© Nikos Pavlakis/Alamy/Visualhellas.gr
ΙΣΤΟΡΙΑ

Η ιστορία πίσω από το Βότρυς, το εργοστάσιο-φάντασμα των Σεπολίων

Το πρώτο και μεγαλύτερο βιομηχανικό συγκρότημα της Ελληνική Εταιρία Οίνων και Οινοπνευμάτων που κάποτε έβγαζε το φημισμένο μπράντι, στέκει σήμερα παρατημένο, κρυμμένο πίσω από λαμαρίνες.  

Πρέπει να ανατρέξεις σε πολεοδομικό χάρτη των αρχών του 20ου αιώνα για να βρεις την εξήγηση σχετικά με το όνομα Σεπόλια, το οποίο θεωρείται ότι αποτελεί σύντμηση των λέξεων «έξω» και «πόλη». Τότε, η περιοχή αυτή αποτελούταν αποκλειστικά από περιβόλια που εφοδιάζονταν από τα τρεχούμενα νερά του Κηφισού, ενώ για τον ίδιο λόγο, την εύκολη πρόσβαση σε νερό δηλαδή, προσέλκυε βιομηχανικές μονάδες.

Συγκεκριμένα, στα χρόνια του Μεσοπολέμου, στο μέρος κάτω απ’ τις γραμμές του τρένου με το τοπωνύμιο Μύλοι –από τους μύλους κατά μήκος του Κηφισού– αναπτύχθηκε μια παραγωγική ζώνη, που διετέλεσε κομβικό ρόλο για τις εξελίξεις της εποχής.

Εκεί, είχε εγκατασταθεί το εργοστάσιο κεραμοποιίας του Άτλα (σήμερα είναι το 54ο Γυμνάσιο και Λύκειο, πάρκο και αθλητικοί χώροι), το εργοστάσιο του Κοροπούλη (το οποίο έχει κατεδαφιστεί και αυτή τη στιγμή αναμορφώνεται σε πάρκο), αλλά και το εργοστάσιο ποτοποιίας Βότρυς, το μοναδικό σωζόμενο βιομηχανικό ακίνητο της περιοχής από εκείνη την εποχή, που επιτέλους βρίσκεται σε τροχιά αξιοποίησης – αλλά μόνο ως έκταση, όχι ως κτίριο.

Μετά την παραχώρηση της έκτασης στον Δήμο Αθηναίων, έχει ανακοινωθεί ότι πρόκειται να εκτελεστούν εργασίες διαμόρφωσης στον περιβάλλοντα χώρο του μνημείου για να μεταμορφωθεί σε μεγάλο πνεύμονα πρασίνου και εκτόνωσης για τη γειτονιά (η έκταση του οικοπέδου είναι 13.475 τ.μ), ωστόσο για το βιομηχανικό μνημείο της ποτοποιίας δεν προβλέπεται –τουλάχιστον σε αυτή τη φάση– να γίνει επισκέψιμο ή να στεγάσει σχολικές μονάδες, όπως είναι το αίτημα των κατοίκων εδώ και χρόνια.

Πλησιάζει, τουλάχιστον, η στιγμή που θα απομακρυνθούν οι λαμαρίνες και θα φανεί ολόκληρο το φουγάρο της ιστορικής μονάδας ποτοποιίας στα Σεπόλια, από την οποία έβγαινε το διάσημο μπράντι «Βότρυς», ενώ ένα φεγγάρι συνέβαλε στην αντιμετώπιση της σταφιδικής κρίσης.

«Βότρυς, μπράντι που ξεχωρίζει»

Το ημερολόγιο έγραφε 6 Μαΐου του 1906. Έπειτα από χρόνια συνεχόμενης σταφιδικής κρίσης, που ταλάνιζε την ελληνική οικονομία, αφήνοντας το άλλοτε «χρυσάφι» της ελληνικής γης να σαπίζει στις αποθήκες, οι μεγαλύτεροι σταφιδοπαραγωγοί της χώρας κάθονται στο ίδιο τραπέζι κι υπογράφουν τη λεγόμενη «Σταφιδική Σύμβαση», συστήνοντας από κοινού μια εταιρεία με σκοπό την προστασία της παραγωγής και του εμπορίου της σταφίδας. Το όνομα αυτής είναι Ελληνική Εταιρία Οίνων και Οινοπνευμάτων, και το πρώτο εργοστάσιο που ανοίγει την ίδια χρονιά είναι το Βότρυς στους Μύλους Αθηνών, στα σημερινά Σεπόλια.

Πολύ γρήγορα, η Ε.Ε.Ο.Ο. επιδιώκει (και πετυχαίνει) να αναπτύξει νέες αγορές και εμπορικές διόδους για τη σταφίδα και κυρίως τα υποπροϊόντα αυτής, όπως είναι η σταφιδομάζα. Η σταφιδομάζα αποδίδει σε βιομηχανικές χρήσεις και με την εισαγωγή νέων εργαλείων από την Ένωση αρχίζει να αξιοποιείται και για φωτισμό, θέρμανση, κίνηση – γίνεται μια εναλλακτική μορφή ενέργειας. Απ’ τη σταφίδα εξάγεται επίσης το γλυκαντικό της σταφιδίνης. Παράλληλα, μεγάλη ανακούφιση στο ζήτημα διάθεσης του πλεονάσματος της σταφίδας έδωσε η απόφαση της Εταιρίας να στρέψει την προσοχή της στην παραγωγή καθαρού οινοπνεύματος, αλλά και πρώτης ποιότητας οίνου από τη σταφίδα, με σκοπό την εξαγωγή.

Μέχρι τότε, τα ελληνικά κρασιά ήταν άγνωστα στο εξωτερικό. Αυτό αλλάζει με τις περίφημες φιάλες μπράντι που ξεκινούν να παράγονται από το Βότρυς, από την οινοποίηση χλωρής σταφίδας κατά την εποχή του τρύγου. Το εργοστάσιο είχε εξοπλιστεί με τα πιο σύγχρονα μηχανήματα απόσταξης οίνου για την παρασκευή αποστάγματος, και έτσι το ελληνικό μπράντι γίνεται εφάμιλλο των γαλλικών. Είναι ένα εργοστάσιο κατασκευασμένο με προδιαγραφές μεγάλου αποσταγματοποιείο, το μεγαλύτερο της Ένωσης που σταδιακά για τους σκοπούς της είχε ιδρύσει μονάδες σε Ελευσίνα, Καλαμάτα, Θεσσαλονίκη, Πάτρα, Πύργο και αλλού.

Όπως διαβάζουμε στα Δελτία Απογραφής της ΒΙ.Δ.Α., μιας πρωτοβουλίας που συστάθηκε για την καταγραφή των ελληνικών βιομηχανικών μνημείων, «το συγκρότημα εντάσσεται μορφολογικά στα πρώτα δείγματα της βιομηχανικής αρχιτεκτονικής των αρχών του 20ου αιώνα». Αποτελείται δηλαδή από επιμήκη ισόγεια, διώροφα και ένα τριώροφο οικοδόμημα μεγάλων διαστάσεων, που περικλείουν ένα ασκεπή αύλειο χώρο – εκεί, συγκεντρώνονταν πιθανότατα τα προϊόντα στην τελική φάση, πριν φύγουν από το εργοστάσιο.

Το άδοξο τέλος και η εγκατάλειψη

Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, ξεκινά η κατάρρευση της «αυτοκρατορίας» της Ένωσης, που αποτέλεσε ιστορικά το πρώτο καρτέλ της χώρας. Τελικά, εξαγοράζεται το 1938 από τον επιχειρηματία Πρόδρομο Μποδοσάκη Αθανασιάδη και η παραγωγή συνεχίζεται για τις επόμενες δεκαετίες με έμβλημα το γλυκό ελληνικό μπράντι, μέχρι που ο ίδιος απεβίωσε το 1979 και η διοίκηση πέρασε στα χέρια του ανιψιού του, Τζώρτζη Αθανασιάδη, εκδότη της Βραδυνής και της Ναυτεμπορικής. Η δολοφονία του Αθανασιάδη το 1983 συμπίπτει χρονικά και με την αρχή του τέλους για το Βότρυς.

Το συγκρότημα ανακοινώνει την πρώτη παύση λειτουργίας το 1986, μετά περνάει στα χέρια της εταιρείας Μεταξά και αναβιώνει, αλλά παροδικά, αφού έχει πέσει η αγοραστική δύναμη των προϊόντων του. Σύμφωνα με μαρτυρία της Κ. Βέργου, υπεύθυνης χημικού του συγκροτήματος, που επικαλείται η ΒΙ.Δ.Α., «τουλάχιστον μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1990, το συγκεκριμένο εργοστάσιο λειτουργούσε για την παραγωγή μπράντι, ούζου και κρασιού», αλλά με μειούμενη ένταση. Η παραγωγή αποσταγμάτων είχε πωληθεί στην εταιρία 3Ε.

Τρεις δεκαετίες αργότερα, η φημισμένη μονάδα παραγωγής στέκει σαν φάντασμα. Το 1999, το ακίνητο πέρασε στην ιδιοκτησία του Οργανισμού Σχολικού Κτιρίων, με στόχο να στεγάσει σχολικές μονάδες, αλλά ο αξέχαστος σεισμός ματαίωσε τα σχέδια. Από καιρό, έχουν πέσει οι σκεπές του συγκροτήματος και επιβιώνουν οι όψεις, όπως και μερικώς το φουγάρο. Πρόκειται για λιθόκτιστα κτίρια (από οπτόπλινθο πάχους 60 cm), με στρογγυλούς φεγγίτες και συμμετρικά ανοίγματα. «Διακρίνονται για την υψηλή ποιότητα κατασκευής τους».

Αυτό είναι και το γεγονός που τα έχει σώσει από την πλήρη κατάρρευση.