Audrius Solominas / Netflix
STOCKHOLM SYNDROME

Clark Olofsson: Η αληθινή ιστορία του Σουηδού εγκληματία που έγινε σειρά στο Netflix

Ο Clark Olofsson, o πρώτος και πιο διάσημος εγκληματίας της Σουηδίας, εξαιτίας του οποίου προέκυψε ο όρος «Σύνδρομο της Στοκχόλμης», βλέπει για άλλη μια φορά τη ζωή του στην οθόνη, αυτή τη φορά στο Clark του Netflix.

«Εμπιστεύομαι πλήρως τον Clark και τον ληστή. Δεν μας έχουν κάνει κακό. Το αντίθετο, είναι πολύ καλοί μαζί μας. Αλλά Olof, φοβάμαι. Φοβάμαι ότι η αστυνομία θα μας επιτεθεί και θα μας σκοτώσει».

Στη μια άκρη του τηλεφώνου ήταν η 23χρονη Kristin Enmark, μια από τους 4 ομήρους του Jan-Erik Olsson στο υποκατάστημα της τράπεζας Sveriges Kreditbanken στην Στοκχόλμη (εκείνη που αργότερα περιέγραψε τον Clark ως κάτι ανάμεσα στον Ιησού και τον Τσε Γκεβάρα).

Και στην άλλη ο Olof Palme (δηλαδή εσύ πόσους συνολικά Olof ξέρεις;), πρωθυπουργός της Σουηδίας που δεν μπορούσε να πιστέψει τα αυτιά του ακούγοντας τον τρόπο που οι όμηροι υπερασπίζονταν παθιασμένα τους ληστές.

Όλα αυτά πίσω στο φθινόπωρο του 1973, όταν ο -καταδικασμένος σε φυλάκιση 8 ετών για ένοπλη ληστεία, κατά τη διάρκεια της οποίας σκοτώθηκε ένας αστυνομικός- 26χρονος Clark βρέθηκε να βγαίνει σούμπιτος από τη φυλακή υψίστης ασφαλείας που βρισκόταν. Προκειμένου να μπει μέσα στην τράπεζα και να βοηθήσει στο να επιλυθεί η κατάσταση.

Ο ληστής, βλέπεις, ήταν πρώην συγκρατούμενός του και σφόδρα γοητευμένος από τις ιστορίες και τις περιπέτειες του πρώτου celebrity ληστή της Σουηδίας. Εκείνος ο οποίος δεν δανείστηκε μόνο το όνομα του Clark Gable (έτσι τον βάφτισε η μάνα του που ήταν φαν του Αμερικάνου σταρ) αλλά και τη γοητεία του.

Γιατί μπορεί ο Olofsson να ήταν σάπιος ως το κόκκαλο, μπλέκοντας με το έγκλημα από πολύ νωρίς (ίσως και ως αντίδραση στη διαλυμένη οικογένεια από την οποία προερχόταν, με τον άφαντο εργάτη πατέρα και τη μάνα με τα ψυχολογικά προβλήματα), αλλά -αν το επιθυμούσε- κάλλιστα θα μπορούσε να γίνει κινηματογραφικός σταρ.

Βαφτίζοντας το «Σύνδρομο της Στοκχόλμης

Τελικά η αστυνομία, την έκτη ημέρα, πέταξε ό,τι δακρυγόνο βρήκε μπροστά της, μπήκε στην υπό κατάληψη τράπεζα και έσωσε τους ομήρους (που ποτέ δεν δέχθηκαν να καταθέσουν εναντίον των ληστών).

Αλλά, το πιο σημαντικό, η πρωτόγνωρη αυτή κατάσταση οδήγησε τους ψυχολόγους να δημιουργήσουν το «Σύνδρομο της Στοκχόλμης». Μπαμπάς του οποίου ήταν ο Clark.

Ένας «μπαμπάς» που, στη συγκεκριμένη τηλεοπτική μεταφορά που βλέπουμε στο Netflix, με τον Bill Skarsgård (βλέπε ο Pennywise του It) στον πρωταγωνιστικό ρόλο, αποτυπώνεται ως ένας γοητευτικός και «γλεντζές» καριερίστας εγκληματίας που δεν είδε ποτέ γυναίκα που να μην ερωτεύτηκε.

Οι περισσότερες ήταν για μια νύχτα. Κάποιες έγιναν μητέρες των (συνολικά 6) παιδιών του. Αλλά όλες είχαν κακά μπλεξίματα από την ώρα που μπήκαν στο οπτικό του πεδίο.

Η αλήθεια ήταν πιο σκοτεινή από όσα βλέπουμε

Η συγκεκριμένη σειρά, φουλ εκθειαστική, βασίζεται τόσο στην αυτοβιογραφία που έγραψε ο ίδιος όσο και στο ομώνυμο ντοκιμαντέρ που κυκλοφόρησε το 2020. Προφανώς και είναι σούπερ διασκεδαστικό να την παρακολουθείς, αφού θυμίζει rollercoaster, αλλά είναι εμφανές ότι δεν θα της έκανε κακό να έβαζε τον πρωταγωνιστή της να μαθαίνει κάπου στην πορεία τη σημασία λέξεων όπως «ταπεινότητα», «αυτογνωσία» και «αυτοκριτική».

Η αλήθεια είναι ότι η σειρά, παρότι με σαφήνεια δηλώνει πως βασίζεται «στις αλήθειες και τα ψέματα» του Clark, είναι αρκετά πιστή στο τι όντως συνέβη. Με την πραγματικότητα, σε αρκετές περιπτώσεις, να είναι σαφώς πιο σκοτεινή.

Ο Clark για παράδειγμα δεν είχε απλώς μια δύσκολη παιδική ηλικία. Στην πραγματικότητα μεγάλωσε -εκείνος και οι αδελφές του- για αρκετά χρόνια σε ιδρύματα καθώς ο πατέρας τους είχε εγκαταλείψει και η μητέρα του ήταν κλεισμένη σε ψυχιατρείο.

Από την άλλη, αν μπούμε στη διαδικασία να ψάξουμε για ανακρίβειες, ο Clark δεν απέδρασε από τη φυλακή μόνο 17 φορές -όπως φαίνεται στη σειρά- αλλά πολλές παραπάνω. Και ναι, όσο απίστευτο και αν ακούγεται, όντως λήστεψε -στα ξεκινήματα της καριέρας του- το θερμοκήπιο της καλοκαιρινής έπαυλης του Σουηδού πρωθυπουργού Tage Erlander γιατί είχε μια λιγούρα για φρέσκα φρούτα. Με τη μόνη διαφορά ότι δεν τον κυνήγησε με το δίκαννο ο ίδιος ο πρωθυπουργός, αλλά ένας από τους κηπουρούς του.

Επιπλέον, παρότι ο ίδιος δεν σκότωσε ποτέ κανέναν (κάτι που βοήθησε στο να τον παρουσιάσουν τα μίντια ως μοντέρνο Ρομπέν των Δασών), όντως μαχαίρωσε πολλές φορές και χωρίς ουσιαστικό λόγο έναν μεσήλικα κατά τη διάρκεια μιας καλοκαιρινής γιορτής. Μια πράξη βίας που ήταν, με όρους marketing, off brand.

Για μένα το πιο εντυπωσιακό από όλα είναι πως τα κατάφερε, παρά τη χαοτική playboy ζωή του, παρά το μόνιμο παιχνίδι γάτας-ποντικού που έπαιζε επί δεκαετίες με τη σουηδική (αλλά και τη βελγική) αστυνομία, να παραμείνει παντρεμένος με τη Βελγίδα Marijke Demuynck (με την οποία είχε τρία παιδιά και στην οποία πάντα γύριζε) για πάνω από 20 χρόνια (1976-1999).

Αλλά έτσι ήταν ο Clark. Μια αντίφαση. Ένας εγωμανής άνθρωπος που έπαιρνε πάντα πολύ παραπάνω αγάπη και θαυμασμό από ότι του άξιζε. Τροφοδοτώντας ένα φαύλο κύκλο που τον έκανε να νιώθει ότι είναι όντως πρωταγωνιστής στη δική του ταινία.

Λογικό αν σκεφτείς την περίοδο, στα μέσα της δεκαετίας του 1970, που έκανε απίθανα πράγματα. Απέδρασε για παράδειγμα από τη φυλακή στη Σουηδία, λήστεψε μια τράπεζα στην Κοπεγχάγη, έκανε για λίγο dolce vita στη Γαλλική Ριβιέρα με τα κλοπιμαία και μετά αγόρασε ένα σκάφος, έκανε το γύρο της Μεσογείου, βγήκε στον Ατλαντικό, πήγε να πνιγεί και τελικά κατέληξε στην Ιρλανδία.

Αυτό που δεν δείχνει η σειρά

Αυτό που δεν δείχνει η σειρά είναι το τι συνέβη όταν 40άρισε. Τότε που σταμάτησε να έχει το κοκαλάκι της νυχτερίδας. Περνώντας πρώτα 7 χρόνια (1984-1991) σε μια βελγική φυλακή επειδή τον έπιασαν να προσπαθεί να μπει στη Σουηδία κουβαλώντας 25 κιλά αμφεταμίνης.

Στη συνέχεια άλλα 6 χρόνια σε μια δανέζικη (1999-2005), και μάλιστα σε απομόνωση, επειδή πήγε να μπει στη Δανία με 45 κιλά αμφεταμίνης.

Με το κερασάκι στην τούρτα να έρχεται το 2009, όταν και βρέθηκε και πάλι στη φυλακή, σουηδική αυτή τη φορά, έως και το 2006, όταν και απελάθηκε στο Βέλγιο.  Επιστρέφοντας στη χώρα που τον αποθέωσε, στα 73 του πλέον και ως ελεύθερος άνθρωπος, μόλις το καλοκαίρι του 2018. Μια ακόμη απόδειξη ότι οι ροκ σταρ (και οι ροκ σταρ ληστές) καλό είναι να πεθαίνουν νωρίς αν θέλουν να τους θυμόμαστε για πάντα νέους και μοιραίους.