© zoekonstant / Instagram / Κωνσταντίνος Μπαντούνας
OPINIONS

Το viral έγινε πιο σημαντικό από την ουσία σε αυτές τις εκλογές

Μερικά συμπεράσματα από την άνευρη προεκλογική περίοδο που διανύσαμε: το ζήτημα τελικά δεν είναι τι πρόγραμμα έχουν τα κόμματα αλλά το πόσα likes μπορούν να μαζέψουν.

«Τι έγινε bro μου, θα πάμε κάλπη σήμερα;» Ήταν η ίσως πιο άβολη ατάκα της πιο άνευρης προεκλογικής περιόδου της τελευταίας τουλάχιστον δεκαπενταετίας. Η προσπάθεια του Αλέξη Τσίπρα να κάτσει με τη νεολαία δεν πήγε καθόλου καλά, παρότι δημοσκοπικά φαινόταν να την έχει στο τσεπάκι του. Άλλωστε, αν θυμηθούμε τα σχολικά μας χρόνια, γουστάραμε τους καθηγητές που θέλαμε να κλέψουμε τις ατάκες τους και όχι το αντίθετο. Όταν το έκαναν εκείνοι, συνήθως κριντζάραμε. (Αλλιώς το λέγαμε τότε, αλλά ας πάμε με τα δεδομένα της τωρινής εποχής)

Την εποχή των Μνημονίων ο ΣΥΡΙΖΑ και πιο συγκεκριμένα ο Αλέξης Τσίπρας ήταν ο αδιαφιλονίκητος βασιλιάς των social media. Κάπως σαν αντάρτης του βουνού, όπου κανείς «συστημικός» και «μνημονιακός» (σ.σ: είναι επίθετα που θα κρίνει η ιστορία αν είχαν ή δεν είχαν νόημα τελικά) δεν τολμούσε να πατήσει στην επικράτεια του γιατί εκεί κινδύνευε να λοιδορηθεί· να πετροβοληθεί· να νικηθεί κατά κράτος. Κάτι που συνέβαινε, όχι άδικα, αν σκεφτεί κανείς ότι ήταν εποχές που η χώρα έχανε το 25% του πλούτου της.

Αυτά όμως άλλαξαν άρδην από το 2015 και μετά, όταν η άνοδος στην κυβέρνηση έριξε -μοιραία- και την αντισυστημικη ορμή. Όπως εκείνα τα χρόνια, η οικονομία ξανασταθηκε σιγά-σιγά στα πόδια της επαναφέροντας μία κάποιο προμνημονιακή κανονικότητα, έτσι έκαναν και τα παραδοσιακά Media. Μπήκαν ξανά στο παιχνίδι, χωρίς να φοβούνται έναν πιθανό πετροβολισμό και έκλεισαν το μάτι στα social meida. (Σημαντική σημείωση: Ας μην κοροϊδευόμαστε, το παιχνίδι της ενημέρωσης παίζεται 90% υπέρ της ΝΔ και 10% υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ).

Όσο λοιπόν ο Αλέξης Τσίπρας έχανε την πρωτοκαθεδρία του στο κάποτε αντάρτικο πεδίο των κοινωνικών δικτύων, τόσο ο βασικός του αντίπαλος έριχνε πακτωλό χρημάτων και επέλεγε με προσοχή τους συνεργάτες του στον κόσμο του ψηφιακού marketing και της προώθησης· εκεί που υπάρχει ακόμα πεδίο δόξης λαμπρό όταν αναζητάς κυρίως επικοινωνία και σχεδόν καθόλου ουσία. Είναι πράγματα που φάνηκαν ξεκάθαρα τους τελευταίους προεκλογικούς μήνες.

Αφήνοντας το σκάνδαλο των υποκλοπών στην άκρη, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έκανε επίδειξη ισχύος στο επικοινωνιακό κομμάτι. Στο ΤικΤοκ έδειξε ότι μπορεί να παραμείνει ατσαλάκωτος ακόμα και όταν υπάρχουν υποθέσεις τερατωδών σκανδάλων ακόμα ανοιχτές. Μάλιστα, κατάφερε να βγάλει και χιούμορ. Ναι, ακόμα και αν είσαι κάθετα αντίθετος με την πολιτική του, είναι φανερό ότι γνωρίζει πως να παίζει το επικοινωνιακό παιχνίδι – ίσως μόνο αυτό, αλλά αυτό είναι που μετράει στις μέρες μας. Τα πάντα είναι επικοινωνία.

Τι ακριβώς έκανε λοιπόν; Φάνηκε ανθρώπινος μιλώντας για τσίπουρα σε προεκλογικές συγκεντρώσεις με τον πατέρα του. Έδειξε πιο σίγουρος από ποτέ στο συγκεκριμένο μέσο, αφήνοντας μάλιστα τις άκομψες υπερβολές του παρελθόντος (καλέ, τι γκόμενος είσαι;) στην άκρη.

Σε περίπτωση που δεν το έχετε καταλάβει, στο πρόσωπο του Κυριάκου Μητσοτάκη καθρεφτίζεται ένα νέο είδους πολιτικού: εκείνου που μπορεί να ανασκευάσει τα πάντα μέσα από επικοινωνιακές καμπάνιες, ρίχνοντας στάχτη στα μάτια ακόμα και των πιο φανατικών του εχθρών.

Όπλα του; Το επιθετικό μάρκετινγκ, οι αλγόριθμοι και η προσεκτική κατασκευή της εικόνας του τόσο στα παραδοσιακά Μέσα Ενημέρωσης όσο και στα social media. Όσο για εκείνους που τον κατηγορούν ότι παίζει με «σημαδεμένη» τράπουλα; Ίσως, σε κάθε περίπτωση όμως ένα είναι σίγουρο: παίζει εξαιρετικά τα χαρτιά του (ακόμα και αν δε μας αρέσει).

Δε μας απασχόλησαν όμως μόνο οι δύο βασικοί διεκδικητές της πρωθυπουργίας με τις viral στιγμές του. Ο Νίκος Ανδρουλάκης που δε σήκωσε ποτέ τους τόνους, ούτε ακόμα και όταν ήταν βασικό θύμα του σκανδάλου υποκλοπών, είχε και εκείνος τα 15 λεπτά viral τα οποία αναλογούν σε κάθε Έλληνα πολιτικό.

Πρωταγωνιστής οι ρετρό φωτογραφίες από τα 00s, λίγο πριν την Κρίση – τότε που η ΠΑΣΠ ήταν ΠΑΣΠΑΡΑ και δεν έκανε πάρτυ αλλά παρτάρες. Τσιγάρα στο στόμα, σερπαντίνες και βαριά σκυλαδικα από άλλες πιο ευτυχισμένες ελληνικές εποχές.

Αν κάποιος έμεινε πίσω στη μάχη του viral ήταν ο πρώτος διδάξας του είδους, Κυριάκος Βελόπουλος. Δεν απασχόλησε όσο θα περιμέναμε, αν και το κρεσέντο στο ντιμπέιτ των πολιτικών αρχηγών με την «Παναγιά την Γκέισα» ήταν άλλη μία χρυσή στιγμή, στις πολλές χρυσές στιγμές που μας έχει χαρίσει. Στην αντίπερα όχθη, ο Γιάνης Βαρουφάκης μάλλον άργησε να αντιληφθεί ότι το «σχέδιο Δήμητρα» θα μπορούσε να πάρει viral -αρνητικές για εκείνον και το κόμμα του- διαστάσεις, με αποτέλεσμα να το πληρώσει στην κάλπη.

Τελικά, κανείς από τους προαναφερθέντες πολιτικούς αρχηγούς δεν έκανε την έκπληξη στο προεκλογικό παιχνίδι του viral. Άλλωστε για τον παλιό κυρίαρχο των social media, Αλέξη Τσίπρα, και τον νέο κυρίαρχο, Κυριάκο Μητσοτάκη, τα γνωρίζαμε λίγο έως πολύ. Απλά μάλλον σχεδόν κανείς, ούτε καν οι ειδικοί αναλυτές, δεν είχαν καταλάβει το μέγεθος της αλλαγής. Η σκυτάλη έχει περάσει πια για τα καλά στα χέρια του Προέδρου της Νέας Δημοκρατίας. Η μικρή έκπληξη ανήκε στο ΚΚΕ και η μεγάλη στην Πλεύση Ελευθερίας.

Το πρώτο άφησε στην άκρη το άτυπο εμπάργκο σε οποιαδήποτε νέα μορφή επικοινωνίας και αγκάλιασε σφιχτά το viral με τον Δημήτρη Κουτσούμπα να πρωταγωνιστεί. Δεν ήταν λίγες οι φορές που πίστευες ότι μιλάει κλείνοντας το μάτι προς τα trends του YouTube.

Πρέπει να ακούσαμε το «αυτοί είστε» περισσότερες φορές από όσες αντέχει ο ανθρώπινος νους. Και όταν πιστέψαμε ότι έχει τελειώσει, επανήλθε δριμύτερος: δανείστηκε, ειρωνευόμενος και ασκώντας σφοδρή κριτική, το σημα-κατατεθεν της Ζωής Κωνσταντοπούλου. Ναι, την καρδούλα.

Το ΚΚΕ έκανε μάλλον καλά και ξέχασε τον αρτηριοσκληρωτικό του επικοινωνιακό εαυτό, αφού φαίνεται να βγήκε κερδισμένο από αυτό. Πήρε όμως άραγε περισσότερες ψήφους επειδή έκανε κατά καιρούς σκληρή αντιπολίτευση, επειδή παρέμεινε σταθερό στις αξίες του, επειδή συνέχισε να έχει σταθερή παρουσία στα συνδικάτα και τον δρόμο ή μήπως απλά κέρδισε ψήφους παίζοντας έξυπνα το παιχνίδι του viral;

Δεν είμαστε σίγουροι, αν και πιστεύουμε πως αν μάθουμε την αλήθεια, αυτή δε θα αρέσει στον Περισσό. Όχι, βέβαια, ότι το ένα αναιρεί το άλλο. Ίσως, σε τελικά ανάλυση, να είναι συνδυασμός και των δύο – η κάλπη της 25ης Ιουνίου θα δώσει περισσότερες απαντήσεις.

Η μεγάλη έκπληξη, λοιπόν, ακούει στο όνομα Πλεύση Ελευθερίας και πιο συγκεκριμένα Ζωή Κωνσταντοπούλου. Ήταν μία πολιτικός που γνωρίσαμε για τις σκληρές αντιμνημονιακές της θέσεις, ως μία από τις λίγες φωνές που συνέχισαν να τονίζουν τη σημασία των γερμανικών αποζημιώσεων για την καταστροφή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά και ο άνθρωπος που σήκωσε την αριστερή του γροθιά έξω από τη Βουλή το 2015. Τώρα, μέσα από αυτήν την προεκλογική περίοδο μας συστήθηκε ξανά.

Μοίρασε όσες πιο πολλές «καρδούλες» μπορούσε, ξεκαθάρισε τη σημερινή της ιδεολογική θέση (αδιαφορώντας πια για τη διάκριση ανάμεσα σε Αριστερά και Δεξιά), «κρέμασε» ένα σωρό δικούς της υποψηφίους όταν είδε -μάλλον αναπάντεχα- πως είναι κοντά στην επιστροφή της στη Βουλή και, μάλιστα, ως αρχηγός κόμματος αυτήν τη φορά.

Έκανε, δηλαδή, επικοινωνιακή στροφή 180 μοιρών, συνομίλησε με τα παραδοσιακά Μέσα που παλιότερα (να μας συγχωρεθεί ο χαρακτηρισμός) «σκυλόβριζε» και είναι έτοιμη για ένα αδιανόητο πριν μερικούς μήνες εκλογικό buzzer beater.

Υπάρχει άραγε κάποιο κοινό στοιχείο σε όλο αυτό το σκηνικό που καταρτίστηκε την προεκλογική περίοδο η οποία ξεκίνησε τον Απρίλιο και διήρκεσε, λόγω των δεύτερων εκλογών, μέχρι σήμερα το πρωί; Το γεγονός ότι ως ψηφοφόροι βομβαρδιστήκαμε με επικοινωνία και επικοινωνιακά τρικ. Η ουσία πήγε περίπατο.

Σχεδόν κανείς δε γνωρίζει το πρόγραμμα των πολιτικών κομμάτων. Πρέπει να ψάξεις πολύ, να καθαρίσεις τον επικοινωνιακό θόρυβο που επικρατεί, για να ακούσεις τι έχουν να πουν. Άλλωστε, η ουσία πια έρχεται σε δεύτερη μοίρα, η επικοινωνία και το viral είναι το παν.