SUMMER BLOCKBUSTERS

To ‘Inception’ υποσχέθηκε μια χολιγουντιανή εποχή που δεν ήρθε ποτέ

Αυτό το καλοκαίρι δεν θα έχει νέα μπλοκμπάστερ. Γι’αυτό ταξιδεύουμε στο παρελθόν και θυμόμαστε τα αγαπημένα μας των περασμένων δεκαετιών. Σήμερα καθώς ο Κρίστοφερ Νόλαν ετοιμάζει το “Tenet”, θυμόμαστε το εμβληματικό του “Inception”.

Το ένα μετά το άλλο, τα μεγάλα χολιγουντιανά στούντιο αναβάλουν τις μεγάλες τους εμπορικές κυκλοφορίες αυτού του καλοκαιριού λόγω του κορονοϊού. Αφού φέτος δεν θα έχουμε νέα καλοκαιρινά μπλοκμπάστερ, εμείς θυμόμαστε τα αγαπημένα μας από τα περασμένα καλοκαίρια. Σήμερα, θυμόμαστε το “Inception”, την επική περιπέτεια που μας ταξίδεψε σε ένα κόσμο δράσης και φαντασίας μέσα στον κόσμο του υποσυνείδητου.

Η ταινία

H δεκαετία των ‘10s είχε ξεκινήσει με άλλες υποσχέσεις. Είχε ξεκινήσει με τον πιο εμπορικό σκηνοθέτη του μοντέρνου Χόλιγουντ (εξαιρώντας τον Τζέιμς Κάμερον που έχει κάνει μία ταινία τα τελευταία 23 χρόνια) να πλασάρει μια πρωτότυπη ιδέα ως μεγαθηριώδες μπλοκμπάστερ, και να πετυχαίνει σε κάθε επίπεδο. Πήρε σταρς, αναγνωρίσμους, ανερχόμενους, ενδιαφέροντες σταρς, πήρε ένα πρωτότυπο σενάριο που δε βασιζόταν ούτε σε κόμικς, ούτε σε κάτι που θυμάσαι από τα ‘80s, ούτε σε τρενάκια λούνα παρκ, και έφτιαξε μια περιπέτεια τεχνικά καθηλωτική, που ζητά από τον θεατή να το βάλει έστω και ελαφρώς να δουλέψει, και όλα πήγαν τέλεια, η ταινία έβγαλε λεφτά, πήγε στα Όσκαρ, απογείωσε ηθοποιούς.

Ήταν η στιγμή που νιώθαμε πως το νέο εμπορικό Χόλιγουντ είναι προ των πυλών. Γουέλ, όλοι ξέρουμε πώς πήγε τελικά αυτό, αλλά ακόμα και καθώς τα πάντα γύρω του έγιναν πιο ασφυκτικά και συντηρητικά και προσεκτικά, τουλάχιστον στον Νόλαν πρέπει πάντα να αναγνωρίζουμε πως δε σταμάτησε ποτέ να ονειρεύεται τα αστέρια. Κι όχι μόνο μέσα από το ‘Interstellar’, την αγαπημένη μου ταινία της φιλμογραφίας του, αλλά και μέσα από τη γενικότερή του διάθεση να κοιτά την μέινστριμ κινηματογραφική διασκέδαση μέσα από μια σκοπιά αφηγηματικά παιχνιδιάρικη ή ελαφρώς πειραματική. (Ή ίσως κάνει το αντίθετο, δεν ξέρω, δεν είμαι μες στο κεφάλι του.)

Το ‘Inception’ υπό αυτούς τους όρους, θα παραμείνει μάλλον για πάντα η ταινία-σημαία του. Είναι πρωτότυπη, είναι υπερφιλόδοξη, είναι μάλλον λιγότερο έξυπνη από όσο παρουσιάζει τον εαυτό της, είναι και λίγο χαμένη ευκαιρία, αλλά παραμένει στο πέρασμα των χρόνων κάτι σαν αξιοπερίεργο αντικείμενο στην προθήκη ευρημάτων του πολυεθνικού Χόλιγουντ: Μια ταινία που ποτέ δε θα θελήσει στην πραγματικότητα ένας κινηματογραφικός κολοσσός που επίσης την ίδια στιγμή πουλά φούρνους μικροκυμάτων, φτηνές σειρές σε streaming, πάρκα διασκέδασης, action figures και ειδήσεις μέσα από κανάλια, sites και podcasts.

Αν το όλο αυτό πλαίσιο μοιάζει να μην έχει να κάνει πολύ με την ίδια την ταινία (την οποία πάντα έβρισκα διασκεδαστική, αλλά και λίγο από χαμένη ευκαιρία) είναι επειδή ο χρόνος που έχει περάσει με έχει κάνει να τη θυμάμαι με λίγη περισσότερη αγάπη από ό,τι τότε- και μάλλον αυτό οφείλεται στην λιγότερη φιλοδοξία των γύρω, παρά σε κάποια ουσιαστική επανεκτίμηση.

Το ‘Inception’ ας πούμε, εξακολουθεί να είναι μια απόλυτα τετράγωνης λογικής απόπειρα περιπετειώδους storytelling που καταλήγει να είναι μιάμιση ώρα επεξηγήσεις και κανόνες απλώς για να επεξηγηθεί εκ των προτέρων μια σκηνή δράσης 40 λεπτών- η οποία είναι αποστομωτική. Και συνεχίζει ο ίδιος τετραγωνισμένος εγκέφαλος του Νόλαν να προσεγγίζει τα όνειρα σα να είναι το λιγότερο ονειρικό πράγμα στη φύση. Αντί να είναι κάτι ασαφές, κάτι που κάθε φορά που πας να το αγγίξεις εκείνο απομακρύνεται και αλλάζει, τα κατά Νόλαν όνειρα είναι ακριβείς κατασκευές γεμάτες κανόνες και πίστες και απόλυτη σαφήνεια. Πάντα έλεγα αυτό για βαθύ μου πρόβλημα με αυτή την ταινία: Έχει την απόλυτη ελευθερία να φανταστεί οτιδήποτε, κι απλά φαντάζεται ένα μεγαλύτερο όπλο.

Ακόμα κι έτσι, σαν ποπ κορν θέαμα, το ‘Inception’ ήταν και παραμένει κάπως undeniable. Πώς μπορείς στα αλήθεια να του πεις όχι; Είναι τόσο μεγαλεπίβολο και φαν και με μεμονωμένες στιγμές που χάνεις το έδαφος κάτω από τα πόδια σου. Είναι για μια ομάδα ληστών/κατασκόπων που επιχειρούν μια διάρρηξη ονείρων, να εμφυτεύσουν μια ιδέα στο υποσυνείδητο ενός ανθρώπου, βουτώντας στα όνειρά του- όσο πιο βαθιά στα όνειρά του, τόσο πιο ισχυρή η εμφύτευση, αλλά τόσο και μεγαλύτεροι οι κίνδυνοι.

Ο Νόλαν εκμεταλλεύεται τα επίπεδα της ιδέας του ώστε να στήσει διαφορετικά τερέν δράσης, τα οποία είναι μεταξύ τους διακριτά σε τόνο, σε επικινδυνότητα, σε λειτουργία. Αλλού κουλ εστέτ παριζιάνικες διακοπές, αλλού απομακρυσμένα παγωμένα σκηνικά τζεϊμσμποντικών αναφορών. Και καθώς στήνει μια δράση σε 4 παράλληλες ευθείες τις οποίες τελικά τέμνει κάθετα με ομολογουμένως μαθηματικά μαεστρικό τρόπο, καταφέρνει μέσα από την παράλληλη δράση να ακολουθεί την απόπειρα ενός χαρακτήρα να αναζητήσει προσωπική εξιλέωση (ή και την απόλυτη παράδοση στις ενοχές του), μέσω από την αγωνιώδη αναζήτηση ενός περίεργου doppelganger του στα βάθη, στη limbo του ασυνείδητού του.

(Πάντα έβρισκα πως η αληθινή καρδιά της ταινίας βρισκόταν στο παιχνίδι Κομπ-Σάιτο, κατεξοχήν νολανικό δίδυμο ραγισμένου ήρωα σε διαρκές κυνηγητό με τον σκιώδη εαυτό του όπως το συναντάμε παντού, από το ‘Following’ και το ‘Memento’, μέχρι τους μάγους του ‘Prestige’ και τους αντι-ήρωες του ‘Dark Knight’.)

Στη διαδρομή, παρουσιάζεται ως κατασκοπική περιπέτεια κεντραρισμένη γύρω από μια εκπληκτική μεγα-σεκάνς 4 επιπέδων. Εδώ, το κατασκεύασμα παίρνει μια ζωή δική του, καθώς η ταινία κατά τόπους μοιάζει κατασκευασμένη ως σειρά κανόνων και επεξηγήσεων για την κεντρική αυτή σκηνή, παρά οτιδήποτε άλλο- είναι λες και κάθε τι άλλο, θεματικό και μη στοιχείο, έχει σπρωχτεί στο περιθώριο (όπως τα περί Κομπ-Σάιτο) χάρη σε αυτή τη μεγάλη δίνη.

Το αποτέλεσμα είναι από τη μία ολοκληρωτικά διασκεδαστικό και εντυπωσιακό, ακόμα δε περισσότερο αν φαντάζεσαι το πώς γυρίστηκε, με τον Τζόζεφ Γκόρντον-Λέβιτ να τρέχει για σειρά βδομάδων σε έναν περιστρεφόμενο διάδρομο σαν ποντίκι πειραμάτων. Κι είναι από την άλλη εξαιρετικά ενδιαφέρον στο πλαίσιο της φιλμογραφίας του Νόλαν, καθώς σηματοδοτεί τη στιγμή που το ενδιαφέρον του μοιάζει να μετατοπίζεται πλήρως προς αυτό το είδος κατασκευασμένων επιπέδων χρονικής αφήγησης (από τους πλανήτες σε διαφορετική απόσταση από τη μαύρη τρύπα όπου ο χρόνος κυλά διαφορετικά στο ‘Interstellar’ ως τα διαφορετικά POV των ηρώων του ‘Dunkirk’ και τη χρονική δινή στην οποία είναι παγιδευμένοι), γύρω από τα οποία προσπαθεί πλέον να χτίζει τις ιστορίες του.

Το ένα μετά το άλλο, τα μεγάλα χολιγουντιανά στούντιο αναβάλουν τις μεγάλες τους εμπορικές κυκλοφορίες αυτού του καλοκαιριού λόγω του κορονοϊού. Αφού φέτος δεν θα έχουμε νέα καλοκαιρινά μπλοκμπάστερ, εμείς θυμόμαστε τα αγαπημένα μας από τα περασμένα καλοκαίρια. Σήμερα, θυμόμαστε το “Inception”, την επική περιπέτεια που μας ταξίδεψε σε ένα κόσμο δράσης και φαντασίας μέσα στον κόσμο του υποσυνείδητου.

Φυσικά και το επερχόμενο ‘Tenet’ θα έμοιαζε με κάτι Τζέιμς Μποντ στον χρόνο. Πόσο βαθιά μες στις κατασκευαστικές και θεματικές εμμονές του μπορεί να στριμωχτεί άραγε ο Νόλαν πριν χαθεί στη δική του limbo του δημιουργικού του ασυνείδητου; Ίσως να μην χρειαστεί να μάθουμε ποτέ, γιατί ως τώρα τα πάει θαυμάσια, με τον έναν τρόπο ή τον άλλον. Και ίσως το ‘Tenet’ να αποτελέσει κι εκείνο προάγγελο μιας νέας εποχής. Ποιος ξέρει, ίσως αυτή τη φορά να έρθει κιόλας.

Το ταμείο

Χτίζοντας πάνω στην μοναδική φήμη του Κρίστοφερ Νόλαν μετά και τον θρίαμβο του ‘Dark Knight’, το ‘Inception’ άνοιξε με 62 εκατομμύρια δολάρια για το 2ο μεγαλύτερο άνοιγμα ταινίας επιστημονικής που δεν ήταν ριμέικ, σίκουελ ή διασκευή, μετά από το ‘Avatar’ (του προαναφερθέντος φυσικά Τζέιμς Κάμερον). Η ταινία στη συνέχεια, με τη δύναμη ενός εξαιρετικού word of mouth, και το θαυμασμό κοινού και κριτικής, προχώρησε σαν τρένο στο παγκόσμιο box office χωρίς να χάνει φόρα με τίποτα- από το πρώτο τριήμερο στο δεύτερο απώλεσε μόλις 32% των εισπράξεων, ποσοστό που παραπέμπει περισσότερο σε δημοφιλή κωμωδία παρά σε high budget sci-fi.

Μάζεψε τελικά ένα τσικ λιγότερο από 300 εκατομμύρια στην Αμερική και ένα τσικ περισσότερο από 530 εκατομμύρια στον υπόλοιπο κόσμο για ένα αποστομωτικό σύνολο 825 εκατομμυρίων παγκοσμίως. Φτάνοντας και σε πολλές τοπ-10 λίστες, η ταινία τελικά θα προτεινόταν και για 8 Όσκαρ, ανάμεσα στα οποία Ταινίας και Σεναρίου, κερδίζοντας 4 τεχνικά βραβεία. Ο Νόλαν δεν προτάθηκε για Σκηνοθεσία πάντως, κάτι που θα συνέβαινε τελικά με το ‘Dunkirk’.

Η μεγαλύτερη κληρονομιά πάντως του φιλμ θα ήταν μια κονσεπτική της συνεισφορά στην συλλογική συνεννόηση, η χρήση δηλαδή των διαφόρων “-ception” παραγώγων κάθε φορά που θέλουμε να νοηματοδοτήσουμε το οτιδήποτε αφορά πολλαπλά επίπεδα ή κάποια ανάλογη παραδοξότητα. Από κοντά, το διαβόητο πια “ΜΠΡΑΑΑΑΜ” του Χανς Τσίμερ, αυτή η κόρνα που για μερικά χρόνια μετά το ‘Inception’ συναντούσες σε ό,τι ταινία έβγαινε από το Χόλιγουντ και επιχειρούσε να πουλήσει έναν πιο σκοτεινό τόνο.

Η κριτική

Ο Ντέιβιντ Ντένμπι του New Yorker θαύμασε την ταινία αλλά η κατασκευή του Νόλαν τον κράτησε εν τέλει μακριά:

«Ο Νόλαν μας δίνει όνειρα μες στα όνειρα (οι άνθρωποι ονειρεύονται πως ονειρεύονται). Επίσης στήνει τη δράση διαμέσου διαφορετικών επιπέδων ονείρου -βαθύ, βαθύτερο και βαθύτατο, με αντίστοιχη φυσική κίνηση να εκτελείται σε κάθε επίπεδο- όλα κομμένα μαζί με τη βοήθεια μια γεμάτης τρομπόνια μουσικής από τον Χανς Τσίμερ που σε κοπανάει μέχρι να κουφαθείς, αν όχι να υποταχθείς. Εδώ κι εκεί, μπορεί να ανακαλύπτεις πως η προσπάθεια να ακολουθήσεις την πολυεπίπεδη οχλαγωγία, σκοτώνει τη διασκέδαση. Το ‘Inception’ είναι οπτικά θαυμάσιο φιλμ που χάνεται σε μυθώδεις περιπλοκές, μια ταινία αφοσιωμένη στην ίδια της την λειτουργία και σε λιγοστά άλλα πράγματα».

Η σκηνή

Η ταινία βασικά έχει δύο modes. Το ένα είναι tutorial του εαυτού της- εξηγήσεις για το τι βλέπεις ώστε να βγάλει νόημα η κορύφωση. Το δεύτερο είναι η κορύφωση. Αυτές οι δύο σκηνές αντιπροσωπεύουν την ταινία στις καλύτερες εκδοχές του εαυτού της. Είναι να τις χαζεύεις.

Το trivia

Ο Νόλαν είχε παραδώσει μια εκδοχή του σεναρίου στη Warner από τις αρχές των ‘00s όμως κρίνοντας πως δεν ήταν ακόμα τεχνικά έτοιμος ως σκηνοθέτης να το φέρει εις πέρας, ανέλαβε άλλα πρότζεκτ στο ενδιάμεσο, τελειοποιώντας στην πορεία αυτή την ιδέα.

Η πιο διασκεδαστική παραφιλολογία γύρω από το φιλμ είναι η υποψία πως οι βασικές ιδέες του ‘Inception’ είναι κλεμμένες από το αριστούργημα του Ντον Ρόσα, ‘Όνειρα Μιας Ζωής’, όπου οι Μουργόλυκοι εισβάλουν στα όνειρα του Σκρουτζ, εκεί όπου ο ήρωάς μας ζει και ξαναζεί ενοχικές εκδοχές του δικού του αισθηματικού δράματος γύρω από την γυναίκα που άφησε πίσω, όπως συμβαίνει με τον Κομπ και την γυναίκα του, που παίζει η Μαριόν Κοτιγιάρ. Οι ομοιότητες είναι πράγματι αρκετές, αλλά η ιστορία του Ρόσα εκδόθηκε πρώτη φορά στην αγγλική γλώσσα το 2004.

Συνάφεια παρουσιάζεται και με το σπουδαίο άνιμε του Σατόσι Κον, ‘Paprika’, άλλη μια ιστορία που περιστρέφεται γύρω από εισβολείς ονείρων. Η ταινία είναι του 2006, ωστόσο το βιβλίο στο οποίο βασίζεται, κυκλοφόρησε το 1993. Νταν-νταν-ΝΤΑΑΑΑΝ.

ΝΑ ΠΕΣΕΙ Η ΚΟΡΝΑ ΤΟΥ ΧΑΝΣ ΤΣΙΜΕΡ ΠΑΡΑΚΑΛΩ.

Ο χαρακτήρας

Ο Σάιτο είναι εκεί για να ξεκινήσει και για να τελειώσει την ταινία. Το αχαρτογράφητο του μυαλού του είναι το πεδίο δράσης αλλά και το πεδίο ανάπτυξης των μοτίβων του φιλμ, εκείνος ο αντικατοπτρισμός απέναντι από τον οποίο ο Κομπ εξερευνά τις δικές του ενοχές και εμμονές. Καθόλου τυχαίο που υπήρξε εξαρχής μια από τις βασικές σταθερές του φιλμ, με τον Νόλαν να γράφει εξαρχής τον χαρακτήρα πάνω στον Κεν Γουατανάμπε.

Η καριέρα

O Τομ Χάρντι είχε ήδη κάνει το ‘Bronson’ οπότε ήταν στο ραντάρ του σινεφιλικού κόσμου, όμως ήταν η κουλ, στιβαρή εμφάνισή του σε αυτή την ταινία που τον έβαλε on track για τη μετέπειτα εξέλιξη της καριέρας του. Με εφαλτήριο το ‘Inception’ πήρε μπόλικους στυλιζαρισμένα crime ρόλους, ενώ συνέχισε να δουλεύει με τον Νόλαν, παίζοντας 2 χρόνια αργότερα τον Μπέιν στο κλείσιμο της Μπάτμαν τριλογίας του σκηνοθέτη. Εκεί, ο Χάρντι έδωσε τα διαπιστευτήριά του ως ο κατεξοχήν μουρμουρο-ερμηνευτής της γενιάς του, ένας άκρως φωτογενής ηθοποιός ικανός να σε καθηλώσει στην οθόνη απλά βγάζοντας φθόγγους και κοιτάζοντας με ένα βλέμμα κλιμακούμενης παράνοιας.