννοια, μπορεί η Marvel ελαφρότητα να κυρίαρχησε στο εμπορικό τοπίο στη διάρκεια των ‘10s, όμως το ‘Batman Begins’ ως σημείο αναφοράς δεν σταμάτησε να είναι δόκιμο, όπως η ίδια η ταινία δεν σταμάτησε ποτέ να είναι κάτι το οποίο πολλοί θέλησαν αργότερα να αναπαράγουν.

Ο Νόλαν είχε οραματιστεί εξαρχής την ταινία ως έναν κόσμο παραπλήσιο του δικού μας, μες στον οποίον ο Μπάτμαν ξεχωρίζει ως μια υπερ-άνθρωπη φιγούρα. Έφερε την κινηματογραφική Γκόθαμ στα δικά του μέτρα, με τρόπους καθαρά οπτικούς (με εξωτερικά γυρίσματα σε Λονδίνο, Νέα Υόρκη και Σικάγο και σημείο αναφοράς την παλιά, περιτειχισμένη πόλη Κόουλουν του Χονγκ Κονγκ) όσο και περιεχομενικούς, εξερευνώντας τις γωνιές της και χαρίζοντάς της έναν πληθυσμό πολιτών, εγκληματικών, πολιτικών, με ένα πλέγμα διαφθοράς δυσάρεστα γνώριμο παρέα με μια αγνή απέχθεια για την υψηλή κοινωνία που θα παίξει ρόλο κι αργότερα στη σειρά.

Η προσέγγιση αυτή οδηγεί στην πορεία σε ιστορίες όπου ο Απλός Λαός μετρέπεται με μαθηματική ακρίβεια σε ανεγκέφαλη μάζα που κατευθύνεται από καρτουνίστικους υπερανθρώπους σύμβολα, κι αυτή είναι μια σύγχυση που θα δούμε φτάνοντας στην τελευταία ταινία της σειράς, όμως εδώ η ισορροπία που κρατά είναι εντυπωσιακή.

Ίσως επειδή ο κόσμος που χτίζει γύρω από τον Μπάτμαν μοιάζει πραγματικός, ίσως επειδή αναζητά το κέντρο του διπόλου Μπρους Γουέιν – Μπάτμαν με την ίδια φροντίδα που αναζητά εξιλέωση για την διεφθαρμένη Γκόθαμ, ίσως επειδή δεν πλάθει καρτούν υπερανθρώπους γύρω από αυτό το Ένα Σύμβολο, ο Νόλαν καταφέρνει να κεντράρει τα πάντα. Η ταινία μάλιστα εμπεριέχει υπό μία έννοια και τις βασικές ιδέες από τις οποίες θα γεννηθούν αργότερα οι άλλες 2 της τριλογίας, από την ποπ ψυχολογία συμβόλων και ηθικής του ‘Dark Knight’ μέχρι την εξερεύνηση της ψυχολογίας της μάζας και το χτίσιμο ενός πολυπρόσωπου ensemble κι ενός κόσμου με βάθος γύρω από τον Μπάτμαν, όπως στο ‘Rises’.

Ο Νόλαν μπορεί να κοιτάζει το υλικό ενός κόμικ δεκαετιών, όμως υπάρχει εδώ μια θαυμαστή καθαρότητα στο βλέμμα του. Θέλει εξαρχής την ιστορία από την αρχή, την ιστορία προέλευσης του Μπάτμαν, που μπορεί να είναι πασίγνωστη, όμως μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε ειπωθεί στο σινεμά. Θέλει να την πει με τρόπο ρεαλιστικό και σκοτεινό, αλλά όχι βάρβαρό, επιμένοντας πως αυτή πρέπει να είναι μια ταινία που να μπορούν να απολαύσουν παιδιά 11 χρονών. Αυτή η καθαρή αρχή του επιτρέπει να φανταστεί τον Μπάτμαν ως κομμάτι του δικού του δημιουργικού μοτίβου.

Η δυαδικότητα και η εμμονή δεν σταματούν να κρατούν κεντρικό ρόλο στο σύμπαν του Νόλαν, ακόμα και σε φιλμικά υπο-σύμπαντα της φιλμογραφίας του, όπως αυτό της Γκόθαμ. Οι ταινίες του είναι γεμάτες με άντρες-κλώνους ή άντρες-αντίτυπα ή άντρες-συμπληρώματα του εαυτού τους, και στο ‘Batman Begins’, ο Νόλαν πλάθει τον Μπρους Γουέιν ως αλληλοσυμπληρούμενο alter ego του Μπάτμαν και τον Μπάτμαν ως alter ego του εκπαιδευτή του. Μιλάει για χαρακτήρες που δεν υπηρετούν κάποια ανώτερη ηθική (αποσύροντας με το καλημέρα την ιστορία του από τη σύνηθη υπερηρωική νόρμα) αλλά ακολουθούν εμμονικά, μαζοχιστικά, ανελέητα, δίχως αίσθηση κατεύθυνσης, τα εσωτερικά τους ένστικτα, τα απόλυτα προσωπικά τους κίνητρα, τους δικούς τους φόβους, την δική τους αίσθηση για το ρόλο που παίζουν στον κόσμο, στην κοινωνία.

Ο Μπάτμαν είναι λες και παύει να είναι ένας κυνηγός του εγκλήματος με προϊστορία δεκαετιών. Στα χέρια του Νόλαν μοιάζει με τον Λέοναρντ του ‘Memento’, με τον δίχως όνομα Άντρα του ‘Following’, με τον Ρόμπερτ και τον Άλφρεντ του ‘Prestige’. Που την ίδια στιγμή, δεν λειτουργεί σε ένα σύμπαν που καθορίζεται από αισθητική του, όπως συνέβαινε στα προηγούμενα φιλμ του ήρωα, αλλά αποκτά μια αρμονικά επική διάσταση, παραπέμποντας σε κλασικά χολιγουντιανά epics πολύ περισσότερο από την ίδια την κομιξική παράδοση του χαρακτήρα.

«Κοιτούσα πίσω σε αυτή τη σπουδαία εποχή των μπλοκμπάστερ δημιουργιών από τα τέλη των ‘70s, όταν το Χόλιγουντ έφτιαχνε φανταστική διασκέδαση απόδρασης σε τεράστια κλίμακα», έλεγε ο Νόλαν, αναφέροντας ως παραδείγματα τους ‘Κυνηγούς της Χαμένης Κιβωτού’, το πρώτο ‘Star Wars’ και το ‘Superman του Ρίτσαρντ Ντόνερ (για το οποίο σίγουρα μια μέρα θα πούμε περισσότερα), ενώ είναι ταυτόχρονα γνωστό το πόσο πολύ έχει εμπνευστεί και από epics σαν τον ‘Λόρενς της Αραβίας’.

Πώς όμως φτάσαμε στο σημείο όπου ένας ανερχόμενος indie σκηνοθέτης μπορούσε να περάσει μια τόσο προσωπική, κινηματογραφική προσέγγιση, μια δεκαετία μετά από ένα εμπορικά υπερεπιτυχημένο franchise κεφάλαιο όπως το ‘Batman Forever’;

***

Από τον Σουμάχερ στον Αρονόφσκι

Η ιστορία του ‘Batman Begins’ ξεκινάει υπό μία έννοια τον Ιούνιο του 1997, όταν ο Κρίστοφερ Νόλαν ακόμα δεν είχε γυρίσει καν την πρώτη του ταινία. Εκείνος ήταν ο μήνας που κυκλοφόρησε στις αίθουσες το ‘Batman & Robin’, μια ταινία την οποία λατρεύω, και μια ταινία τόσο καταστροφική που ουσιαστικά έβαλε φρένο ΄8 ετών σε ένα από τα πιο επικερδή franchise όλων των εποχών.

To ‘Batman Forever’ του Τζόελ Σουμάχερ είχε φτάσει σχεδόν στα $200 εκατομμύρια εισπράξεων, όχι στα ύψη του ορίτζιναλ ‘Batman’ του Τιμ Μπέρτον (μια ταινία που συνυπολογίζοντας εισπράξεις, εποχή, κόντεξτ και επίδραση, πρέπει να θεωρείται μια από τις πιο πετυχημένες κυκλοφορίες του μοντέρνου Χόλιγουντ), αλλά αρκετά πάνω από το ‘Returns’ ώστε να φανεί πως ο χαρακτήρας είχε ακόμα μέλλον μπροστά του.

Τα δύο φιλμ του Μπέρτον στην πραγματικότητα μοιράζονται με τις ταινίες του Νόλαν αυτή την βαρύτητα του προσωπικού οράματος. Ίσα μέρη γκοθ και καμπ, τα ‘Batman’ και ‘Returns’ μπόρεσαν να βγάλουν κάτι από την κιτς μανία των πιο σουρεάλ και κομιξικών στιγμών του ήρωα, ιδίως στο σπουδαίο δεύτερο φιλμ: Η τραγική φιγούρα του Πιγκουίνου (ένας villain-θύμα), τα παγωμένα κάδρα σκοτεινής ασπρόμαυρης ομορφιάς μιας χειμωνιάτικης Γκόθαμ, σκηνές φετιχιστικού μεγαλείου (οτιδήποτε με την Κατγούμαν, βασικά), όλα ήρθαν κι έδεσαν σε ένα σύνολο που μάλλον έγερνε περισσότερο στο σινεμά του δημιουργού παρά σε mainstream υπερηρωικό θέαμα.

Ο Σουμάχερ όχι απλά πάτησε, αλλά χοροπήδησε πάνω στο κιτς της υπόθεσης, αρχικά κερδίζοντας το κοινό, στο σημείο που η Warner είχε αρχίσει να ετοιμάζει μαζί του το πέμπτο φιλμ της σειράς, πριν κάν το τέταρτο βγει στις αίθουσες. Το ‘Batman Unchained’ θα είχε το Σκιάχτρο ως βασικό κακό (οι παραισθησιογόνες τοξίνες του οποίου θα έκαναν τον Μπάτμαν να βλέπει τον Τζόκερ σε οράματα) καθώς και την Χάρλεϊ Κουίν, εδώ κόρη του Τζόκερ που θα ερχόταν για να εκδικηθεί. Ο στόχος τους ήταν να αρχίσουν αυτά τα πράγματα να γίνονται αυτόματα στο σημείο που κάθε ενάμιση χρόνο να έχουν ένα ‘Batman’ στις αίθουσες. Αλλά αυτός ο Μπάτμαν δε θα ήταν καθόλου forever: Το ‘Batman & Robin’ κυκλοφορεί, θεωρείται άμεσα δημιουργικό ναδίρ και παραμένει ως σήμερα η εμπορικά πιο αποτυχημένη ταινία του ήρωα.

Τα σχέδια αλλάζουν κατευθείαν. Ο Σουμάχερ εγκαταλείπει το ‘Unchained’ και συζητά ένα Σοβαρό Reboot για τον ήρωα πιθανώς διαβάζοντας κάπως το κλίμα στο δωμάτιο, προσπαθώντας να αναλάβει μια μεταφορά του ‘Year One’ του Φρανκ Μίλερ, ενός κλασικού story arc που χρονολογεί τις πρώτες μέρες του Μπάτμαν ως κυνηγού και την πρώτη του συνάντηση με τον όχι-ακόμα-επιθεωρητή Γκόρντον. Ταυτόχρονα η Warner, εν μέσω γενικευμένης σύγχυσης, συζητά για μια live action μεταφορά του πετυχημένου animation ‘Batman Beyond’ αλλά και ένα σενάριο με τον ξεκαρδιστικό τίτλο ‘Batman: DarKnight’, επίσης με το Σκιάχτρο ως βασικό εχθρό.

Η αρνητική αντίδραση στο κιτς του Σουμάχερ έχει στείλει την αναζήτηση ιστοριών στην άλλη πλευρά και αποφασίζοντας να μην προχωρήσει με καμία από τις παραπάνω οψιόν, η Warner προσλαμβάνει τον Σεπτέμβριο του 2000 τον Ντάρεν Αρονόφσκι να γράψει εκείνος μια διασκευή του ‘Year One’, μαζί με τον σεναριογράφο του κόμικ, Φρανκ Μίλερ. Ο Αρονόφσκι σε εκείνο το σημείο έχει βγάλει μόνο το ‘π’ αλλά είναι εμφανές πως το buzz για το ‘Ρέκβιεμ για Ένα Όνειρο’ (που θα κυκλοφορούσε ένα μήνα μετά) έπαιξε το ρόλο του. Σε μια φράση που συνοψίζει ίσως όλη τη σύγχρονη κόντρα δημιουργικού και corporate στο μοντέρνο Χόλιγουντ, ο Αρονόφσκι ήθελε τον Χοακίν Φοίνιξ για τον ρόλο και η Warner τον Φρέντι Πρινς Τζούνιορ.

Τελικά τίποτα δεν έγινε από αυτά γιατί την ίδια στιγμή σε έναν άλλο όροφο της Warner, έχουν τα ίδια προβλήματα με το τι να κάνουμε με τον Σούπερμαν. Το φιλμ που ήταν έτοιμος να γυρίσει ο Τιμ Μπέρτον με τον Νίκολας Κέιτζ (ένα από τα τεράστια what if του σύγχρονου Χόλιγουντ) είχε ακυρωθεί και τώρα σκέφονταν να κάνουν το ‘Superman: Flyby’, ένα σενάριο του τότε ακόμα άγνωστου Τζ. Τζ. Έιμπραμς. Στο πλαίσιο μιας μεγάλης μάχης ισχύος στα υψηλά κλιμάκια του στούντιο, προωθείται παράλληλα κι ένα άλλο πρότζεκτ: ‘Batman vs Superman’, στο οποίο μια σειρά από βίαια περιστατικά, μπόλικος θάνατος και αρκετή κατήφεια, οδηγούν τους δύο ήρωες κόντρα τον έναν στον άλλον. Η φάση είναι, σκοτάδι, σκοτάδι, σκοτάδι, όπου κι αν ψάξεις.

Με το μεγάλο “versus” να προωθείται, το πρότζεκτ του Αρονόφσκι πατάει παύση προς απογοήτευση μεγάλης μερίδας των φανς- είναι κάπως εμφανές πως στην παρούσα φάση το κοινό ζητά τέτοιου είδους ιστορίες, κάτι που ενισχύεται καθώς συμβαίνουν οι επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου και το όλο entertainment complex μοιάζει να στρέφεται σαφέστατα προς ένα πιο σκοτεινό όραμα της πραγματικότητας, ακόμα και της εντελώς φανταστικής.

Ο εσωκομματικός πόλεμος της Warner στο μεταξύ συνεχίζεται και τελικά το πρότζκετ του “versus” απορρίπτεται ως δημιουργικά χρεοκοπημένη εκδοχή. Αποφασίζουν να προχωρήσουν με το ‘Superman: Flyby’ (το οποίο επίσης δε θα πραγματοποιηθεί ποτέ, αλλά αυτό είναι αντικείμενο κάποιας άλλης μελλοντικής μίνι σειράς) κάτι που σημαίνει πως για πρώτη φορά ύστερα από χρόνια, στη Warner δεν υπάρχει κανένα ενεργό πρότζεκτ για τον Μπάτμαν. Και τώρα, τι;

Αυτό που συνέβη σε αυτό το σημείο είναι ο Κρίστοφερ Νόλαν βρήκε ένα κενό. Έχοντας ήδη δημιουργήσει μεγάλη αίσθηση γύρω από το όνομά του με το ‘Memento’, ο Νόλαν γύρισε το ριμέικ ‘Insomnia’ το 2002 σε διανομή Warner, με την στήριξη του Στίβεν Σόντερμπεργκ. Είχε ήδη καταθέσει στο στούντιο το draft που αργότερα θα γινόταν το ‘Inception’ και ήταν κάπως εμφανές πως στη Warner ήθελαν να χτίσουν μια μακροχρόνια σχέση μαζί του. Είχε ξεκινήσει να δουλεύει πάνω σε μια βιογραφία του Χάουαρντ Χιουζ (με τον Τζιμ Κάρεϊ στο ρόλο!) αλλά την παράτησε όταν έμαθε πως δούλευε πάνω στο ίδιο υλικό κι ο Μάρτιν Σκορσέζε. Ο θρύλος λέει πως όταν συναντήθηκε με τη Warner με στόχο να συζητήσουν μελλοντικά του πρότζεκτ, εκείνος διάλεξε από μόνος του τον Μπάτμαν- δεν του ήρθε φορετός.

Η Warner ήταν λίγο πολύ σε φάση «όχι, άστο μωρέ αυτό, δεν ξέρουμε τι θα γίνει, πες τι θες αλήθεια» κι ο Νόλαν ήταν σε φάση «όχι, όχι, δεν καταλάβατε, έχω μια πολύ αναλυτική ιδέα για το τι μπορούμε να κάνουμε με τον χαρακτήρα, καθίστε αναπαυτικά για 45 λεπτά». Η παρουσίασή του ήταν τόσο πειστική που πήρε κατευθείαν πράσινο φως χωρίς καν να χρειαστεί να κάνει πίσω στο οτιδήποτε. Η απόκριση που έλαβε ήταν βασικά, «θα είναι μια ταινία για όλες τις ηλικίες; τότε οκ, βεβαίως, κάνε ό,τι καταλαβαίνεις».

Η ιδέα του Νόλαν για κατεύθυνση του franchise κούμπωσε ιδανικά όχι μόνο με τις ορέξεις του κοινού τη δεδομένη στιγμή, αλλά και με τον τόνο όλων των αβέβαιων άκυρων εκκινήσεων της Warner τα προηγούμενα χρόνια, από μικρά στοιχεία σαν την διαρκή επιστροφή του Σκιάχτρου ως βασικού κακού μέχρι ευρύτερα κομμάτια επιρροής σαν το ‘Year One’, που παίζει τεράστιο ρόλο σε αυτό που τελικά θα γινόταν το ‘Batman Begins’. Άλλες διάσημες ιστορίες που παίζουν δομικό ρόλο είναι το ‘Long Halloween του 1996 (πάλι για τις πρώτες μέρες του Μπάτμαν αλλά αφοσιωμένο περισσότερο στο ρόλο της μαφίας στην Γκόθαμ) και το ‘The Man who Falls’ του 1989 (από οποίο ο Νόλαν κι ο Ντέιβιντ Γκόγιερ που συνέγραψε μαζί του το σενάριο, άντλησαν πολλά στοιχεία πάνω στα ταξίδια του Μπρους Γουέιν και στο πώς έφτασε να γίνει Μπάτμαν).

(Επίσης, εγώ δεν το βγάζω από το μυαλό μου αυτό: Τεράστιο ρόλο στην επιτυχία του ‘Batman Begins’ παίζει η ανάπτυξη του ίδιου του Μπρους Γουέιν ως αυτόνομου χαρακτήρα, ως εκκεντρικού απομονωμένου δισεκατομμυριούχου με επίμονους εφιάλτες αλλά και οράματα, και κόβω το χέρι μου πως ο Νόλαν χρησιμοποίησε εδώ μεγάλο μέρος της ανάπτυξης της βιογραφίας του Χιουζ που τελικά δεν προχώρησε.)

Ήταν ο σωστός άνθρωπος, με το σωστό υλικό, την σωστή στιγμή, και αυτή τη φορά τα πάντα προχώρησαν δίχως κανείς να φρενάρει το οτιδήποτε. Ύστερα από 8 χρόνια ακυρωμένων πρότζεκτ και αβέβαιων αποφάσεων, ο σκηνοθέτης του ‘Memento’ έτσι απλά, φαντάστηκε μια ταινία Μπάτμαν που τα άλλαξε όλα. Συνοψίζοντας ίσως όλα τα παραπάνω, ο Τιμ Μπέρτον λέει λίγα χρόνια μετά την κυκλοφορία του ‘Batman Begins’ πως «έπιασε το “αληθινό” πνεύμα που αυτού του είδους οι ταινίες υποτίθεται πως πρέπει να έχουν σήμερα».

«Όταν έκανα το ‘Batman’», συνεχίζει ο σκηνοθέτης, «ήταν μια διαφορετική εποχή για κόμικ ταινίες. Δεν μπορούσες να πάς στην “σκοτεινή πλευρά” των κόμικς ακόμα. Τα τελευταία χρόνια αυτό έχει γίνει αποδεκτό και ο Νόλαν οπωσδήποτε έφτασε περισσότερο στη ρίζα του τι αφορούν τα κόμικς του Μπάτμαν».

***

O Μπάτμαν βρίσκει τη φωνή του

«Μίλησα συγκεκριμένα με το στούντιο για το πώς θα βρούμε ένα επικό καστ. Θέλαμε η ταινία να φερθεί στον Μπάτμαν σα να επρόκειτο για ένα έπος και νομίζω πέρα από τα μεγάλα σετ και τις εκρήξεις και όλα αυτά, αυτό που δίνει σε μια ταινία ένα εντυπωσιακό μέγεθος είναι το να έχεις ένα εκπληκτικό καστ των καλύτερων ηθοποιών, και αναγνωρίσιμα πρόσωπα ακόμα και στους μικρότερους ρόλους, ώστε να υπάρχει ζωή και εκτός οθόνης για όλους αυτούς τους χαρακτήρες και ένα εύρος στην ιστορία».

Είναι διασκεδαστικό το να μιλάει ο Νόλαν για “μεγάλα σετ και εκρήξεις και όλα αυτά” σε αυτό το σημείο της καριέρας του επειδή πραγματικά η δράση είναι το μακράν πιο αδύναμο και αδιάφορο στοιχείο του φιλμ, ανέμπνευστα στημένη και πετσοκομμένη στο μοντάζ ώστε να μην διακρίνεται τίποτα. Το ενδιαφέρον του Νόλαν περί έπους εντοπίζεται αφενός στο εύρος της ιστορίας για το οποίο μιλήσαμε και παραπάνω, για το πώς γεμίζει την Γκόθαμ του με μικρούς χαρακτήρες που μπορείς να τους φανταστείς άνετα πιο μεγάλους, και για το πώς δίνει σε όλους μια φαινομενική ώθηση, ώστε να μη μοιάζουν απλώς για χάρτινες φιγούρες στο περιθώριο της ιστορίας του Μπάτμαν.

Ένας τρόπος να ενισχυθεί αυτό το εγχείρημα είναι μέσω του κάστινγκ, το πώς κάθε δεύτερη φάτσα που βλέπεις στην ταινία είναι όντως κάποιος «α! Αυτός ο τύπος! Πού τον είχαμε δει πού τον είχαμε δει» καρατερίστας, αλλά και το πόσο εμπνευσμένο είναι το κάστινγκ και στους βασικούς χαρακτήρες. Η έμπνευσή του είναι το ορίτζιναλ ‘Superman’ του Ρίτσαρντ Ντόνερ: «Για εκείνο το φιλμ είχαν τον Μάρλον Μπράντο, τον Τζιν Χάκμαν, τον Γκλεν Φορντ – ένα εκπληκτικό ensemble – που ήταν κάτι στο οποίο στοχεύαμε. Οπότε τολμήσαμε να ζητήσουμε από μερικούς από τους καλύτερους ηθοποιούς να πάρουν αυτούς τους ρόλους και συνθέσαμε ένα ονειρεμένο καστ».

Μιλάει οπωσδήποτε για το πώς ένας ηθοποιός σαν τον Μάικλ Κέιν δέχθηκε τον ρόλο του Άλφρεντ, πριν εξελιχθεί σε μόνιμο του νολανικού σύμπαντος. Ο Άλφρεντ έχει ψωμί, ως ουσιαστική πατρική φιγούρα του Μπρους και κάνει θαυμάσια πράγματα με τον ρόλο, όπως εξάλλου κι ο Λίαμ Νίσον σε μια απολαυστικά ανατρεπτική κάστινγκ ανάθεση για τον ίδιο. Ο Νίσον είναι ένας φύσει σεβάσμιος ηθοποιός που ακόμα και πριν καθιερωθεί ως συναισθηματικός action star στο πιο late κομμάτι της καριέρας του, διέθετε πάντα μια βαρύτητα και μια ηρεμία αντάξια ας πούμε ενός μέντορα- ιδανικός δηλαδή για μέντορας του Μπρους Γουέιν, κι αυτό είναι που κάνει την αποκάλυψή τους ως Ρα’ς τόσο εντυπωσιακή και αποτελεσματική.

Μιλάει οπωσδήποτε για τον σπουδαίο Ρούτγκερ Χάουερ που δεν χρειάζεται καν να ιδρώσει ιδιαίτερα για να πουλήσει το ρόλο του απεχθούς corporate ανταγωνιστή, ή για τον Μόργκαν Φρίμαν ως Q της υπόθεσης, ή για τον Κεν Γουτανάμπε ως έναν ρόλο-αντικατοπτρισμό πριν οι δυο τους συνεργαστούν και στο ‘Inception’. Ή, εξωφρενικότερα όλων, για τον σεβάσμιο άγγλο ηθοποιό Τομ Γουίλκινσον στον ρόλο ενός κλισέ ιταλού μαφιόζου(!). Ιδιοφυές; Τι να πω, γιατί όχι! (Η Κέιτι Χολμς ως Ρέιτσελ δυστυχώς δεν λειτουργεί και σε συνδυασμό με την κάπως κλισέ ‘Spiderman 2’ δυναμική της με τον Μπρους, το φινάλε καταλήγει να είναι μια από τις λιγοστές αστοχίες του φιλμ.)

Εν τέλει όλα κρέμονταν στον κεντρικό σταρ, τον Κρίστιαν Μπέιλ που μόλις είχε εντυπωσιάσει κόσμο με την τρομακτική του σωματική μεταμόρφωση στο ‘Machinist’. «Διάλεξα τον Κρίστιαν να παίξει τον Μπάτμαν βασισμένος στην ιδέα πως, προσπαθώντας να δημιουργήσω μια ρεαλιστική εκδοχή της ιστορίας, χρειαζόμουν έναν ηθοποιό με αρκετή ένταση και φόκους στο βλέμμα του, που να σε κάνει να πιστέψεις πως κάποιος χωρίς υπερδυνάμεις μπορούσε, μέσα από την αγνή δύναμη της θέλησης, να αλλάξει τον εαυτό του σε υπερήρωα». Ουσιαστικά το ‘Batman Begins’ λειτουργεί επειδή είναι μια ταινία για τον Μπρους Γουέιν, ο οποίος δημιουργεί τον Μπάτμαν ως σύμβολο αρχικά για τον ίδιο, μετέπειτα για την Γκόθαμ, και τελικά για το κοινό. Η ταινία ακολουθεί όλη αυτή τη διαδικασία όχι ως κάτι δεδομένο, αλλά ως μια τρομακτική ανακάλυψη.

Εξ ου και η φωνή του Μπάτμαν, που μοιάζει σαν κάτι που θα κάναμε μεταξύ μας αν κάναμε κοροϊδευτικά τον μπαμπούλα, είναι ακριβώς αυτό, ένα στοιχείο υπερβολής από έναν άντρα που θέλει να κάνει τον φόβο του, όπλο. Μοιάζει παράταιρο γιατί είναι. Γιατί στο ‘Batman Begins’, ο ίδιος ο Μπάτμαν είναι ένα στοιχείο παράταιρο, ένα στοιχείο υπερβολής. Είναι ο μπαμπούλας των ιστοριών που χρησιμοποιεί ο Μπρους Γουέιν για να πει παραμύθια (για τον αληθινό του εύθραυστο ψυχισμό) στον εαυτό του, και ο Νόλαν για να πει παραμύθια (για τον αληθινό κόσμο σε σήψη) στο κοινό του.

***

Αν πρέπει να διαλέξω το αγαπημένο μου Μπάτμαν θα ήταν μάλλον το ‘Batman & Robin’ κι αυτός είναι ένας λόφος στον οποίο μετά χαράς θα πεθάνω, κι αν πρέπει να διαλέξω το καλύτερο μάλλον θα έκλινα προς το ‘Batman Returns’ του Μπέρτον. Το ξεκαθαρίζω επειδή στην διαπίστωση πως ο Νόλαν τα άλλαξε όλα πρέπει να είναι σαφές πως δεν υπάρχει εκεί μέσα κρίσης περί ‘σωστής’ και ‘λάθος’ προσέγγισης.

Οι υπερήρωες, από τη φύση τους περισσότερο franchise ιστοριών παρά ήρωες με συγκεκριμένη φωνή και ύφος, είναι ό,τι τους κάνει ο εκάστοτε συγγραφέας/σκηνοθέτης να είναι. Για άλλον ο Μπάτμαν είναι μια σουρεάλ σπουδή πάνω στην παράνοια. Δεν υφίσταται αυτό στις ταινίες. Για άλλον είναι σύγχρονο νουάρ. Θυμάσαι εσύ τον Μπάτμαν να κάνει ποτέ τον ντετέκτιβ στις ταινίες; Δεν υπάρχει σωστό και λάθος. Υπάρχει σίγουρα καλό και κακό, και υπάρχει και επιδραστικό ή ασήμαντο.

Και το ‘Batman Begins’, πολύ απλά, τα άλλαξε όλα.

***

Την επόμενη βδομάδα: To ‘Dark Knight’, ο θρύλος και η τραγωδία του Χιθ Λέτζερ, ο Νόλαν μετά το ‘Prestige’, και η χρονιά που έσπασε το Χόλιγουντ.