Katie Parla's Roman Kitchen/Kat Tan
BEST SELLER

Η Katie Parla γνώριζε από πάντα ότι έπρεπε να μείνει στη Ρώμη

Μία συζήτηση με την αρθρογράφο και συγγραφέα των New York Times που εμπιστεύονται εκατοντάδες αναγνώστες, ταξιδιώτες και foodies όταν αναζητούν το αυθεντικό πρόσωπο της Ρώμης.

Συγγραφέας best sellers βιβλίων μαγειρικής των New York Times, οδηγός γαστρονομικών περιηγήσεων, δημοσιογράφος φαγητού και ποτού, υποψήφια τηλεοπτική παρουσιάστρια για Emmy και συμπαρουσιάστρια του podcast GOLA για την ιταλική οινογαστρονομική κουλτούρα, η Katie Parla είναι ο άνθρωπος που εμπιστεύονται εκατοντάδες αναγνώστες, ταξιδιώτες και foodies όταν αναζητούν το αυθεντικό πρόσωπο της Ρώμης.

Από το 2003, η ιταλική πόλη αποτελεί τη μόνιμη βάση της, καθώς αποφάσισε να αφήσει το New Jersey, τη γενέτειρά της, και να αφοσιωθεί στον τόπο που την εξίταρε σχεδόν από τα σχολικά της χρόνια. Η Ρώμη ήταν το πρώτο της ταξίδι πέρα από τις ΗΠΑ, τα Λατινικά, το μάθημα που ενίσχυσε ακόμα περισσότερο την εμμονή της με την Ιταλία και τελικά ένα μάστερ γύρω από τη γαστρονομία της χώρας, το τελευταίο βήμα για να ξεκινήσει ένα καινούργιο, συναρπαστικό κεφάλαιο στη ζωή της.

«Δεν αναρωτήθηκα ποτέ, ήθελα πάντα να μείνω στη Ρώμη. Με έλκυε, είχα μια εμμονή με την πόλη. Αγαπώ κι άλλες πόλεις αλλά η Ρώμη είναι εδώ που πρέπει να είμαι» λέει χωρίς δεύτερη σκέψη, στη συνέντευξή μας που έγινε μέσω Zoom. Η Katie Parla αποτελεί πρότυπο για πολλούς δημοσιογράφους φαγητού εκεί έξω και κυρίως για τις γυναίκες, καθώς κατάφερε να κυνηγήσει το όνειρό της και τελικά να αναδειχθεί σε μία από τις πιο αξιόπιστες πηγές που στρεφόμαστε όταν αναζητούμε πληροφορίες για το επόμενο ταξίδι μας στην Αιώνια Πόλη και όχι μόνο.

Όταν βρέθηκα στην Ιταλία ένιωθα μπερδεμένη και ξένη. Δεν αισθανόμουν ότι άνηκα εδώ και αυτό μού έδωσε κίνητρο. Σκέφτηκα ‘δεν ξέρεις τίποτα’.

Μπορεί να προέρχεται από οικογένεια Ιταλοαμερικανών, όμως όπως συμβαίνει με την πλειοψηφία των νεότερων γενεών που ζουν στις ΗΠΑ, η ιταλική κληρονομιά της χάθηκε στο πέρασμα των χρόνων. «Όταν έφτασα στην Ιταλία δεν αναγνώριζα απολύτως κανένα φαγητό. Στην ιταλοαμερικανική κουλτούρα, αν θέλουμε να την ονομάσουμε έτσι, είτε είσαι στη Νέα Υόρκη είτε στη Βοστώνη, ή στο Σικάγο, υπάρχουν πολλά κοινά πιάτα και υλικά αλλά κάποιες διαφορές ανάλογα με το μέρος».

«Στην πραγματικότητα όμως, η κουζίνα είναι αμερικάνικη και όχι ιταλική. Υπάρχουν υλικά όπως οι ντομάτες και η μοτσαρέλα αλλά αυτά έχουν υιοθετηθεί στην κουζίνα και είναι πολύ λογικό. Οι περισσότεροι Ιταλοαμερικανοί είναι τρεις με τέσσερις γενιές μετά οπότε δεν καταλαβαίνουν την ιταλική γλώσσα ούτε την κουλτούρα. Και είναι φυσιολογικό να μπερδεύεις την ιταλοαμερικανική κουλτούρα με την ιταλική και όταν βρέθηκα στην Ιταλία ένιωθα μπερδεμένη και ξένη. Δεν αισθανόμουν ότι άνηκα εδώ και αυτό μού έδωσε κίνητρο. Σκέφτηκα ‘δεν ξέρεις τίποτα’. Είχα τόσα να μάθω κι αυτό το βρήκα συναρπαστικό».

Η καταγωγή της όμως διαμόρφωσε τη σύνδεση που ένιωθε ανέκαθεν με την Ιταλία. Για αρκετό καιρό, η Katie καταπιανόταν με διάφορα πράγματα, όμως το 2008, τη χρονιά που αποφάσισε να κάνει το μεταπτυχιακό της, και αγαπώντας ήδη τη Ρώμη, της γεννήθηκε η επιθυμία να δημιουργήσει κάτι σταθερό γύρω από το φαγητό. «Είπα να το δοκιμάσω κι έτσι εστίασα στο φαγητό. Τα άρθρα μου στους NY Times άρχισαν να περιστρέφονται περισσότερο γύρω από τη γαστρονομία, από τα ταξίδια που έγραφα. Το 2009 πήρα το ρίσκο να αφοσιωθώ στο φαγητό».

Το φαγητό στη Ρώμη

Katie Parla's Roman Kitchen/Kat Tan

«Η βιωσιμότητα εξαρτάται από τη γειτονιά. Η Ρώμη δεν αναπτύχθηκε με κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο, οπότε υπάρχουν γειτονιές που έχουν την κουλτούρα των αγορών, παίζουν ρόλο οι υποδομές και το δημογραφικό. Κι άλλες που είναι πιο εμπορικά δομημένες και ο κόσμος βασίζεται στα σούπερ μάρκετ. Δεν είναι αρνητικό από μόνο του, αλλά μιλάμε για επεξεργασμένο, συσκευασμένο φαγητό».

«Η Νέα Υόρκη εν αντιθέσει έχει άπειρο fast food αλλά και farmers’ market και κάποιες μικρές πραγματικότητες. Βέβαια απευθύνονται στους πολύ πλούσιους. Οπότε είναι κάπως εκτός λίγκας. Στη Ρώμη για παράδειγμα, υπάρχουν μέρη εύκολα προσβάσιμα και οικονομικά σχεδόν για όλους».

Η Katie αγαπάει τις τρατορίες, που σίγουρα ο κόσμος τις έχει κάπως πιο ρομαντικά στο μυαλό του. Αν μπορούσε, ωστόσο, να ξεχωρίσει τα αγαπημένα της μέρη, αυτά θα ήταν κάτι “super casual”, όπως την trattoria Cesare al Casaletto, το Pizzarium, στο οποίο βρίσκεις pizza by the slice για να φας στο χέρι και τέλος το Mordi e Vai για τα «εκπληκτικά σάντουιτς».

«Για την αυθεντικότητα παίζει ρόλο το πού βρίσκεσαι. Πέρασα κάποιο διάστημα στη Βενετία, την οποία ο κόσμος δεν τη συνδέει πλέον με την αυθεντικότητα, τη θεωρούν σαν την Disneyland. Ανακάλυψα ότι μπορείς να βρεις εκείνη τη φάρμα που πουλάει μία φορά την εβδομάδα, τον μικρό παραγωγό, αλλά πρέπει να το ψάξεις πάρα πολύ, είναι σκληρή δουλειά. Δεν είναι τόσο φανερό. Κανείς δεν θα σε βοηθήσει να βρεις τα cool μέρη, θέλει να τα κρατήσει για τον εαυτό του».

Αγαπώ την Ελλάδα γιατί απλώς βάζεις τη μάσκα σου και παρατηρείς τον βυθό, είναι σαν διαλογισμός.

Μία από τις καλύτερες εμπειρίες της ήταν όταν επισκέφθηκε το νησί Ponza για την έρευνα ενός βιβλίου. Ο χρόνος που πέρασε στις κουζίνες να μαγειρεύει με κατοίκους αλλά και αυτός που βρέθηκε μόνη της, της επέτρεψαν να εκτιμήσει τι γινόταν γύρω της. «Έκανα καγιάκ, που είναι πολύ δύσκολο, και έβλεπα τους αχινούς και διάφορα άλλα θαλάσσια είδη. Αυτός είναι κι ένας λόγος που αγαπώ την Ελλάδα. Απλώς βάζεις τη μάσκα σου και παρατηρείς τον βυθό, είναι σαν διαλογισμός. Αν και στην πραγματικότητα κοιτάς απλώς το φαγητό που θα φας αργότερα. Ο κόσμος με καλούσε στις κουζίνες του, στις φάρμες τους, και οι συνταγές μού χαρίστηκαν από ανθρώπους που με καλωσόρισαν στα σπίτια τους. Κι αυτό σίγουρα ήταν κάτι υπέροχο».

Η παράδοση

Katie Parla Katie Parla's Roman Kitchen/Kat Tan

Έχοντας γίνει αρκετός λόγος για τη διατήρηση της παράδοσης και την εξέλιξη της εκάστοτε γαστρονομικής κουλτούρας, η Katie πιστεύει ότι η καταγραφή όπως και το να προσπαθείς να διαφυλάξεις παραδόσεις που τείνουν να χαθούν είναι αρκετά σημαντικά ζητήματα. Ωστόσο, δεν θεωρεί ότι προκειμένου μία κοινωνία να επιβιώσει ή να είναι έγκυρη, πρέπει να μένει στο παρελθόν.

«Αυτά που τρώμε σήμερα στην Ιταλία είναι αυτά με τα οποία ο κόσμος έχει εμμονή και θέλει, ως επί το πλείστον να τα υιοθετήσεις ή να τα επανεφεύρει στον 21ο αιώνα. Αν τρώγαμε όπως πριν από 150 χρόνια, οι άνθρωποι θα ήταν υποσιτισμένοι και θα είχαν μια διατροφή που δεν θα ταίριαζε στο σήμερα».

«Τα πράγματα αλλάζουν και διαμορφώνονται και νομίζω στη Μεσόγειο θέλεις να κρατήσεις το φαγητό των παππούδων σου αλλά μπορείς να κινηθείς μπροστά και να επανεφεύρεις φαγητά. Θα ήθελα όμως περισσότερο λίπος χοιρινού και όχι τόσο ελαιόλαδο, όπως έκαναν πριν από 60 χρόνια».

Η ίδια αντιλαμβάνεται τη μεγάλη ευθύνη που φέρει κάνοντας αυτή τη δουλειά. Τα food tours αποτελούν μεγάλο κομμάτι της επαγγελματικής της δραστηριότητας αλλά τόσο με το γράψιμο – βιβλία μαγειρικής και άρθρα – όσο και με τα podcast, επικοινωνεί το φαγητό με πολλούς τρόπους. «Αναδεικνύω ανθρώπους που δεν έχουν μία πλατφόρμα είτε γιατί είναι απασχολημένοι να φτιάχνουν το φαγητό είτε γιατί δεν ξέρουν πως να επικοινωνήσουν σε άλλες γλώσσες, έτσι είναι ευθύνη μου να τους φέρω σε αυτή την πλατφόρμα με την αξιοπρέπεια που τους αξίζει. Αυτή είναι η κινητήριος δύναμή μου στη δύσκολη κι επίπονη διαδικασία του γραψίματος».

Οι νέες γαστρονομικές εμπειρίες

«Αγαπώ τις ιδιωτικές ξεναγήσεις γιατί έχω μια πιο προσωπική εμπειρία με ένα άτομο, με ένα ζευγάρι ή με μία παρέα φίλων. Παίρνουμε μαθήματα που μάς δίνουν μια εικόνα όλης της Ιταλίας και μπορούν να διαμορφώσουν εμπειρίες γύρω από την κουλτούρα του φαγητό και του ποτού. Δεν είμαι φαν των μαζικών ξεναγήσεων και σίγουρα αν τις έκανα θα είχε μεγαλύτερο αντίκτυπο αλλά έτσι δεν θα μπορούσα να πάω τον κόσμο στις μικρές επιχειρήσεις που θαυμάζω ή στις αγορές.

Η Katie παραδέχεται ότι ο κόσμος αναζητά πλέον εμπειρίες που θα τον φέρουν πιο κοντά με τους artisans. Ο κόσμος θέλει επαφή με τους παραγωγούς, να γνωρίσει τον φούρναρη, να αγοράσει φρέσκα υλικά στην αγορά, αν είναι στην εξοχή να επισκεφτεί έναν αμπελώνα ή έναν τυροκόμο, μία φάρμα. «Θέλει απευθείας επαφή με αυτόν που φτιάχνει το φαγητό, το οποίο δεν είναι καθόλου απλό».

«Νομίζουν ότι σαν δημοσιογράφοι φαγητού δεν κουραζόμαστε ποτέ να βγαίνουμε. Και υπάρχουν πάρα πολλοί εκεί έξω που γράφουν για φαγητό και παράλληλα κάνουν δημόσιες σχέσεις. Δεν κατηγορώ κάποιον που προσπαθεί να ζήσει σε ένα περίπλοκο περιβάλλον, αλλά εγώ για παράδειγμα επέλεξα να κάνω ιδιωτικές ξεναγήσεις ώστε να μην έχω δωρεάν γεύματα, να κάνω εκπτώσεις ή δημόσιες σχέσεις σε εστιατόρια. Τους εκνευρίζω πολύ όταν ζητάω αποδείξεις. Αλλά πρέπει να κρατήσεις επαγγελματική απόσταση, μια ηθική. Βέβαια εγώ μπορώ να το κάνω αυτό, δεν είναι το ίδιο για όλους».

Υπάρχει μία μοναχικότητα στο να γράφεις και κάτι που ίσως αγνοεί αρκετός κόσμος είναι να μπορείς να το κάνεις ανεξαρτήτως διάθεσης και του πώς κυλούν τα πράγματα στη ζωή σου. «Είμαι αναβλητική είτε είμαι καλά είτε όχι. Δεν θα πρότεινα τη διαδικασία συγγραφής μου. Κάθομαι και κάπως βγαίνουν χιλιάδες λέξεις στο χαρτί τρεις μέρες μετά. Δεν έχεις καθόλου συναισθήματα. Όταν έχεις να παραδώσεις ένα βιβλίο, έχεις deadline, ή άρθρα με ιστορικά στοιχεία, απλώς το κάνεις, μπαίνεις σε survival mode».