iStock
TRUE CRIME

Η τελευταία εβδομάδα της Frauke Liebs

Η απαγωγή της νεαρής φοιτήτριας, τα παράξενα τηλεφωνήματα στους δικούς της και το μοιραίο τέλος που παραμένει μέχρι και σήμερα ανεξιχνίαστο.

Paderborn, Γερμανία, 2006

«Γυρίζω σπίτι σήμερα, δεν θ’ αργήσω».

Το βράδυ της 20ής Ιουνίου 2006 η Γερμανία ζει στον πυρετό του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Η είκοσι ενός ετών φοιτήτρια νοσηλευτικής Frauke Liebs βρίσκεται σε ένα μπαρ στο κέντρο του Paderborn, όπου παρακολουθεί μαζί με μία φίλη τον αγώνα Αγγλία-Σουηδία. Η ατμόσφαιρα είναι γιορτινή και το χαμόγελο δεν λέει να ξεκολλήσει από το πρόσωπο της Frauke. Κάποια στιγμή δανείζεται την μπαταρία του κινητού μίας φίλης, αφού η δική της έχει αδειάσει και αργότερα θα την επιστρέψει, μία λεπτομέρεια σημαντική για όσα θα ακολουθήσουν τις επόμενες ημέρες.

Γύρω στις 11 το βράδυ, η Frauke αποχαιρετά τους φίλους της και φεύγει από το μπαρ. Καθώς είχε πάνω της πέντε ευρώ, ίσως και λιγότερα, η λογική λέει πως σκόπευε να επιστρέψει στο σπίτι της με τα πόδια, το οποίο απείχε περίπου ενάμιση χιλιόμετρο από το μπαρ. Ένας άνθρωπος χρειάζεται περίπου δεκαπέντε με είκοσι λεπτά προκειμένου να διανύσει ενάμιση χιλιόμετρο με τα πόδια. Μόνο που είκοσι λεπτά μετά την αναχώρησή της, η Frauke δεν είχε επιστρέψει σπίτι.

Η Frauke Liebs γεννήθηκε στις 21 Φεβρουαρίου 1985 στο Lübeck. Μεγάλωσε σε μία ιδιαίτερα δεμένη οικογένεια και όσοι τη γνώριζαν την περιέγραφαν ως ένα ευγενικό, κοινωνικό και υπεύθυνο κορίτσι. Το 2006 σπούδαζε νοσηλευτική στη σχολή St. Vincenz στο Paderborn, ενώ συγκατοικούσε με τον κολλητό και πρώην αγόρι της, Chris.

Στις 00:49 τα ξημερώματα ο Chris λαμβάνει ένα περίεργο και ασαφές μήνυμα από το κινητό της Frauke: «Θα έρθω αργότερα. Το παιχνίδι ήταν ωραίο. Όχι κατά της Αγγλίας. Σ’ αγαπάω πολύ. Τα λέμε». Η αστυνομία θα ανακαλύψει αργότερα ότι το μήνυμα εστάλη από την περιοχή του Nieheim, μία μικρή πόλη περίπου 35 χιλιόμετρα βορειοανατολικά του Paderborn. Η Frauke δεν είχε κανέναν λόγο να βρίσκεται εκεί. Επίσης, η μπαταρία του κινητού της ήταν άδεια όταν έφυγε από το μπαρ, παρόλα αυτά η συσκευή με κάποιο τρόπο λειτουργούσε.

Την επόμενη ημέρα, η Frauke δεν εμφανίζεται στη δουλειά της. Η μητέρα της, Ingrid Liebs, γνωρίζοντας πως η κόρη της δεν συνήθιζε να λείπει αδικαιολογήτως από τη δουλειά, πηγαίνει στο αστυνομικό τμήμα του Paderborn γύρω στο μεσημέρι και αναφέρει την εξαφάνισή της. Φίλοι και συγγενείς ψάχνουν παντού, σε δρόμους, μπαρ και νοσοκομεία, αλλά μάταια. Για σχεδόν δύο μέρες η Frauke δεν δίνει σημεία ζωής.

Μέχρι που στις 22 Ιουνίου στις 10:25 το βράδυ, ο Chris δέχεται ένα τηλεφώνημα από τη Frauke: «Γεια σου, Christos. Ήθελα να σου πω ότι είμαι καλά και ότι θα γυρίσω σπίτι σύντομα. Πες το στη μαμά, στον μπαμπά και στους υπόλοιπους». Η συνομιλία κράτησε περίπου είκοσι δευτερόλεπτα. Σύμφωνα με τον Chris ακουγόταν ζαλισμένη, απέφευγε να απαντήσει σε ερωτήσεις και έκλεισε αμέσως το τηλέφωνο. Ο Chris παρατήρησε κάτι ακόμα: τον αποκάλεσε “Christos”, κάτι που έκανε μονάχα όταν ήταν θυμωμένη. Κανονικά τον φώναζε απλά “Chris”.

Τα τηλεφωνήματα θα συνεχιστούν τις επόμενες μέρες. Στις 23 Ιουνίου, στις 11:04 το βράδυ, η Frauke στέλνει μήνυμα: «Γυρίζω σπίτι σήμερα. Είμαι στο Paderborn». Δύο λεπτά αργότερα, ο αδερφός της, Frank, καταφέρνει να της τηλεφωνήσει. Η Frauke θα του πει: «Γυρίζω σπίτι σήμερα, δεν θ’ αργήσω. Είμαι στο Paderborn. Μη ρωτάς άλλα. Γυρίζω σπίτι». Ο Frank τη ρωτάει πού βρίσκεται, αλλά εκείνη απαντάει πως δεν μπορεί να του πει. Σύμφωνα με τον Frank, η φωνή της ακουγόταν φυσιολογική.

Το επόμενο τηλεφώνημα, στις 24 Ιουνίου, θα ανησυχήσει περισσότερο τους δικούς της. Ο Chris τη ρωτά αν είναι τραυματισμένη. Η Frauke απαντά «Όχι» και συνεχίζει: «Είμαι στο Paderborn. Είμαι στο Paderborn. Είμαι στο Paderborn». Η μητέρα της αργότερα θα πει πως της φάνηκε ότι η Frauke μιλούσε χαμηλόφωνα. Και η επανάληψη της λέξης “Paderborn”; Μήπως ήταν κάποιο είδος μηνύματος; Γεγονός είναι πως σε αυτή τη φάση των ερευνών, η αστυνομία δεν ανησυχεί για την τύχη της, αφού η Frauke έρχεται σε επαφή με τους δικούς της.

Στις 25 Ιουνίου, στις 10:28 το βράδυ, ο Chris θα δεχτεί νέο τηλεφώνημα. Η Frauke λέει ξανά ότι θα γυρίσει σπίτι μέσα στην ημέρα. Ο Chris τη ρωτά αν κινδυνεύει.

«Όχι», θα απαντήσει εκείνη
«Γιατί δεν γύρισες χθες;»
«Θα σου εξηγήσω».
«Ποιος είναι μαζί σου;»
«Θα σου πω αργότερα».

Η αστυνομία εντοπίζει τα τηλεφωνήματα σε διάφορες βιομηχανικές ζώνες του Paderborn. Πιθανότατα τα τηλεφωνήματα πραγματοποιούνταν μέσα από αυτοκίνητο, το οποίο κάποιος οδηγούσε σκόπιμα στις συγκεκριμένες περιοχές.

Έπειτα έρχεται το τελευταίο τηλεφώνημα στις 27 Ιουνίου 2006, στις 11:29 το βράδυ, ακριβώς μία εβδομάδα μετά την εξαφάνισή της. Η αδερφή της Frauke, Karen, είναι μαζί με τον Chris.

Chris: Frauke;! Η Karen είναι κι αυτή εδώ!
Frauke: Είναι κι η μαμά με τον μπαμπά εκεί;
Chris: Έχουν φύγει ήδη. Θα σε βάλω σε ανοιχτή ακρόαση.
Frauke: Είναι η Karen κοντά σου;
Chris: Ναι.
Frauke: Θα ήθελα να της μιλήσω, σε παρακαλώ.
Karen: Γεια σου, Frauke, πώς είσαι;
Frauke: Σε παρακαλώ μη με ρωτάς.
Karen: Πού είσαι;
Frauke: Δεν μπορώ να πω.
Karen: Γύρνα σπίτι.
Frauke: Όχι, δεν γίνεται.
Karen: Φοβάσαι;
Frauke: Όχι.
Karen: Είσαι κουρασμένη;
Frauke: Ναι, πολύ κουρασμένη. Σε παρακαλώ πες σε όλους ότι τους αγαπάω πάρα πολύ.
Karen: Πότε γυρίζεις σπίτι;
Frauke: Πρέπει να κλείσω. Σε παρακαλώ δώσε το τηλέφωνο στον Chris.
Chris: Γιατί έφυγες;
Frauke: Το ξέρεις, Chris.
Chris: Σε κρατάνε;
Frauke: (Αδύναμα) Ναι. (Δυνατά) Όχι! Όχι!
Chris: Ξέρεις ότι σε ψάχνει η αστυνομία;
Frauke: Ναι, λείπω μία εβδομάδα.
Chris: Ποιος είναι μαζί σου;
Frauke: Δεν μπορώ να πω.
Chris: Όχι. Γνώρισες κάποιον άλλον;
Frauke: Πρέπει να ξέρεις ότι δεν λείπω μία εβδομάδα επειδή γνώρισα κάποιον άλλον. Άσε, με ξέρεις… Είναι κι η μαμά κι ο μπαμπάς εκεί;
Chris: Ήταν εδώ.
Frauke: Πες τους ότι τους αγαπάω πάρα πολύ.
Chris: Να έρθω να σε πάρω;
Frauke: Όχι, δεν γίνεται.
Chris: Μπορούμε να συναντηθούμε κάπου;
Frauke: Δεν γίνεται.
Chris: Πού είσαι;
Frauke: Μαμά.
Chris: Φοβάσαι να γυρίσεις σπίτι;
Frauke: Όχι.
Chris: Θα τακτοποιήσουμε το διαμέρισμά σου, κανείς δεν θα σε ρωτήσει τι έγινε. Απλά γύρνα σπίτι.
Frauke: Δεν γίνεται. Είμαι ακόμα ζωντανή!
Chris: Είσαι με ένα ή περισσότερα άτομα;
Frauke: Σε παρακαλώ μη ρωτάς. Θα ήθελα να ήμουν μαζί σας. Θα ήθελα να γυρίσω σπίτι.
Chris: Πότε θα ξαναπάρεις τηλέφωνο;
Frauke: Δεν είμαι σίγουρη.
Chris: Σε παρακαλώ πάρε κάθε μέρα!
Frauke: Ναι, θα πάρω. Ciao, τα λέμε!

Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια που η Frauke Liebs είπε το οτιδήποτε σε κάποιον δικό της άνθρωπο.

Στις 4 Οκτωβρίου 2006 ένας κυνηγός ανακαλύπτει τον σκελετό της σε δασική περιοχή κοντά στο Lichtenau, περίπου 20 χιλιόμετρα νότια του Paderborn. Το πτώμα βρέθηκε μαζί με τα ρούχα που φορούσε τη μέρα που εξαφανίστηκε, αλλά το κινητό, η τσάντα, το πορτοφόλι και το ρολόι της είχαν εξαφανιστεί. Λόγω της προχωρημένης αποσύνθεσης, δεν ήταν δυνατόν να προσδιοριστεί ο χρόνος ή η αιτία θανάτου.

Η αστυνομία ανέκρινε πάνω από 900 άτομα που σχετίζονταν με το θύμα και εν τέλει επικεντρώθηκε σε πέντε υπόπτους, οι οποίοι ωστόσο αποκλείστηκαν αφού παρείχαν άλλοθι. Η αστυνομία κατέληξε στη θεωρία ότι η Frauke πιθανότατα κρατούνταν αιχμάλωτη στην ευρύτερη περιοχή του Nieheim και ότι τα τηλεφωνήματα από το Paderborn ήταν αντιπερισπασμός. Η υπόθεση παρουσιάστηκε στη δημοφιλή τηλεοπτική εκπομπή Aktenzeichen XY … ungelöst και προκάλεσε τεράστιο ενδιαφέρον σε πανεθνικό επίπεδο.

Η μητέρα της Frauke, η Ingrid Liebs, αφιέρωσε τα επόμενα 17 χρόνια αναζητώντας τον δολοφόνο της κόρης τη, μέχρι που το 2023, η Ingrid σταμάτησε τις έρευνες. Σε μία συνέντευξή της δήλωσε: «Έχω χάσει την ελπίδα ότι θα βρω ποτέ τον δράστη. Νομίζω ότι έκανα ό,τι μπορεί να κάνει μία μητέρα».

Η εισαγγελία του Paderborn, ωστόσο, συνεχίζει τις έρευνες. Μία ειδική ομάδα είκοσι τεσσάρων συνταξιούχων ερευνητών δουλεύει συστηματικά πάνω σε ανεξιχνίαστες υποθέσεις στη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία και η υπόθεση της Frauke είναι ανάμεσά τους. Επίσης, η πρόοδος που έχει γίνει πάνω σε μεθόδους ανάλυσης DNA, καθώς και στον γεωεντοπισμό, δημιουργούν μία συγκρατημένη αισιοδοξία πως ίσως σύντομα η τεχνολογία να κάνει αυτό που η αστυνομία δεν κατάφερε τότε.

Τα ερωτήματα, πάντως, παραμένουν μέχρι σήμερα αναπάντητα: ποιος πήρε τη Frauke Liebs εκείνο το βράδυ; Γιατί της επέτρεπε (ή της επέβαλε) να τηλεφωνεί στους δικούς της; Και γιατί στο τελευταίο τηλεφώνημα η αιχμάλωτη κοπέλα αισθάνθηκε την ανάγκη να πει ότι ήταν «ακόμα ζωντανή»;

Σαν να ήξερε πως σύντομα δεν θα ήταν.

Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.