© AP / Stephen Brashear
ΑΙ

Sam Altman, η ιδιοφυΐα πίσω από το ChatGPT

Πάντοτε προσηλωμένος στους στόχους του, τολμηρός και υπερβολικά φιλόδοξος, ο Sam Altman έγινε γνωστός σε παγκόσμια κλίμακα με το ChatGPT. Αλλά και αυτό να μην ερχόταν, κάτι άλλο θα συνέβαινε.

Πολύ πριν προκαλέσει φρενίτιδα το λανσάρισμα του ChatGPT, μια περίεργη είδηση είχε φέρει το όνομα Sam Altman στο ελληνικό πληκτρολόγιο: ήταν το 2018 και ο νεαρός επιχειρηματίας είχε δαπανήσει 10.000 δολάρια για να μπει στη λίστα αναμονής του Nectome, που σημαίνει ότι εξαγόρασε το μακάβριο προνόμιο να αποθηκευτεί ο εγκέφαλός του σε υπολογιστικό σύστημα, ώστε να ζει αιώνια. Μάλιστα, όπως ανέφεραν τα δημοσιεύματα, η διαδικασία αυτή απαιτούταν να γίνει όσο ακόμη ήταν εκείνος εν ζωή, εγχύοντας στον οργανισμό του χημικά ταρίχευσης.

Σχεδόν για όλο τον κόσμο, ο Altman θα φάνταζε τότε σαν ακόμη ένας μεγαλομανής που είχε εκθρέψει η βιομηχανία των tech επενδύσεων, ένας γιάπης από τη μακρινή Καλιφόρνια που θέλει να πατάξει τα όρια της ανθρώπινης φύσης με το πορτοφόλι του.

Μια πενταετία αργότερα, ενώ τα νούμερα αγγίζουν νέα ρεκόρ στο προσωπικό του χαρτοφυλάκιο, κανείς δεν μπορεί να καταλογίσει «κούφιες υποσχέσεις» και «καπρίτσια» στο άτομο που απελευθέρωσε τα νέας γενιάς AI εργαλεία, σκαρφαλώνοντας στην κορυφή των πιο επιδραστικών CEO στον κόσμο, με άρμα την OpenAI – την ταχύτερα αναπτυσσόμενη εφαρμογή για καταναλωτές στην ιστορία, σύμφωνα με στοιχεία της ελβετικής τράπεζας UBS.

Από το τέλος του 2022, έλαμψε ως το νέο αστέρι της Silicon Valley που αλλάζει το παιχνίδι. Ένας τύπος με κάπως εφηβικό look, T-shirt και τζιν έγινε ο viral προγραμματιστής που έφερε στον κόσμο το ρηξικέλευθο ChatGPT, ένα εργαλείο που σκόρπισε θαυμασμό και ταυτόχρονα τρόμο για την επόμενη μέρα της AI αποκάλυψης.

Αυτό γρήγορα κατέστησε στην κοινή γνώμη τον Altman «θεματοφύλακα των αξιών αλλά και αρμόδιο για να εξηγήσει τις συνέπειες που θα επιφέρει η τεχνολογία αιχμής στην ανθρωπότητα», όπως έχει σημειώσει η καθηγήτρια από το Πανεπιστήμιο της Ουάσινγκτον, Margaret O’Mara.

Ένα ατελείωτο επενδυτικό κυνήγι

Πριν κλείσει τα 30, ο κύριος Altman είχε «πιάσει την καλή» που κυνηγούσε μετά μανίας από τα φοιτητικά του χρόνια: είχε πετύχει ήδη μια εξαγορά της τάξης των 50 εκ. δολαρίων για την εφαρμογή Ok Cupid που είχε συν-ιδρύσει –μια δωρεάν διαδικτυακή πλατφόρμα γνωριμιών που ανακάλυψε το εύφορο έδαφος του matchmaking, πριν το Tinder–, είχε ιδρύσει με τον αδερφό του την Hydrazine Capital, μια εταιρεία επιχειρηματικών κεφαλαίων (venture capital) που επένδυε σε νέες startups, όταν έσκασε η είδηση πως επιλέχθηκε από τον θρυλικό προγραμματιστή υπολογιστών και entrepreneur Paul Graham για να τον διαδεχθεί το 2014 ως CEO στην Y Combinator, έναν εκκολαπτόμενο κολοσσό.

Την επόμενη χρονιά, ο Sam Altman συμπεριλήφθηκε στη λίστα 30 κάτω των 30 του Forbes.

Αλλά προτού φτάσουμε στο σημείο της απογείωσης, ας δούμε την εκκίνηση αυτού του ιδιαίτερα πολυσχιδούς ατόμου: ο Sam γεννήθηκε το 1985 από γονείς εβραϊκής καταγωγής και μεγάλωσε στο Μίντγουεστ. Όπως έχει μεταφέρει στο New Yorker η μητέρα του, από μικρός έδειξε πως ήταν μπροστά για την ηλικία του: «Είχε αποκωδικοποιήσει το σύστημα πίσω από τους ταχυδρομικούς κώδικες ενώ πήγαινε νηπιαγωγείο και σε ηλικία οκτώ ετών έμαθε τις πρώτες γραμμές προγραμματισμού αλλά και πώς να αποσυναρμολογεί έναν υπολογιστή Mac».

Στην εφηβεία ανακάλυψε τον ομοφυλόφιλο σεξουαλικό του προσανατολισμό, κάτι που τον οδήγησε στα chat rooms της εποχής, αλλά όχι στην εσωστρέφεια και το άγχος που θα περίμενε κάποιος για την Αμερική των 00s. Στην ηλικία των 11-12 το ανακοίνωσε στους γονείς του και όταν το χριστιανικό σχολείο του στο Σεντ Λούις αρνήθηκε μαθητή για τη σεξουαλική του ταυτότητα, δε δίστασε να κάνει δημόσια come out για να τον υπερασπιστεί.

Όταν τελικά πέρασε στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ για να σπουδάσει στο Τμήμα Πληροφορικής, έπειτα από δύο χρόνια τα παράτησε για να ιδρύσει με τον –επί 9 χρόνια– σύντροφό του την Loopt, μια εφαρμογή που ενημέρωνε τους χρήστες πού βρίσκονταν οι φίλοι τους σε πραγματικό χρόνο.

Και έτσι έκανε το πρώτο του βήμα στον επιχειρηματικό κόσμο της tech βιομηχανίας. Η Loopt μπήκε στο δίκτυο της Y Combinator, όπου το 2015 ο Sam Altman θα αναλάμβανε να διευθύνει, αντί του Paul Graham. Μετά την ανάληψη των καθηκόντων του μάλιστα, «το επίπεδο φιλοδοξίας της YC δεκαπλασιάστηκε», όπως έχουν δηλώσει επιχειρηματικές πηγές. Το δίκτυο αυτό έφθασε να ιδρύσει πάνω από 2.000 startups με συνολική αξία άνω των 100 εκ. δολαρίων, έχοντας επενδύσει σε κολοσσούς όπως Airbnb, Dropbox και Reddit.

Η στροφή στο AI και το σήμερα

Το 2015 ήταν σημείο καμπής για τον Altman εξαιτίας ακόμη ενός γεγονότος: μαζί με ένα γκρουπ διάσημων δισεκατομμυριούχων, ανάμεσα στους οποίους κι ο Elon Musk, ίδρυσαν την εταιρεία OpenAΙ με στόχο να «απελευθερώσουν τη δύναμη της τεχνητής νοημοσύνης», αλλά προς όφελος όλων – ήταν δεδομένο πως η επόμενη επανάσταση θα είναι στο AI και ήθελαν να προλάβουν τους «εγγενείς κινδύνους» που κρύβει το σενάριο της αποκλειστικής χρήσης τους από έναν κολοσσό τύπου Google, όπως είχαν δηλώσει.

Αλλά ο αλτρουισμός δεν ήταν φυσικά το πραγματικό κίνητρο, τουλάχιστον όχι για όλους.

Όπως αποκάλυψε σε πρόσφατο δημοσίευμα το Semafor (το Μέσο που ίδρυσε ο Ben Smith από τους New York Times), τα στελέχη βρέθηκαν σε αντιπαράθεση το 2018, διαπιστώνοντας ότι έχουν μείνει εγκληματικά πίσω σε σχέση με την Google – ο Musk πρότεινε να αναλάβει τον έλεγχο της OpenAI, οι υπόλοιποι το αρνήθηκαν και έτσι εκείνος αποσύρθηκε, αφήνοντας την εταιρεία χωρίς τη χρηματοδότηση που είχε υποσχεθεί. Η εκπαίδευση των μοντέλων απαιτούσε ποσά αστρονομικών διαστάσεων, για το τάισμα των υπερυπολογιστών.

Έπρεπε να γίνει μια γενναία αλλαγή: λίγους μήνες μετά, ανακοινώνεται ότι η εταιρεία μετατράπηκε από μη κερδοσκοπική σε εταιρεία περιορισμένου κέρδους και τα ηνία ανέλαβε ο Sam Altman.

Όχι, το ζήτημα δεν αφορούσε τα προσωπικά του έσοδα (άλλωστε, ο ίδιος δεν αγόρασε κεφάλαιο), αλλά την πεποίθηση ότι η OpenAI πρέπει να μεταμορφωθεί σε επιχείρηση για δουλέψει μελλοντικά. Λίγο αργότερα, ήρθε η γιγαντιαία επένδυση του 1 δις δολαρίων από τον κολοσσό της Microsoft και τα υπόλοιπα είναι ιστορία – το εργαλείο από την ομάδα του Σαν Φρανσίσκο μπήκε σε όλα τα σπίτια.

Και αφού το κίνητρο δεν είναι πια τα χρήματα, τότε τι μένει για τον Altman, ένα ανέκαθεν τρομερά στοχοπροσηλωμένο άτομο; Τα τελευταία νέα είναι ότι μόλις προχώρησε στη μεγαλύτερη επένδυση της ζωής του, ρίχνοντας 375 εκ. δολάρια στη startup Helion Energy και 180 εκ. δολάρια στη Retro, δύο νέα εγχειρήματα που φιλοδοξούν να πετύχουν ατελείωτη ενέργεια και εκτεταμένο προσδόκιμο ζωής αντίστοιχα. Πρόκειται για σκληρές επενδύσεις με ψηλό ρίσκο αλλά και εξίσου μεγάλο όραμα, αντίστοιχο με εκείνο της OpenAI.

Όπως έλεγε ο ίδιος από παλιά, «οι περισσότεροι άνθρωποι θέλουν να είναι αποδεκτοί, οπότε δε θα πάρουν ρίσκα που μπορεί να τους κάνει να φαίνονται τρελοί».

Από την άλλη, εκείνος ήταν πάντα διατεθειμένος να πάρει κάθε ρίσκο για να μείνει στην ιστορία.