© Christopher Polk / NBC / Contributor / Getty Images
PROFILE

Οι μεγάλοι σταθμοί στη ζωή και την καριέρα του Weeknd

Μικρό τον έβαζαν τιμωρία κάθε φορά που τραγουδούσε και τώρα -μπαίνοντας στην ηλικία των 32- έχει κατακτήσει τη μουσική βιομηχανία. Αλήθεια, πώς συνέβη όλο αυτό;

Στο τελευταίο άλμπουμ που κυκλοφόρησε αρχές του 2022 o Weeknd, συνεχίζοντας τη χρυσή τακτική του να εκπλήσσει συνεχώς το κοινό του, επέλεξε να βάλει για εξώφυλλο το πορτρέτο ενός γνώριμου άνδρα με φουντωτά μαλλιά, που είχε ασπρίσει από τα γηρατειά.

Μετά τα δύο δευτερόλεπτα, όλοι καταλαβαίνουν ότι δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον Abel Tesfaye, όπως κανονικά ονομάζεται ο Καναδός μουσικός αιθιοπικής καταγωγής, που τα τελευταία χρόνια θεωρείται συνώνυμο του απόλυτου success story στην R&B αλλά και τη μουσική βιομηχανία γενικότερα.

Ένα πρόγραμμα τεχνητής νοημοσύνης πρόσθεσε μερικές δεκαετίες στο πρόσωπό του Weeknd, ο οποίος κανονικά είναι 32 χρονών (μετά τη σημερινή 16η του Φλεβάρη, που γιορτάζει τα γενέθλιά του).

Για εκείνον είναι μια ξεχωριστή ημέρα η σημερινή, ενώ για εμάς η ιδανική ευκαιρία να πάρουμε τα πράγματα απ’ την αρχή. Έτσι, ανατρέχοντας σε όσα έχει κατά καιρούς δηλώσει δημόσια αποκρυπτογραφούμε τις κομβικότερες αποφάσεις που τον οδήγησαν στο να κατακτήσει τα αυτιά και τα charts όλου του κόσμου.

Μοιάζει ειρωνικό πάντως το γεγονός ότι χρόνια πριν, όταν ήταν μικρός, τον έβαζαν τιμωρία κάθε φορά που τραγούδαγε στην τάξη. Πού να ’ξεραν…

Τα δύσκολα χρόνια «στη γύρα»

«Ακόμη παλεύω με τους δαίμονές μου», τραγουδάει σε ένα εκρηκτικό single που έβγαλε το 2020 μαζί με τον παλιό του φίλο, τον ράπερ Belly και τον Young Thug (κυριολεκτικά εκρηκτικό, αφού στο βίντεο κλιπ του Better Believe πέφτουν οβίδες κι ανατινάσσονται αυτοκινητα, κτίρια). Όσοι γνωρίζουν το παρελθόν του Καναδού, οσμίζονται περί ου ο λόγος.

Ο Weeknd μεγάλωσε έξω απ’ το Τορόντο, στην πολυπολιτισμική γειτονιά του Scarborough, ως μετανάστης πρώτης γενιάς, με τις δύο αδερφές του, τη μητέρα του και τη γιαγιά του. Γεννήθηκε αφότου χώρισαν οι γονείς του κι η επαφή με τον πατέρα του ήταν ισχνή, έως ανύπαρκτη.

«Ήταν σκληρό να μεγαλώσεις σε εκείνο το μέρος, έμπλεκα σε καβγάδες, με έδιωχναν απ’ το σχολείο, άλλαζα σχολεία και τελικά το παράτησα», είχε εξομολογηθεί σε μια συνέντευξή του στο Variety, ενώ σε μία άλλη τοποθέτησή του έχει περιγράψει εκείνη την περίοδο απλά και λιτά ως «μαύρη τρύπα».

Στα δεκαεπτά του, με τον καλύτερό του φίλο, τον La Mar Taylor, κι έναν ακόμη της παρέας, τον Hyghly Alleyne, έπιασαν ένα μικρό δυάρι κι άρχισαν για τα καλά τις παρανομίες: έκλεβαν ένα κοντινό σούπερ μάρκετ για να φάνε, πουλούσαν κάνναβη για να βγάλουν λεφτά και τα ναρκωτικά (τύπου MDMA, κοκαΐνη, ζάναξ και κεταμίνη) έγιναν ρουτίνα. Τελικά, ο ενοικιαστής τους έκανε έξωση και εκείνος κατέληξε άστεγος.

Όπως έχει παραδεχτεί,  πέρασε πολλές νύχτες στη φυλακή πάνω στην ενηλικίωση, γεγονός που ευτυχώς τον ταρακούνησε τόσο, ώστε να αλλάξει ρότα. Χρόνια αργότερα, αυτά τα βιώματα οδήγησαν στο αυτοβιογραφικό κομμάτι Snowchild.

Όλα ξεκίνησαν από ανώνυμα βίντεο στο YouTube

Η ιστορία του Weeknd ξεκινά με μυστήριο. Μια ωραία πρωία του Φλεβάρη (καλή ώρα) του 2011, ένας λογαριασμός στο YouTube με όνομα “xoxxxoooxo” ανεβάζει μερικά κομμάτια και ένα εξ αυτών, το What you need, πέφτει στις κεραίες γνωστών μουσικών site. Μια «R&B διαμαρτυρία από μια ανώνυμη φωνή που είναι μαλακή σαν βούτυρο», έγραφαν.

Λίγο η αιθέρια φωνή του που θύμιζε Michael Jackson (πολύ αργότερα θα τον συμπεριλάβει στις μεγαλύτερες επιρροές του), λίγο το hype που καλλιέργησε το αίνιγμα πίσω απ’ το ψευδώνυμο Weeknd, όπως μετονομάστηκε ύστερα από λίγο το κανάλι, χωρίς να γνωρίζει κανείς αν είναι άνδρας ή γυναίκα μουσικός, έφηβος ή μεγάλος στην ηλικία, ξεκίνησε το buzz.

Μέσα σε ένα μήνα έσκασε ολόκληρο mixtape-ντεμπούτο, το House of Balloons, κι έπειτα ακολούθησαν ταχύτατα ακόμη δύο, διαμορφώνοντας εν τέλει μια τριλογία απ’ το πουθενά που είχε φρεσκάδα και κάτι το διαφορετικό, μεταξύ pop και downtempo.

© Matt Sayles / Invision / AP

Στο ενδιάμεσο ο εικοσάχρονος τότε μουσικός είχε ανοιχτά τον σεβασμό του Drake, ενώ για τη μεγάλη αποκάλυψη της ταυτότητάς του διοργάνωσε μια live εμφάνιση που έγινε αστραπιαία sold out. Στο κοινό ήταν ο Kanye West και ο παραγωγός Rick Rubin, μεταξύ άλλων. Το αινιγματικό προφίλ που είχε χτίσει ο Weeknd έπιασε διάνα, όσο κι αν εκείνος αρνείται οποιονδήποτε προσχεδιασμό στις αρχικές του κινήσεις.

«Δεν ήταν ποτέ για το image», θα πει επ’ αυτού σε μια εκτενή συνέντευξη στο περιοδικό QV, «με το House of Balloons κανείς δεν γνώριζε πώς έμοιαζα εμφανισιακά και αισθάνομαι ότι ήταν η πιο αμερόληπτη αντίδραση που θα μπορούσες να έχεις με τη μουσική, επειδή δεν μπορούσες να κολλήσεις επάνω της ένα πρόσωπο. Ειδικά στο R&B,το οποίο είναι ένα είδος που είναι βαθιά επηρεασμένο απ’ το πώς φαίνονται οι καλλιτέχνες».

Το μεγάλο μπαμ του 2020

Δεν ήταν με το πρώτο αλλά με το δεύτερο studio album το 2015, το Beauty Behind the Madness, με το οποίο ο Weeknd έπιασε την καλή από εμπορική άποψη, δίνοντας μια γεύση απ’ το πόσο ψηλά δύναται να πάει. Τεράστιες συναυλίες, συνεργασίες που όλοι θα ζήλευαν (όπως Kanye West, Beyoncé, Kendrick Lamar και οι μεγάλοι Daft Pank, για τους οποίες έχει με παραδεχτεί με θαυμασμό ότι ήταν ένας απ’ τους λόγους που ξεκίνησε τη μουσική) κι ο δρόμος έδειχνε μόνο μπροστά.

Εκεί λοιπόν που ο Weeknd ήταν έτοιμος να κυκλοφορήσει το τέταρτο άλμπουμ του, ξέσπασε η πανδημία κι όλα αναβάλλονταν μέχρι νεωτέρας. Η ομάδα του προσπάθησε να τον πείσει για μια μικρή παράταση της κυκλοφορίας, προκειμένου να ανοίξουν πρώτα τα σύνορα και να γίνει κανονικά η περιοδεία, αλλά εκείνος επέμεινε στο αρχικό πλάνο και το After Hours βγήκε στον αέρα 20 Μαρτίου.

Ήταν η στιγμή της εκτόξευσης: το άλμπουμ, για πολλούς, ολοκλήρωνε το όραμα που είχε ανέκαθεν ο Weeknd – να ενώσει περίτεχνα τη «σκοτεινή» με την εμπορική πλευρά του, σε ένα απόλυτα new wave πακέτο.

Οι αριθμοί μιλούν από μόνοι τους: 4.8 δισεκατομμύρια προβολές μέτρησε το κοντέρ του YouTube μέχρι το τέλος του 2020, 3 δισεκατομμύρια κλικ το Spotify, ενώ το πιο καυτό χαρτί του δίσκου, το Blinding Lights, πέραν του ότι έκανε χαμό στο TikTok, με εκατομμύρια κόσμου να χορεύει στον ρυθμό του, έσπασε κάθε προηγούμενο στη λίστα του Billboard, παραμένοντας για έναν ολόκληρο χρόνο στη δεκάδα της κορυφής. Χωρίς αμφιβολία, ήταν το νο1 όνομα της χρονιάς.

© AP Photo / Chris Pizzello

Να σημειώσουμε ότι από το After Hours και το βίντεο κλιπ του Blinding Lights γεννήθηκε επίσης η «τραυματισμένη» περσόνα του Weeknd με τους επιδέσμους γύρω απ’ το κεφάλι, λες και είχε μόλις εγχειρηθεί. Σε κάθε μεγάλη του εμφάνιση έκτοτε, στα American Music Awards, στο Super Bowl κ.ά, ο Καναδός έχτιζε τούτο το ιντριγκαδόρικο λουκ, αυξάνοντας σταδιακά τους επιδέσμους και τις πληγές. Όπως εξήγησε στο Variety ήταν ένα σχόλιο πάνω στην «παράλογη κουλτούρα των διάσημων του Χόλιγουντ να χειραγωγούν τους εαυτούς τους για να είναι αρεστοί».

Το εξώφυλλο στο τελευταίο του άλμπουμ ήταν η κατακλείδα αυτής της ιστορίας, προσθέτοντας ακόμη ένα καλοδουλεμένο branding στην καριέρα του Weeknd.

Η κόντρα με τα Grammy και το μποϊκοτάζ

Πριν από τη μεγάλη εκτόξευση του 2020, o Weeknd είχε ήδη τρία βραβεία Grammy στο βιογραφικό του, δύο από το 2015 και το άλμπουμ Beauty Behind the Madness κι ένα το 2018 στην κατηγορία Best Urban Contemporary Album για το Starboy, αλλά ενώ όλοι πίστευαν ότι τότε ήταν πραγματικά η χρονιά του, όπως αναφέραμε, το όνομά του δεν βρέθηκε καν στη λίστα των υποψηφιοτήτων.

Εκείνος με μια ανάρτηση στο Twitter φανέρωσε ευθέως την ενόχλησή του, αφήνοντας αιχμές για τη διαφάνεια του θεσμού και αργότερα, μέσω δηλώσεων, σχετικά με τη συμπεριληπτικότητα που διακρίνει -ή όχι- τα βραβεία Grammy όσον αφορά την εκπροσώπηση μαύρων καλλιτεχνών. Το πρόβλημα ήταν οι λεγόμενες «ανώνυμες επιτροπές» (secret committees), οι οποίες έχουν τον τελικό λόγο στις βραχείες λίστες.

Παρότι τα Grammy, προς απάντηση τόσο στον Weeknd όσο και σε άλλους καλλιτέχνες που είχαν εκφράσει εντάσεις, άλλαξαν μερικώς τον κανονισμό τους, ο ίδιος παρέμεινε ανένδοτος, υποστηρίζοντας το μποϊκοτάζ στον θεσμό.

«Η εμπιστοσύνη έχει διαταραχθεί σε τέτοιο βαθμό ανάμεσα στη διοργάνωση των Grammy και στους καλλιτέχνες που θα ήταν αφελές να πανηγυρίσουμε», είχε δηλώσει χαρακτηριστικά, «συνεχίζει να μην με ενδιαφέρει να είμαι μέλος αυτού του θεσμού, ειδικά μετά την παραδοχή τους για διαφθορά όλες αυτές τις δεκαετίες. Δεν πρόκειται να υποβάλλω υποψηφιότητα ξανά στο μέλλον».