© ΕΜΣΤ
ΕΚΘΕΣΕΙΣ

Το νέο φεμινιστικό πρόσωπο του ΕΜΣΤ

Ξεναγηθήκαμε στους ορόφους του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης, μετά την αναδιαμόρφωση που ολοκληρώθηκε στη μόνιμη συλλογή και τις περιοδικές εκθέσεις με επίκεντρο το ρητορικό ερώτημα, Και αν οι γυναίκες κυβερνούσαν τον κόσμο;.

Για αρχή μια διευκρίνιση. «Πρέπει να τονίσω το υποθετικού του τίτλου», ανέφερε η διευθύντρια του μουσείου Κατερίνα Γρέγου, απαντώντας στις ενστάσεις που είχαν ακουστεί μετά την ανακοίνωση του προβοκατόρικου «Και αν οι γυναίκες κυβερνούσαν τον κόσμο;» – ένα ερώτημα ανοιχτό, το οποίο «παρακινεί το κοινό, τους επισκέπτες, την κοινωνία συλλογικά να σκεφτεί εάν όντως ο κόσμος είχε πάρει άλλη τροπή και ήταν καλύτερος σε περίπτωση που οι γυναίκες κρατούσαν διαχρονικά την εξουσία», εάν δεν είχε υπάρξει ποτέ το πλαίσιο της τοξικής πατριαρχίας, το οποίο καθόρισε τη ροή της ιστορίας και τα τρομερά άνισα μερίδια εκπροσώπησης στη δημόσια σφαίρα, όπως παραμένουν μέχρι σήμερα σε ισχύ και στον κόσμο της τέχνης.

Αυτή την αδιασάλευτη, παγιωμένη ηρεμία ταρακουνά το ΕΜΣΤ, παίρνοντας μια απόφαση που αποτελεί καθαρό statement: με μια συγχρονισμένη κίνηση, το κτίριο αποκαλύπτεται εκ νέου στους επισκέπτες λίγο πριν τις γιορτές, έχοντας αναδιαμορφώσει πλήρως το περιεχόμενο στους ορόφους του, ενώ για τους 11 επόμενους μήνες θα συνεχίσει να ανανεώνεται με νέες περιοδικές εκθέσεις γύρω από την ίδια θεματική, φιλοξενώντας όλον αυτόν τον καιρό «αποκλειστικά έργα γυναικών καλλιτεχνών και ατόμων που αυτοπροσδιορίζονται ως γυναίκες».

Το ακριβώς ανάποδο απ’ τον κανόνα, δηλαδή, που έκανε κάποτε τις κυρίες των Guerilla Girls να ρωτούν ειρωνικά «μήπως χρειάζεται οι γυναίκες να είναι γυμνές για να μπουν στο Metropolitan Museum».

«Ο φεμινισμός δεν είναι θέμα μόδας, είναι ένα πάγιο ζήτημα, κάτι που θα παραμένει διαρκώς σε εξέλιξη, και μπορεί τα πράγματα να είναι σήμερα καλύτερα απ’ ό,τι είκοσι χρόνια πριν, αλλά επίσης κάνουμε και βήματα προς τα πίσω», επεσήμανε η Κατερίνα Γρέγου, καταφεύγοντας στο πρόσφατο παράδειγμα της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις ΗΠΑ για το δικαίωμα άμβλωσης. Αλλά δεν χρειάζεται να πάμε καν τόσο μακριά: το χρονολόγιο που ανέπτυξε για μία από τις εκθέσεις, κατόπιν ανάθεσης, το This is not a feminist project υπενθυμίζει τη θεωρία του «αγέννητου παιδιού» που είχε γραφτεί στα ελληνικά βιβλία το 2022.

Θα μπορούσαμε να λέγαμε ότι υπό τις νέες συνθήκες είναι σαν να κάνει δεύτερα εγκαίνια το ΕΜΣΤ. Παρακάτω, οι καινούργιες εκθέσεις που περιμένουν το κοινό, από τον 4ο όροφο μέχρι το επίπεδο του –1, καλύπτοντας κενά της ιστορίας της τέχνης, σπουδαίες προσωπικότητες που τους αφιερώνεται πρώτη φορά αναδρομική παρουσίαση, προσωπικότητες που πρωτοστάτησαν στο εντός συνόρων φεμινιστικό έργο, όπως και στη μεγάλη αξία «του μαζί».

Χρύσα Ρωμανού: Η αναζήτηση της ευτυχίας για όσους περισσότερους γίνεται

Μία «απίστευτη προσωπικότητα», μια εικαστικός που οδηγήθηκε και παρέμεινε για είκοσι χρόνια στο Παρίσι, παίζοντας ενεργό ρόλο στο διεθνές στερέωμα τη δεκαετία του 1960 και έπειτα, μέσω του κινήματος Nouveau Réalisme.«Παρ’ όλα αυτά ήταν πάντα η γυναίκα του Νίκου Κεσσανλή, μια προσωπικότητα στο πλευρό πάντα του συζύγου της, της οποία το έργο δεν αναγνωρίστηκε στην εποχή της», όπως παρέθεσε η Ελένη Κούκου που συνεπιμελείται την «μίνι αναδρομική» με τον Δημήτρη Τσουμπλέκα (αμφότεροι είχαν προσωπική σχέση από μικροί με το ζεύγος).

Μια έκθεση η οποία περιλαμβάνει έργα από όλες σχεδόν τις ενότητες της δουλειάς της, προκειμένου να αναδείξει τη συνάφεια και την οργανική σχέση μεταξύ τους – τα πολιτικά κολάζ (τα οποία έφτιαχνε ήδη από τη δεκαετία του 1960, πριν τα διάσημα της Martha Rosler), οι αναφορές στα παιχνίδια όπως ο λαβύρινθος, τα γλυπτά μεκανό, οι πρωτογενείς μεταξοτυπίες της και τα «ζωντανά» από άποψη ερεθισμάτων ντεκολάζ σε πλέξιγκλας («όσο τα βλέπεις, τόσο αναδύονται νέες εικόνες»).

Η έκθεση αυτή ολοκληρώνεται με το Αμούρ – Η Χρύσα στις πόλεις, ένα συγκινητικό βίντεο (σε συνεργασία Δημήτρη Τσουμπλέκα και Γιώργου Σαλαμέ) με φωτογραφίες από το πλούσιο αρχείο του ζεύγους.

Δανάη Ανεσιάδου: D Possessions

Πρώτη παρουσίαση για την ελληνικής καταγωγής, γεννημένη στη Γερμανία και μεγαλωμένη στο Βέλγιο Δανάη Ανεσιάδου – ένα πλουραλιστικό «σαλόνι» που αρχικά δίνει την αίσθηση της χαλαρής και ανέμελης διασκέδασης, αλλά σε μια δεύτερη ματιά ανακαλύπτεις την άβολη διαστροφή των πραγμάτων, τα καλυμμένα πρόσωπα στα κάδρα και τις δύο θηριώδεις γκιλοτίνες στο βάθος. Όπως επεσήμανε η επιμελήτρια Ιόλη Τζανετάκη, «στο έργο της η Ανεσιάδου ψάχνει συστηματικά τα νήματα που κρύβονται κάτω από την επιφάνεια των πραγμάτων».

Μέσα σε αυτό το παράλογο αλλά για κάποιο λόγο ελκυστικό σύμπαν, μπλέκονται αναφορές από πράγματα τα οποία επιφανειακά μοιάζουν τελείως άσχετα μεταξύ τους: από τα fake news και τις θεωρίες συνωμοσίας, το βιομηχανικό σύμπλεγμα ψυχαγωγίας του Χόλιγουντ και του αμερικανικού Πενταγώνου, τα τηλεοπτικά ριάλιτι και τη βιομηχανία της μόδας, μαζί με αναφορές στην αρχαιοελληνική γλυπτική, τον σουρεαλισμό και τις B-movies. Μάλιστα, μέρος των γλυπτών προέρχεται από δικά της προσωπικά αντικείμενα, τα οποία χύτευσε σε εποξική ρητίνη μέσα σε καλούπια από props ταινιών.

Ομαδική έκθεση-συλλογή: Γυναίκες, μαζί

«Πρόκειται εδώ για μια παρουσίαση που αντικατοπτρίζει αυτό που θεωρούμε παρουσίαση συλλογής σε ένα σύγχρονο μουσείο», τόνισε η Κατερίνα Γρέγου, φτάνοντας στον τρίτο όροφο, εκεί όπου εγκαταστάθηκε ένα καινούργιο σώμα έργων, μερικά από τα οποία είναι πρόσφατες αγορές του μουσείου και τα μισά προέρχονται από την πρόσφατη δωρεά της Συλλογής Δ. Δασκαλόπουλου (ένα σώμα έργων το οποίο προέκυψε όχι άκριτα, αλλά «κατόπιν εποικοδομητικού διαλόγου με όλο το επιτελείο της συλλογής»).

«Θεωρούμε ότι το σημαντικότερο είναι τα αφηγήματα που αναπτύσσονται με τον τρόπο παρουσίασης, ώστε να προκύπτουν εκθέσεις με συνεκτικότητα και δομημένα μηνύματα».

Ποιο είναι το μήνυμα εδώ; Μιλάμε για 49 έργα από 25 καλλιτέχνιδες διαφορετικών γενεών και προέλευσης (10 από τα οποία Ελληνίδων), στα οποία μ’ έναν οργανικό τρόπο αναδύονται συνάφειες και συγγενικά στοιχεία: φυσικά, το σώμα, η λεπτότητα στη μεταχείριση των υλικών, η ενδοσκόπηση. «Το λανθάνον αφήγημα που επιχειρούμε να περάσουμε είναι η κατάσταση της αβεβαιότητας και της ρευστότητας στην οποία βρισκόμαστε σήμερα».

Ανάμεσα στα έργα, και περιπτώσεις πρωτοπόρων εικαστικών που δεν αναγνωρίστηκε στον πρέποντα βαθμό το έργο τους, όπως της Δέσποινα Μεϊμάρογλου, της «Ελληνίδας Barbara Kruger», όπως τη χαρακτήρισε η Γρέγου, αφού από τη δεκαετία του ’90 πειραματίστηκε με το photoshop, θίγοντας τη βία που υφίσταται από τα πρότυπα ομορφιάς το γυναικείο φύλο.

Λήδα Παπακωνσταντίνου: Χρόνος στα χέρια μου

Πρόκειται για την πρώτη μεγάλη αναδρομική έκθεση της επιδραστικής όσο ελάχιστοι εικαστικοί στη χώρα Λήδας Παπακωνσταντίνου – ένα πολυσχιδές και άοκνα πειραματικό άτομο που πρωτοστάτησε στο είδος της περφόρμανς τέλη της δεκαετίας του 60.

Μέσα στις πέντε δεκαετίες πορείας μέχρι σήμερα, έχει καταπιαστεί επίσης με φιλμ, in situ εγκαταστάσεις, γλυπτικά αλλά και ζωγραφικά έργα, «με σταθερό άξονα πάντα την έννοια της σωματικότητας και της επιτελεστικότητας», όπως είπε χαρακτηριστικά η επιμελήτρια Τίνα Πανδή, ανατρέχοντας επί τροχάδην σε μερικές από τις θεματικές που αναδύονται μέσα από το έργο της, όπως το γυναικείο φύλο και η θέση του στην κοινωνία, η γυναικεία εργασία, ο χώρος και οι νέες δυνατότητες κοινωνικής συνύπαρξης που προσφέρει η τέχνη.

Είναι μάλλον το πιο αψεγάδιαστο, το πιο εντυπωσιακό κομμάτι από τη νέα σειρά εκθέσεων του ΕΜΣΤ.

Όχι μόνο γιατί διατρέχει συνοπτικά το πολυδιάστατο σύμπαν της Παπακωνσταντίνου, αποκαλύπτοντας πλευρές που έχουν μείνει στην αφάνεια λόγω της πρωτοκαθεδρίας της εικαστικού στην περφόρμανς (π.χ. το υγρό δάσος), αλλά και επειδή ένα αυθεντικά ριζοσπαστικό πνεύμα θα βρίσκει κάθε εποχή τον τρόπο να συναρπάζει, είτε πρόκειται για το εμβληματικό «Κουτί» του 1981 (όταν καλούσε το κοινό να σκύψει ηδονοβλεπτικά πάνω από τρία μικροσκοπικά δωμάτια, όπου διέμενε η ίδια με μια ακόμη performer), είτε για την «ανθοδέσμη» που έφτιαξε πρόσφατα συλλέγοντας ιστούς αράχνες από την αυλή της.