ΣΙΝΕΜΑ

Τρεις μέρες μετά, ο δικός μου Philip Seymour Hoffman

Από το "Hunger Games" ως τη "Συνεκδοχή" κι όλα τα ενδιάμεσα. Τρεις ρόλοι, τρεις ταινίες, τρεις πτυχές για τον Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν, λίγες μέρες μετά τον θάνατό του.

Δεν είναι ούτε ακριβώς νεκρολογία, ούτε προφίλ, ούτε λίστα. Δεν ξέρω τι είναι. Είναι ένα κείμενο για τον Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν, για τους αγαπημένους μου ρόλους του, για τον θάνατό του, για τον θάνατο γενικώς, επειδή τρεις μέρες μετά το πρόωρο τέλος της ζωής του, δεν μπορώ να καταφέρω να τον διώξω από τις σκέψεις μου.

Το “Mission: Impossible III” και τα μπλοκμπάστερ

Η τελευταία φορά που είδαμε τον Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στη μεγάλη οθόνη πριν πεθάνει, ήταν στο “Hunger Games: Catching Fire”.

Ανάμεσα σε τουήτς θλίψης, σοκ, και συχνά αναδυόμενης αλκοολούχας απόγνωσης, το βράδυ του θανάτου του Χόφμαν ξεχωρίζω ένα που διαφέρει. Δεν έχει προέλθει από κάποιο μπαρ με τσούγκρισα στη μνήμη του ηθοποιού, δεν συνοδεύεται από κάποια βαθιά ατάκα ενός από τους πολλούς φιλοσοφημένους ρόλους του, δεν παραπέμπει στο λινκ κάποιας συγκλονιστικής ερμηνείας του. Είναι κάτι εντελώς αναπάντεχο.

Είναι από μια νεαρή φαν του “Hunger Games” που γράφει, “RIP Philip Seymour Hoffman. if only the odds were ever in your favor…”. Από όλα όσα έχω διαβάσει, είναι εκείνο που νιώθω να με συγκινεί περισσότερο, μόνο και μόνο για το αναπάντεχο της υπόθεσης. Μπορώ να φανταστώ φανς του Χόφμαν, ακαδημαϊκούς και μη θεατές, κριτικούς, σινεφίλ, να σνομπάρουν, να προσποιούνται πως αυτός, ο σπάνιος εμπορικός Χόφμαν είναι απλά μια υποσημείωση, αλλά δεν είναι.

Γιατί κοίταξε. Όλοι οι ηθοποιοί, ακόμα κι οι πιο εκλεπτυσμένοι, θα έρθει η στιγμή που θα κάνουν κι ένα εμπορικό βήμα. Άλλοι δε θα μπορέσουν να το κάνουν με χάρη, κι έτσι παθαίνεις το ‘Ρόμπερτ ντε Νίρο’. Άλλοι θα κάνουν διαρκή πήγαινε-έλα, κι έπειτα υπάρχουν κι εκείνοι που, όταν το πράξουν, θα το κάνουν να φανεί σα να μη διαφέρει από αυτό που έκαναν πάντα. Φυσικά θα καταλάβω τον θαυμαστή που θα ανατρέξει σε μια σκηνή από τις συνεργασίες με τον Πολ Τόμας Άντερσον ή εκείνον που θα βυθιστεί σε καταθλιπτικές σκέψεις για τη “Συνεκδοχή” (παρών, θα επανέλθω), όμως μπορώ εξίσου να καταλάβω κι αυτόν που θα ακούσει για το θάνατο του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν και θα σκεφτεί το “Hunger Games”.

Ή, ας πούμε για το “Mission: Impossible III”. Διάβολε, πόσο καλός ήταν ο Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στο “Mission: Impossible III”; Τη λατρεύω αυτή την περιπέτεια, κι αυτός είναι ίσως ο μεγαλύτερος μεμονωμένος λόγος. Είναι σαν μεγάλο επεισόδιο του “Alias”, κάτι που δεν ακούγεται πολύ κινηματογραφικό, και ο ρόλος του ήταν γραμμένος σαν σε χαρτοπετσέτα με στυλό που του τελείωνε το μελάνι. Δεν υπάρχει τίποτα εκεί, αλλά είναι πάνω σε αυτό το κενό, σε αυτό το ουσιαστικό τίποτα, που ο Χόφμαν αφήνεται να αυτοσχεδιάσει από έναν σκηνοθέτη που μοιάζει απλώς να του έχει ζητήσει να “μοιάζει απειλητικός”.

Ο Χόφμαν σε εκείνη την ταινία είναι τρομακτικός.

Μοιάζει με τον νιχιλισμό μετουσιωμένο σε άνθρωπο. Είναι οργή και αγανάκτηση και παράλογη κακία, μέσα σε ένα βλέμμα. Ο τύπος δεν αστειεύεται. Είναι ένα πράγμα να δημιουργείς μεστές περσόνες μέσα από έργα-εκκλησιαστικά ψηφιδωτά κι είναι άλλο να φτιάχνεις έναν τόσο αξιομνημόνευτο κακό μέσα από ένα σύννεφο αόριστης ιδέας. Οι σνομπ μπορούν να καγχάσουν όσο θέλουν, αλλά ο Όουεν Ντέιβιαν του “Mission: Impossible III” είναι ένας από τους τρεις αγαπημένους μου ρόλους του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν.

Είναι κι αυτά περήφανα κομμάτια της τέχνης που αφήνει πίσω. Κι εδώ είναι που φαίνεται πώς ο Χόφμαν μπορούσε να καταλύσει τα όρια ανάμεσα στα είδη. Τόσο στο “Mission: Impossible III”, όσο και στο “Hunger Games” που λέγαμε νωρίτερα, ήταν φανταστικός. Το “Hunger Games” ήταν πολύ καλό γενικότερα, μια απόδειξη πως δεν έκανε μπλοκμπάστερ μια τυχαία σαβούρα, αλλά έναν ρόλο με ψωμί. Στο τρίτο μέρος θα έχει σαφώς περισσότερα να κάνει, κι αυτό θα φανεί τότε. Τα γυρίσματα για τον ίδιο είχαν σχεδόν ολοκληρωθεί, κάτι που σημαίνει πως μέχρι και το 2015 θα έχουμε να περιμένουμε δείγμα της δουλειάς του στη μεγάλη οθόνη.

Η τελευταία φορά που θα δούμε τον Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στη μεγάλη οθόνη, θα είναι στο “Hunger Games: Mockingjay – Part 2”.

Το “Master” και η φήμη

Σίγουρα δε βοηθάει που υπάρχει ένας ήδη πολύ μεγάλος Χόφμαν, όμως πραγματικά, τον Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν θα έπρεπε να τον γνωρίζουν περισσότεροι, περισσότερο.

Υποθέτω οι συνθήκες και το context του θανάτου πάντα έχουν κάποια σχέση, είναι δηλαδή πολύ πιο εύκολο (πολύ πιο ανθρώπινο; δεν ξέρω) να φωνάξεις το σοκ και τη στεναχώρια σου όταν σκοτώνεται από δυστύχημα ή από ατύχημα από το πουθενά ένας 30άρης ηθοποιός, παρά όταν γίνεται θύμα των δαιμόνων του με αυτό τον αυτοκαταστροφικό τρόπο. Στην πρώτη περίπτωση θες να φωνάξεις “ΤΙ ΤΙ ΤΙ;; ΌΧΙ ΡΕ ΦΙΛΕ”, στη δεύτερη θες να τρίψεις αργά την περιοχή ανάμεσα στα μάτια σου και να βάλεις ένα ουίσκι.

Όμως κάτι σε μια περίπτωση ενός καλλιτέχνη που χώθηκε (χάθηκε) εντελώς στην πορεία, αφήνει πιο επίμονο σημάδι μέσα σου. Και για να μην εξαντλήσουμε τις γενικότητες: ενώ πέραν του σοκ της είδησης δεν ένιωσα συνταραγμένος από το χαμό του Χόφμαν αρχικά, διαπιστώνω πως είναι λίγα τα άλλα πράγματα που έχουν καρφωθεί στο μυαλό μου έκτοτε. Επιστρέφω διαρκώς στο γεμάτο ερωτηματικά και κενά βλέμμα που είχε πάντα, στους ρόλους του, στο επερχόμενο κενό που θα αφήσει το οποίο σταδιακά αρχίζω να συνειδητοποιώ.

Σταδιακά επειδή ο Χόφμαν ήταν συνεχώς εκεί, κάθε χρόνο με μπόλικες ταινίες, με ρόλους πάντοτε καλούς, με ερμηνείες πάντα καθηλωτικές, μια διαρκώς παραλλαγμένη περσόνα που δεν είχε επιχειρήσει ποτέ να σου επιβληθεί από τα μέσα ή ως Φίλιπ, παρά ήταν διαρκώς εκεί όταν επέλεγες καλό σινεμά. Ο Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν ήταν η προσωποποίηση της σταθερής σπουδαιότητας.

Και μας είχαν πει οι μέτριοι πως αυτό δεν μπορεί να γίνει.

Έχουμε συνηθίσει το είδος του σταρ που διαχειρίζεται εικόνα και φήμη και ταλέντο με έναν τρόπο που δημιουργεί αφηγήσεις, που δημιουργεί κάτι μεγαλύτερο. Και που διαπραγματεύεται τις στιγμές μεγαλείου με μικρές υποχωρήσεις. Για να το πω αλλιώς, για σχεδόν κάθε καλό ηθοποιό, ξέρουμε με σχετική βεβαιότητα ποια θα ήταν η εικόνα και ο ρόλος και η αφήγηση που θα τον συνόδευε στον άλλο κόσμο. Υπάρχει το αποκορύφωμα, και υπάρχουν και οι επί τόπου κορυφώσεις που θα αναζητηθούν σε δεύτερη φάση, και μετά υπάρχει κι εκείνο το κομμάτι του έργου που θα γλιστρήσει και θα χαθεί ανάμεσα στις γραμμές.

Όχι για τον Χόφμαν, του οποίο ο κάθε ένας ρόλος μοιάζει να είναι κορύφωση. Αν ρωτήσεις είκοσι ανθρώπους… well, δεν έχω ιδέα σε τι θα τον θυμάται ο καθένας. Έχω ακούσει:

  • οτιδήποτε Πολ Τόμας Άντερσον
  • συγκλονιστικός στο “Before the Devil Knows You’re Dead”
  • κλάμα στο “Mary and Max” και είναι μόνο η φωνή του
  • “ΤΗΕ MASTER” (αυτό είναι το δικό μου, είναι η δεύτερη από τις τρεις αγαπημένες μου ερμηνείες του)
  • υπέροχος στο “The Boat that Rocked” (αναπάντεχα πολλές ψήφοι εδώ)
  • μεγαλείο στη “Synecdoche, New York”
  • έδινε ρέστα στο “Doubt”
  • ανατριχίλα το “25th Hour”
  • ήταν όλη η ταινία στο “Charlie Wilson’s War”

(Σε έναν ακόμα θρίαμβο ευστοχίας των Όσκαρ, ειλικρινά δε νομίζω πως θα έλεγε κανείς αγαπημένο του Χόφμαν το “Capote” αλλά ΟΚ, υποθέτω ότι σε κάποιο παράλληλο σύμπαν έχει έστω ελάχιστη σημασία το ότι έχει βραβευτεί με Όσκαρ. Πραγματικά, κανείς δε νοιάζεται, ξέρουμε τι είδαμε από αυτό τον άνθρωπο.)

Κατάφερνε επίσης να μένει στη μνήμη ακόμα κι όταν έκανε δεύτερους ή περιφερειακούς ρόλους. Με μια-δυο σκηνές μπορούσε να αφήσει τη στάμπα του πάνω σε μια ταινία, από “Talented Mr. Ripley” μέχρι το, ξέρωγω, “Along Came Polly” κι από το “Big Lebowski” μέχρι το φανταστικό “Almost Famous”. Υπάρχει μεγαλύτερη πιθανότητα για έναν σημαντικό, παγκοσμίως αναγνωρισμένο ως αληθινά Μεγάλο ηθοποιό, να τον πετυχαίνεις για χρόνια και δεκαετίες σε ταινίες που δεν ήξερες καν πως παίζει, και να μαγεύσαι ξανά από αυτόν για -μια ακόμη- πρώτη φορά;

Αυτά μπορεί να κόστισαν σε άμεσο, φτηνό, star power με ημερομηνία λήξης και εξώφυλλα που θα ξέφτιζαν, όμως εγγυώνται μια staying power σχεδόν δίχως προηγούμενο στα κινηματογραφικά ιστορικά. Δε θα σταματήσουμε ποτέ να βρίσκουμε κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο Χόφμαν. Ο Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν παίρνει την ιδέα μιας καριέρας-καρδιογράφημα και την διαλύει. Αυτή είναι η μαγεία αυτού του ηθοποιού.

Προσπαθώ τρεις μέρες τώρα να τον χωρέσω μέσα ένα κουτί, μια περιγραφή, μια αίσθηση, αλλά δε γίνεται. Μπορούσε να είναι τα πάντα.

Το “Synecdoche, New York” και ο θάνατος

“Die.”

Είναι μια σκέψη που είχα και πριν λίγο καιρό με τον θάνατο του Τζέιμς Γκαντολφίνι ο οποίος, πιθανώς ανεξήγητα όπως συνήθως είναι οι πηγαίες αντιδράσεις μας σε τέτοια ζητήματα, με είχε συγκινήσει όσο ποτέ κανένας θάνατος ανθρώπου που δεν ήξερα. Συνήθως είμαι πιο παγωμένος, αλλά κάτι στον Γκαντολφίνι με είχε κάνει να θέλω να βάλω τα κλάμματα. Όταν είχα προσπαθήσει να το εκλογικεύσω κατέληξα στην ιδέα του θανάτου και πώς αυτή περνούσε μέσα από το έργο του.

Μπορεί να είναι απλοϊκό αλλά αυτή είναι η σκέψη. Υπάρχουν οι ηθοποιοί (και με τους ηθοποιούς είναι πάντα διαφορετικό γιατί απλώς ερμηνεύουν, δεν δημιουργούν τις ιδέες και τις θεματικές) που τους αγαπάμε, που είναι διάσημοι, που θα σοκαριστούμε όταν πεθάνουν, που θα τους πετυχαίνουμε σε έργα και θα χαμογελάμε πικρά, που θα κάνουμε λίστες με τις αγαπημένες μας ταινίες τους, κι όλα αυτά είναι απολύτως αποδεκτά γιατί δε μπορούν να είναι όλοι σαν τον Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν ή τον Τζέιμς Γκαντολφίνι.

Αυτοί είναι ηθοποιοί που απογύμνωσαν τους εαυτούς τους απέναντι σε ρόλους, απέναντι σε δημιουργούς, απέναντι σε κοινό, απέναντι σε συναδέλφους, όχι για να γίνουν διάσημοι, όχι για να αποκτήσουν φανς, όχι για να πιάσουν νούμερα στο box office. Ξανά, τίποτα κακό με όλα αυτά. Αλλά για εμένα προσωπικά πάντα θα μετράει λίγο παραπάνω όταν ο άλλος έχει διαθέσει τον εαυτό του και το ταλέντο του και τα κομμάτια της ψυχής του, σε μια εξερεύνηση. Της ζωής, του μάταιου, της τέχνης, του θανάτου.

Αυτά υπάρχουν στο πρόσωπο και στην αύρα και στα λόγια που λέει όπου κι αν παίζει, ό,τι κι αν κάνει, κι αυτό είναι κάτι που εν τέλει δεν μπορείς να το έχεις, όσο καλό ατζέντη κι αν έχεις, όσο καλές επιλογές κι αν έχεις κάνει, όσο ‘ταλέντο’ κι αν έχεις. Υπήρχε άλλος ηθοποιός που θα μπορούσε να έχει βγάλει ερμηνευτικό νόημα από το “Synecdoche, New York” με τον τρόπο που το έκανε ο Χόφμαν;

Όταν είχα δει εκείνη την ταινία ένιωθα την επόμενη μέρα πως κάποιος έχει μετακινήσει το έδαφος από κάτω μου. Αλλού πατούσα κι αλλού βρισκόμουν. Παραμένει η αγαπημένη μου ταινία των τελευταίων 15 χρόνων, και ταυτόχρονα μια ταινία τόσο πλήρης (μες στις ελλείψεις και τις αδυναμίες της) για την εμπειρία της ζωής, που δε ξέρω πότε θα μπορέσω να την ξαναδώ. Ειδικά τώρα που ο Χόφμαν, πρωταγωνιστής στον αγαπημένο μου ρόλο της σπουδαίας καριέρας του, είναι νεκρός.

O Χόφμαν εκεί παίζει έναν σκηνοθέτη που χάνει τον έλεγχο μιας δημιουργίας του, όπου φυσικά η δημιουργία είναι συνεκδοχή της ζωής. Φτιάχνει μια μικρή Νέα Υόρκη για σκηνικό του νέου του έργου, αλλά σύντομα αυτό το σκηνικό γιγαντώνεται και καταπίνει όλη του τη ζωή. Παύει να ξεχωρίζει τι είναι αληθινό, τι είναι δημιούργημα, αρχίζει να νιώθει κι ο ίδιος κατευθυνόμενος- εκπληκτική σκέψη, γιατί ίσως αυτό το επίπεδο αντίληψης μας οδηγεί στο να αποκτήσουμε συναίσθηση της θέσης μας όχι πλέον ως μαέστρους μιας ζωής-ορχήστρας, αλλά ως ασήμαντες λεπτομέρειες ενός σύμπαντους-έργου.

Η ταινία του Κάουφμαν μιλάει για το πώς η εκ των πραγμάτων αδυναμία μας να αγγίξουμε το τέλειο και την ολοκληρωση, είναι ουσιαστικά το καύσιμο για να συνεχίσουμε να δημιουργούμε. Η “Synecdoche” είναι μια καατάθεση στο θάνατο ως αποθέωση: Όλοι εκεί βαδίζουμε, φυσικά, και ποτέ τίποτα δεν τελειώνει τακτικά και προβλεψιμα. Το τέλος δεν ολοκληρώνει ποτέ τίποτα, παρά το αφήνει κενό- κι είναι αυτό το κενό που του δίνει και σημασία.

“Θα πεθάνω και το ίδιο κι εσύ, και το ίδιο και όλοι εδώ,” λέει ο χαρακτήρας του Χόφμαν σε ένα σημείο του έργου. “Αυτό θέλω να εξερευνήσω. Όλοι πέφτουμε ορμητικά προς το θάνατό μας, κι όμως είμαστε στιγμιαία εδώ, ζωντανοί. Κάθε ένας από εμάς ξέρει πως θα πεθάνουμε, κάθε ένας από εμάς κρυφά πιστεύει πως θα ζήσει για πάντα.”

Η ζωή μας είναι απλά μια μικρή παρένθεση, οπότε απλά μπορείς να ελπίζεις σε ένα ‘έργο’ μεγαλύτερο από αυτήν. Εξάλλου μόνο εκεί, στο τέλος, μπορεί ό,τι έχει προηγηθεί να βγάλει αληθινά νόημα. Το άτακτο του θανάτου του Χόφμαν θα αναδείξει ακόμα εντονότερα το μεγαλείο– όχι της ‘καριέρας’ διάολε, δεν ήταν ένας από εμάς. Το μεγαλείο του έργου του. Της εξερεύνησής του.

Στο τέλος του “Synecdoche, New York”, ο δημιουργός που υποδύεται ο Χόφμαν μονολογεί, “Ξέρω τι θέλω να κάνω με αυτό το έργο τώρα. Έχω μια ιδέα.” Δεν έχει σημασία. Στο τέλος, δεν έχει σημασία. Ελπίζεις ό,τι έχεις κάνει να είναι ήδη αρκετό.

Και διάβολε, αυτό που έχει κάνει ο Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν θα είναι παραπάνω από αρκετό. Για πάντα.