Ανεβήκαμε στο Πίκουοντ με τον θίασο του Μόμπι Ντικ
Ιωσήφ Ιωσηφίδης, Διονύσης Λάνης, Δημήτρης Μαμιός, Γιάννης Μάνθος, Χρήστος Παπαδόπουλος και Κωνσταντίνος Πασσάς συμπρωταγωνιστούν στη θεατρική μεταφορά του μυθιστορήματος του Herman Melville από την Σοφία Καραγιάννη και μιλούν για την επική ιστορία που τους άλλαξε τη ζωή.
- 20 ΟΚΤ 2026
«Το Πίκουοντ είναι μια μικρογραφία του κόσμου και το ταξίδι του μοιάζει με συλλογική αυτοκαταστροφή. Ο καπετάνιος του, με την εμμονή του, παρασύρει ένα ολόκληρο πλήρωμα στο βυθό, τον ακολουθούν σαν υπνωτισμένοι κι αυτή η ύπνωση είναι σ’ εμάς φοβερά οικεία», λέει η Σοφία Καραγιάννη για να υπογραμμίσει τον κεντρικό άξονα της θεατρικής παράστασης που έφτιαξε με την ομάδα GAFF:
«Εδώ λοιπόν βρίσκεται ο πυρήνας της δικής μας παράστασης, γιατί το τρομακτικό δεν είναι η τρέλα του καπετάνιου, αλλά η συνενοχή των υπολοίπων. Ο τρόπος που ένας ολόκληρος μηχανισμός, μια ολόκληρη κοινωνία, παραδίδεται οικειοθελώς στο παράλογο. Οι ναύτες καταλαβαίνουν ότι η πορεία είναι καταδικασμένη αλλά τραβούν κουπί με ακόμη μεγαλύτερη μανία προς τον όλεθρο κι αυτή ακριβώς είναι η δική μας εποχή».
Ηθοποιός και σκηνοθέτις, ιδρύτρια της ομάδας (φέτος επαναλαμβάνει για 5η χρονιά το … καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς) με βασικό συνεργάτη-συνδημιουργό τον ηθοποιό Ιωσήφ Ιωσηφίδη, η Σοφία Καραγιάννη ανέλαβε ένα δύσκολο εγχείρημα για τη φετινή θεατρική σεζόν: να μεταφέρει στο σανίδι το Μόμπι Ντικ του Herman Melville. «Η ιδέα ήταν δική μου. Αυτό το βιβλίο είναι ένας μαγνήτης. Δεν διαβάζεται εύκολα, όμως όταν μπεις στον κόσμο του, είναι σαν να χάνεις την αίσθηση της στεριάς. Είναι σαν να σε ρουφάει μια δίνη και να σε πηγαίνει στα βαθιά και σκοτεινά νερά της ανθρώπινης ψυχής.
Ο Μόμπι Ντικ δεν είναι μια ιστορία φαλαινοθηρίας, αλλά μια σύγκρουση με τα όρια της ύπαρξης μας. Όμως πέρα από τον υπαρξιακό του χαρακτήρα, αυτό το έργο έχει μια πολύ ισχυρή και σκοτεινή αλληγορία που μοιραία ακουμπάει στο σήμερα» εξηγεί και συνεχίζει σχετικά με το πώς μετέφερε το σχεδόν 1.000 σελίδων έπος του Melvill, ένα τόσο μεγάλο μα κυρίως πολυεπίπεδο έργο -γραμμένο το 1851- στη σκηνή:
«Όπως και στις προηγούμενες δουλειές με την ομάδα, η πυξίδα μας είναι η αφαίρεση. Δεν έχει νόημα να μεταφέρεις ρεαλιστικά τον ωκεανό ή το φαλαινοθηρικό στη σκηνή. Δεν θελήσαμε να δείξουμε τη θάλασσα, αποφασίσαμε να ακουστεί και να βιωθεί μέσα από τα σώματα των ηθοποιών.
Ο Γιωργος Χριστιανάκης έχει γράψει μια μουσική σύνθεση που λειτουργεί σαν ένας ζωντανός υποβρύχιος οργανισμός, η μουσική του είναι μια παράλληλη ενεργή δραματουργία. Η σύνθεση του Γιώργου γίνεται ο ωκεανός που σταδιακά μας καταπίνει. Λειτουργεί σαν ένας μεγεθυντικός φακός που παίρνει τη σωματική εξάντληση και την αγωνία των ηθοποιών και τη μετατρέπει σε αναμέτρηση με το άγνωστο.
Αντίστοιχα και σκηνογραφικά, θελήσαμε να δημιουργήσουμε έναν χώρο περισσότερο ψυχολογικό παρά κυριολεκτικό, που να μεγεθύνει την σωματική κούραση και τον υπαρξιακό τρόμο των χαρακτήρων και παράλληλα, να δίνει στον θεατή την αίσθηση του βάρους του βυθού, χωρίς απαραίτητα να τον βλέπει».
Το πλήρωμα του Πίκουοντ -Ιωσήφ Ιωσηφίδης, Διονύσης Λάνης, Δημήτρης Μαμιός, Γιάννης Μάνθος, Χρήστος Παπαδόπουλος, Κωνσταντίνος Πασσάς- ρίχνει άγκυρα στο OneMan και μας προσκαλεί να επιβιβαστούμε σε αυτή τη σύγχρονη θεατρική μεταφορά του εμβληματικού μυθιστορήματος της παγκόσμιας λογοτεχνίας.
Το πλήρωμα του Πίκουοντ
Χρήστος Παπαδόπουλος: Στη φιλοσοφία του θεάτρου συνόλου που υπηρετεί η ομάδα Gaff, αυτό το πλήρωμα πορεύεται ως «ένα συμπαγές σύνολο, στραμμένο σ’ ένα μοιραίο σκοπό», όπως γράφει στο βιβλίο ο Melville. Απ’ αυτό το σύνολο ξεπηδούν οι βασικοί χαρακτήρες του έργου, κάθε ένας με τις δικές του ξεχωριστές καταβολές, στόχους, ηθικό κώδικα και συμβολισμό μέσα στην ιστορία.
Γιάννης Μάνθος: Περνάμε μέσα από πολλούς ρόλους σκόπιμα για να αναδείξουμε μια κοινωνική κατάσταση που νοσεί. Αναδεικνύοντας τη λογική της μάζας απέναντι στην παράλογη εξουσία.
Ιωσήφ Ιωσηφίδης: Μιλώντας για παράλογη εξουσία λοιπον, εγώ είμαι ο καπετάνιος Άχαμπ, ο κυβερνήτης του Πίκουοντ. Ο Άχαμπ έχει το μέγεθος ενός ήρωα βγαλμένου κατευθείαν από το αρχαίο δράμα ή το σαιξπηρικό σύμπαν. Φέρει μέσα του την απόλυτη «ύβριν» των αρχαίων τραγικών που τολμούν να τα βάλουν με τους θεούς, αλλά και τη σκοτεινή, ποιητική τρέλα ενός Βασιλιά Ληρ που ουρλιάζει ενάντια στην καταιγίδα. Είναι ένας άνθρωπος βαθιά τραυματισμένος, ο οποίος προσπαθεί να εκδικηθεί την ίδια τη μοίρα. Αναζητά την απόλυτη κυριαρχία πάνω στο άγνωστο και στο παράλογο της ύπαρξης, θέλοντας να χτυπήσει αυτό που κρύβεται πίσω από τη λευκή φάλαινα. Η μόνη του ελπίδα, η οποία είναι τελικά και η αυταπάτη του, είναι η λύτρωση μέσω της καταστροφής.
Χρήστος Παπαδόπουλος: Με τη σειρά μου, στο μεγαλύτερο κομμάτι του έργου, είμαι ο υποπλοίαρχος Στάρμπακ, που από πολύ νωρίς αντιλαμβάνεται την εκδικητική μανία του καπετάνιου Άχαμπ και προσπαθεί, είτε με τη λογική είτε με την ικεσία είτε με την επίκληση στο θεϊκό στοιχείο, που αποτελεί και την προσωπική του ηθική πυξίδα, να πείσει τον Άχαμπ να σταματήσει το επικίνδυνο αυτό κυνήγι του Μόμπι Ντικ. Είναι ίσως η μόνη ελπίδα του πληρώματος για σωτηρία μέσω της ανυπακοής στην άρχουσα τάξη.
Δημήτρης Μαμιός: Υποδύομαι τον Ισμαήλ, ο οποίος στη δική μας εκδοχή είναι ο μέσος άνθρωπος που ξεκινά την ζωή του ψάχνοντας το «γιατί» σε όλες του τις μορφές. Ένας άνθρωπος που δεν ξέρει και προσπαθεί να μάθει. Στο έργο ξεκινάει να βρει ένα φαλαινοθηρικό και όπως λέει το κάνει για να γνωρίσει τον κόσμο και για να δει τι είναι το κυνήγι φάλαινας. Αυτό που αναζητά είναι το νόημα της ύπαρξης της ίδιας και αυτό που φοβάται είναι το άγνωστο όπως κάθε άνθρωπος ο φόβος και η άγνοια είναι από τα βασικά του χαρακτηριστικά.
Διονύσης Λάνης: Εγώ παίζω τον Πιπ, ένα νεαρό, αφροαμερικανικό αγόρι που εργάζεται στο πλήρωμα του καραβιού, αλλά και τον Πέτρο Φέρετρο, ιδιοκτήτη του πανδοχείου Spouter Inn στο Ναντάκετ, όπου καταλύει ο Ισμαήλ στην αρχή της ιστορίας.
Κωνσταντίνος Πασσάς: Δεν έχω έναν μόνο ρόλο. Είμαι πρώτα απ’ όλα μέλος του πληρώματος, ενός συλλογικού σώματος που λειτουργεί σχεδόν σαν χορός αρχαίας τραγωδίας. Από αυτό το σώμα ξεπηδούν και επιστρέφουν οι επιμέρους ήρωες: ο Πέλιγκ, ο πλοιοκτήτης, ο καπετάνιος Μπούμερ, ο Μάγειρας, ο καπετάνιος Κάρντινερ.
Ο καθένας κουβαλάει μια διαφορετική πλευρά του ανθρώπου απέναντι στη θάλασσα, στην απώλεια, στην εξουσία, στον φόβο και στην εμμονή.
Ο Πέλιγκ είναι ο άνθρωπος της πρακτικότητας και του κέρδους. Ο Μπούμερ είναι ο άνθρωπος που έχει ήδη πληρώσει το τίμημα της αναμέτρησης με τη φύση — έχει χάσει το χέρι του από τη φάλαινα, αλλά δεν έχει χάσει τη λογική του. Ο Κάρντινερ κουβαλάει κάτι πολύ πιο προσωπικό: την απώλεια του δωδεκάχρονου γιου του. Ο Μάγειρας με έναν πιο γήινο και κωμικοτραγικό τρόπο, είναι κομμάτι αυτού του κόσμου των ανθρώπων που δουλεύουν, επιβιώνουν και προσπαθούν να καταλάβουν τι ακριβώς κάνουν εκεί.
Αυτό που αναζητούν όλοι, με διαφορετικό τρόπο, είναι να βρουν μια θέση μέσα σε έναν κόσμο που δεν ελέγχουν. Και ίσως αυτό που φοβούνται περισσότερο είναι ακριβώς η συνειδητοποίηση ότι δεν τον ελέγχουν.
Ο Άχαμπ και ο Μόμπι Ντικ του σήμερα
Διονύσης Λάνης: Ο Άχαμπ του σήμερα είναι η μορφή της εξουσίας που παρουσιάζει τον προσωπικό της στόχο ως συλλογική ανάγκη. Βάζει την προσωπική εμμονή πάνω από την ανθρώπινη ζωή. Είναι η μορφή της εξουσίας που βρίσκει έναν εχθρό, δημιουργεί στους γύρω του φόβο και πάθος και απαιτεί να τον ακολουθήσουν μέχρι τέλους.
Γιάννης Μάνθος: Είναι ο κάθε νάρκισσος και παρανοϊκός πρωθυπουργός που ξεκληρίζει έναν ολόκληρο λαό. Είναι ο κάθε πανελιστας που πουλάει νανογιλέκα και εν μια νυκτί γίνεται υπουργός Υγείας και χιλιάδες κόσμος πεθαίνει στα νοσοκομεία και στα χέρια ψευτογιατρων.
Κωνσταντίνος Πασσάς: Δεν είναι απαραίτητα ένα συγκεκριμένο πρόσωπο. Είναι ο άνθρωπος που έχει πειστεί ότι ο κόσμος του χρωστάει μια απάντηση και ότι πρέπει πάση θυσία να την πάρει. Μπορεί να είναι ένας ηγέτης, ένας επιχειρηματίας, ένας άνθρωπος της εξουσίας, αλλά μπορεί να είναι και ο καθένας μας. Ο Άχαμπ αρχίζει να υπάρχει όταν η προσωπική μας πληγή γίνεται τόσο μεγάλη, ώστε παύουμε να βλέπουμε ανθρώπους γύρω μας και βλέπουμε μόνο τον στόχο μας. Και τότε παρασύρουμε μαζί μας και τους άλλους. Αυτό ίσως είναι και το πιο τρομακτικό στον Άχαμπ: δεν ταξιδεύει μόνος του.
Ιωσήφ Ιωσηφίδης: Σίγουρα έχουμε πολλούς ναρκισσιστές, επικίνδυνους ηγέτες στην παγκόσμια πολιτική σκηνή που του μοιάζουν ανατριχιαστικά, αλλά δεν έχει νόημα να τον ταυτίσουμε με κάποιον από όλους αυτούς. Για μένα, ο Αχαμπ του σήμερα δεν είναι ένα πρόσωπο, αλλά ένα σύστημα. Είναι η εξουσία που λειτουργεί με γνώμονα το κέρδος και το αποκτά με κάθε κόστος. Είναι αυτό ακριβώς το σύστημα που δεν διστάζει να θυσιάσει το ίδιο του το «πλήρωμα», για να το βαφτίσει κυνικά, αμέσως μετά, «παράπλευρη απώλεια».
Χρήστος Παπαδόπουλος: Τον ξέρουμε πολύ καλά τον Άχαμπ του σήμερα. Κάθε μέρα στις ειδήσεις προβάλλεται ένας τουλάχιστον Άχαμπ. Εδώ και καιρό παρακολουθούμε ζωντανά στα κινητά μας τα ανελέητα κυνήγια των Άχαμπ του κόσμου και μέσω των ΜΜΕ νομιμοποιείται η εμμονή τους και αποσιωπάται ή χλευάζεται η αγανάκτηση κι ο αγώνας των απανταχού αντιφρονούντων. Τα «φέρετρα» του λαού παρέλεσαν ως ιδεολογική σημαία πατριωτισμού σε δηλώσεις «σπουδαίων» ανθρώπων της πολιτισμένης Δύσης. Η «θυσία» των συνανθρώπων μας δηλώθηκε ως «αφορμή για ανάπτυξη».
Στον Μόμπι Ντικ, ο μοναδικός επιζών Ισμαήλ κουβαλά την ιστορική μνήμη των γεγονότων της ιστορίας. Εμείς άραγε τι θα κουβαλήσουμε –αν επιζήσουμε- από όλη αυτήν την κτηνωδία σε ζωντανή σύνδεση;
Δημήτρης Μαμιός: Από την άλλη, ο Μόμπι Ντικ μπορεί να μεταφραστεί σήμερα ως το άγνωστο που δεν καταλαβαίνουμε και το σκοτώνουμε, είτε αυτό είναι η φύση, είτε είναι ένας πολιτισμός, είτε ο ίδιος μας ο εαυτός και η συνείδησή μας.
Χρήστος Παπαδόπουλος: Κάθε πολιτισμός που ρημάζεται από εξωτερικές δυνάμεις κατοχής και ελέγχου, κάθε κατατρεγμένος άνθρωπος που κατονομάζεται «εχθρός» και κυνηγιέται σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης, κάθε γη στην οποία δεν έχει δουλειά κανείς άλλος παρά μόνο τα χέρια που τη δουλεύουν. Πάνω στο λευκό χρώμα αυτής της φάλαινας, αν θέλει κανείς, μπορεί να διακρίνει πολύ ισχυρούς κοινωνικοπολιτικούς αντικατοπτρισμούς.
Διονύσης Λάνης: Έχει επίσης ενδιαφέρον ότι ο Μόμπι Ντικ δεν μας μισεί. Εμείς του αποδίδουμε το μίσος μας. Τον κάνουμε εχθρό. Ορίζουμε έναν άλλο λαό, έναν άλλο πολιτισμό ως εχθρό και βγαίνουμε για πόλεμο, για κυνήγι χωρίς τέλος. Για μένα ο Μόμπι Ντικ είναι η υπενθύμιση ότι βρισκόμαστε μακριά από την αγάπη και πολύ κοντά στη βία, το μίσος και τον φόβο.
Ιωσήφ Ιωσηφίδης: Αν ο Άχαμπ είναι η απόλυτη «ύβρις», αυτός που πιστεύει με αλαζονεία πως μπορεί να δαμάσει τα πάντα, τότε ο Μόμπι Ντικ είναι, αναπόφευκτα, η «νέμεσις». Είναι το απόλυτο, ανυπέρβλητο όριο που δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε. Στη λευκή ράχη του Μόμπι Ντικ καθρεφτίζεται η ματαιοδοξία μας, η ψευδαίσθηση ότι είμαστε κυρίαρχοι αυτού του πλανήτη, ενώ στην πραγματικότητα, όταν ξεπεράσουμε το μέτρο, η απάντηση της φύσης θα μας κάνει κομμάτια.
Κωνσταντίνος Πασσάς: Ο Μόμπι Ντικ μπορεί να είναι ό,τι δεν μπορούμε να κατακτήσουμε. Η φύση, η κλιματική κρίση, ο θάνατος, η απώλεια, ο φόβος, η κοινωνία, ακόμα και κάτι μέσα στον ίδιο μας τον εαυτό. Και ίσως το πιο ενδιαφέρον είναι ότι η φάλαινα δεν χρειάζεται να είναι «κακή». Δεν έχει προσωπική βεντέτα με τον Άχαμπ. Απλώς υπάρχει. Εμείς της δίνουμε το νόημα που χρειαζόμαστε. Και αυτό με συγκινεί πολύ: μπορεί ο Μόμπι Ντικ να μην είναι ο εχθρός μας. Μπορεί να είναι απλώς το σημείο όπου συναντάμε τα όριά μας.
Τα διαχρονικά μηνύματα του έργου
Ιωσήφ Ιωσηφίδης: Αν πρέπει να ξεχωρίσω ένα σε συνάρτηση με την εποχή που ζούμε, αυτό είναι η τρομακτική ευκολία με την οποία οι κοινωνίες υποτάσσονται σε ηγέτες που υπόσχονται μεγαλείο, οδηγώντας τες στην αυτοκαταστροφή. Το πώς ο Άχαμπ μαγεύει το πλήρωμα, το πώς τους κάνει συνένοχους στη δική του παράλογη εμμονή, είναι μια ανατριχιαστική υπενθύμιση του πώς λειτουργεί ο λαϊκισμός, ο φανατισμός και ο φασισμός.
Χρήστος Παπαδόπουλος: Αναμφιβόλως είναι ένα έργο που προσφέρει ευκαιρίες για ποικίλες αναγνώσεις και αναλύσεις, ανάλογα με τον δραματουργικό «χάρτη» που θα επιλέξει ο εκάστοτε αναγνώστης. Άλλωστε γι’ αυτό για πολλούς αναλυτές το χρώμα της φάλαινας είναι λευκό, ως καμβάς για τις προσλαμβάνουσες του καθενός.
Προσωπικά, το Μόμπι Ντικ είναι ένα βιβλίο που μου άλλαξε τη ζωή, απαντώντας σε ερωτήματα που βασάνιζαν χρόνια τις πολιτικές μου ανησυχίες. Επιβεβαίωσε περίτρανα και με τρόπο σκοτεινό ότι όλα όσα ζούμε τώρα ανήκουν στην ίδια εξίσωση των οποίων οι μεταβλητές ήταν ήδη φανερές από το μακρινό 1851. Για τουλάχιστον 150 χρόνια, δηλαδή, ο δρόμος προς την καταστροφή έχει κοινές αφετηρίες: μια εμμονική ηγεσία που πλάθει έναν εχθρό και κατασκευάζει με κάθε τρόπο συναίνεση για την εξόντωσή του, ένα καθεστωτικό αφήγημα που δημιουργεί μια πλαστή πραγματικότητα για τον σκληρά εργαζόμενο λαό, ένας λαός που νιώθοντας καθημερινά τον τρόμο της εξουσίας, την εξαθλίωση της εργασίας, την ισοπέδωση της δημοκρατίας, πειθήνια και φανατισμένα ακολουθεί, και τέλος, ένας τόπος που θα μπορούσε να είναι χώρος συνάντησης, συνεννόησης και από κοινού απόλαυσης των καρπών του, αλλά αντ’ αυτού είναι ένα καράβι καταδικασμένο να καταλήξει στο βυθό, τσακισμένο από τη μανία ενός ανελέητου και αλόγιστου κυνηγιού.
Διονύσης Λάνης: Σήμερα, είμαστε το πλήρωμα ενός πλανήτη σε έναν ωκεανό αβεβαιότητας. Είμαστε πάνω σε ένα καράβι που δεν ξέρουμε πού πάει, αλλά συνεχίζουμε να πηγαίνουμε. Άνθρωποι από θέσεις εξουσίας μετατρέπουν τη δική τους εμμονή σε υπόθεση όλων μας. Πλέον δεν έχει σημασία τι θέλουμε εμείς ή ποιες είναι οι ανάγκες μας. Σημασία έχει τι πρέπει να γίνει και το τι πρέπει να γίνει, πολύ συχνά, το ορίζουν οι ισχυροί αυτού του κόσμου με βάση τις δικές τους ανάγκες.
Κωνσταντίνος Πασσάς: Θα ξεχώριζα την ανθρώπινη εμμονή να πιστεύει ότι μπορεί να ελέγξει τα πάντα. Ο άνθρωπος κοιτάζει τη φύση, την κοινωνία, ακόμα και τον ίδιο του τον εαυτό και λέει: θα τα κάνω να λειτουργήσουν όπως θέλω εγώ. Και όταν κάτι αντιστέκεται, αντί να αναρωτηθεί αν πρέπει να αλλάξει πορεία, επιμένει περισσότερο.
Αυτό με ενδιαφέρει πολύ στον Μόμπι Ντικ σήμερα. Γιατί δεν είναι μόνο μια ιστορία για μια φάλαινα και ένα πλοίο. Είναι μια ιστορία για την εμμονή. Για τη στιγμή που ένας στόχος παύει να είναι στόχος και γίνεται σκοπός ζωής, μέχρι που όλα τα υπόλοιπα —άνθρωποι, σχέσεις, λογική, ακόμα και η ίδια η ζωή— θυσιάζονται γι’ αυτόν. Και νομίζω ότι ζούμε σε μια εποχή όπου έχουμε πολλές δυνατότητες να ελέγξουμε, αλλά ταυτόχρονα ερχόμαστε καθημερινά αντιμέτωποι με πράγματα που μας υπενθυμίζουν ότι δεν είμαστε παντοδύναμοι.
Η πιο συγκλονιστική ατάκα
Γιάννης Μανθός: «Καλύτερα να κοιμάσαι με έναν νηφάλιο κανίβαλο, πάρα με έναν μεθυσμένο χριστιανό».
Δημήτρης Μαμιός: «Η ψυχή του Άχαμπ είναι μια σαρανταποδαρούσα που περπατάει με 100 ποδάρια».
Ιωσήφ Ιωσηφίδης: Όλες του οι φράσεις του Άχαμπ όταν συνειδητοποιεί το τέλος που έρχεται. Κρύβουν μέσα τους την τραγωδία του ανθρώπου που αντιλαμβάνεται ότι η εμμονή του τον καταστρέφει, αλλά δεν μπορεί πια να σταματήσει. Με ανατριχιάζει, όμως και σαν εικόνα, ο θάνατος του Άχαμπ γιατί είναι η απόλυτη, αδυσώπητη και τρομακτικά ποιητική δικαιοσύνη.
Χρήστος Παπαδόπουλος: «Να είσαι σίγουρη για αυτό, ω νεαρή φιλοδοξία, κάθε ανθρώπινο μεγαλείο δεν είναι παρά αρρώστια».
Διονύσης Λάνης: Κάποια στιγμή, αφού το πλήρωμα μόλις έχει σκοτώσει μια φάλαινα σε ένα κυνήγι, ο Άχαμπ λέει αναφερόμενος σε εκείνη: «Κοίτα την. Πεθαίνει και γυρίζει το κεφάλι της προς τον ήλιο. Τον προσκυνάει και τον παρακαλάει καθώς ξεψυχάει». Πεθαίνει η ζωή κάτω από το φως του ήλιου και είναι απλά άλλη μια μέρα.
Κωνσταντίνος Πασσάς: Αυτό που μου έχει μείνει περισσότερο είναι η εικόνα του πληρώματος ως ενός σώματος που μπαίνει στη θάλασσα κυνηγώντας κάτι που ίσως δεν μπορεί ποτέ να αποκτήσει. Και μέσα σε αυτό το σώμα υπάρχουν όλοι: ο άνθρωπος που θέλει το κέρδος, αυτός που θέλει εκδίκηση, εκείνος που έχει χάσει, ο άλλος που φοβάται, αλλά κι αυτός που απλώς κάνει τη δουλειά του.
Μου μένει πολύ και η ίδια η εικόνα του Άχαμπ μπροστά στη λευκή φάλαινα. Γιατί είναι τελικά ένας άνθρωπος απέναντι σε κάτι ασύλληπτα μεγαλύτερο από τον ίδιο και παρ’ όλα αυτά λέει: «θα σε νικήσω». Και ίσως εκεί βρίσκεται όλη η τραγωδία του έργου. Δεν είναι ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να νικήσει τη φάλαινα. Είναι ότι κάποια στιγμή έχει ξεχάσει πως μπορεί και να μην χρειάζεται να τη νικήσει.
***
Μόμπι Ντικ
Σκηνοθεσία/Διασκευή: Σοφία Καραγιάννη
Πρωταγωνιστούν (αλφαβητικά): Ιωσήφ Ιωσηφίδης, Διονύσης Λάνης, Δημήτρης Μαμιός, Γιάννης Μάνθος, Χρήστος Παπαδόπουλος, Κωνσταντίνος Πασσάς
Σκηνικά-Κοστούμια: Γεωργία Μπούρδα
Πρωτότυπη μουσική: Γιώργος Χριστιανάκης
Κίνηση: Μαργαρίτα Τρίκκα
Σχεδιασμός φωτισμών: Βασιλική Γώγου
Βοηθός σκηνοθέτη: Σοφία Χατζηευθυμιάδη
Βοηθός Σκηνογράφου/Ενδυματολόγου: Σοφία Γαρταγάνη
Γραφιστική Επιμέλεια: Μαύρα Γίδια
Μαλλιά / Μακιγιάζ: Εύα Τόμπρου / Le Boudoir
Διεύθυνση Παραγωγής: Ιωάννης Παντελίδης
Προβολή/Επικοινωνία: Αγλαΐα Παγώνα
Info: από 26 Οκτωβρίου στον Νέο Ακάδημο. Προπώληση εδώ.
Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.