«Η αντίσταση στη Χούντα ξεκίνησε λίγες ώρες μετά το πραξικόπημα»
Ανήμερα μίας από τις πιο μαύρες σελίδες στην ιστορία του τόπου, ο ιστορικός Πολυμέρης Βόγλης αποδομεί με ιστορικά γεγονότα, μερικά από τα πιο προκλητικά μυθεύματα των θιασωτών της χούντας.
- 21 ΑΠΡ 2026
Η 21η Απριλίου δεν είναι απλώς μια μαύρη επέτειος αλλά ταυτόχρονα, αποτελεί και μια σημαντική υπενθύμιση ότι τα ευκόλως εννοούμενα δεν παραλείπονται.
Στη θύμηση της σκοτεινής χουντικής επταετίας, τυφλοί δικτατοριολάγνοι φορούν γυαλιά για να μη θαμπώνονται από το φως των «έργων», της «οικονομικής ευμάρειας» και άλλων μυθευμάτων που προσπαθούν να περάσουν υπογείως.
Οι θιασώτες της χούντας κυκλοφορούν ανάμεσά σας άλλοτε φωναχτά, κι άλλοτε μασκαρεμένα, καταδικάζοντας τους τύραννους που ενίοτε αντικρίζουν στον καθρέφτη.
Μέσα από διάφορους μύθους, προσπαθούν να εξωραΐσουν το καθεστώς ή να ζημιώσουν τη σημασία της αντίστασης στα χρόνια της χούντας.
Συζητήσαμε με τον ιστορικό Πολυμέρη Βόγλη για την υποτιθέμενη απουσία αντίστασης, για την «οικονομική ανάπτυξη» αλλά και για το αφήγημα ότι η χούντα δεν ήταν και τόσο βίαιη, μύθοι που η ιστορία καταρρίπτει σαν τραπουλόχαρτα την ίδια ώρα που οι μύωπες κάνουν το μαύρο, άσπρο.
Η αντίσταση στην χουντική επταετία
«Καταρχήν υπάρχει μια σύγχυση με το τι σημαίνει αντίσταση, ο κόσμος αντιλαμβάνεται την αντίσταση ως υπόθεση κάποιων τολμηρών, γενναίων ανθρώπων που σηκώνει ανάστημα απέναντι σε ένα καθεστώς, ή ότι η αντίσταση είναι αυτόματη απέναντι στην καταπίεση, άρα επειδή δεν υπήρξε αντίσταση, δεν υπήρξε ούτε καταπίεση.
Υπάρχει παρανόηση. Η αντίσταση δεν προκύπτει εύκολα, ειδικά σε συνθήκες δικτατορίας και αυταρχισμού όπου το κόστος συμμετοχής σε μια αντιστασιακή ενέργεια, ή οργάνωση είναι πολύ υψηλό. Άρα αυτό που κανείς πρέπει να λάβει υπόψιν είναι ότι για να υπάρξει αντίσταση, πρέπει να υπάρξει ένα οργανωμένο πολιτικό υποκείμενο που με την δράση και την τεχνογνωσία του, θα μπορεί να οργανώσει την αντίσταση.
Πολιτική οργάνωση δεν υπήρξε στα πρώτα χρόνια της δικτατορίας λόγω των μαζικών συλλήψεων που έγιναν τη μέρα του πραξικοπήματος. Ξέρουμε ότι πάνω από 8 χιλιάδες πολίτες συνελήφθησαν, μεταξύ των οποίων, πάνω από 6 χιλιάδες εκτοπίστηκαν στη Γιάρο τους επόμενους μήνες. Άρα οι άνθρωποι που θα μπορούσαν να πρωτοστατήσουν στην οργάνωση της αντίστασης, εξουδετερώθηκαν σχεδόν αμέσως. Αυτό κατέστησε αρκετά δύσκολη την όποια οργανωμένη προσπάθεια αντίστασης απέναντι στο καθεστώς.
Το δεύτερο που σχετίζεται με το αν υπήρξε αντίσταση, είναι πως προφανώς και υπήρξε στα χρόνια της επταετίας. Η αντίσταση εμφανίζεται σχεδόν αμέσως, οι πρώτες αντιδικτατορικές οργανώσεις φτιάχνονται λίγες ώρες μετά την εκδήλωση του πραξικοπήματος. Κάποιες από αυτές οι οποίες θα πρωταγωνιστήσουν και στον αντιδικτατορικό αγώνα όπως το ΠΑΜ (Πατριωτικό Αντιδικτατορικό Μέτωπο) και η Δημοκρατική Άμυνα, κι άλλες λιγότερο γνωστές.
Υπάρχει αντίσταση από την αρχή. Παράλληλα, στη Δυτική Ευρώπη όπου υπάρχει δημοκρατία, υπάρχει ένα πολύ μεγάλο κίνημα αντίδρασης καταδίκης της δικτατορίας και συμπαράστασης στους πολιτικούς κρατούμενους και στους αντιδικτατορικούς πρωταγωνιστές, σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες. Υπάρχει κινητοποίηση.
Αυτό που συχνά αποσιωπάται είναι ότι πολλές από αυτές τις οργανώσεις στην Ελλάδα επιλέγουν τις δυναμικές μορφές αντίστασης, να τοποθετήσουν εκρηκτικούς μηχανισμούς, συμβολικά εννοείται, σκοπός δεν είναι να προκαλέσουν εκτεταμένες υλικές ζημιές, αλλά να δείξουν ότι το καθεστώς δεν έχει κυριαρχήσει. Μιλάμε για τουλάχιστον 174 εκρηκτικούς μηχανισμούς που τοποθετήθηκαν στην διάρκεια της επταετίας.
Στα πρώτα χρόνια έχουμε εκτεταμένη καταστολή. Μεταξύ 1967 και 1971 είχαν δικαστεί από έκτακτα στρατοδικεία περίπου 3.5 χιλιάδες πολίτες. Κάτι που δείχνει ότι υπάρχει από την πλευρά της κοινωνίας και των δημοκρατικών πολιτών, αντίδραση και αντίσταση απέναντι στη δικτατορία».
Το αφήγημα ότι «στη χούντα δεν υπήρχε βία»
«Αυτό που κανείς δεν πρέπει να παραβλέπει είναι τα φρικτά βασανιστήρια στα οποία υπεβλήθησαν όσοι συνελήφθησαν στα χρόνια της δικτατορίας. Έχουμε μαρτυρίες του Περικλή Κοροβέση και της Κίττυ Αρσένη, που περιγράφουν αναλυτικά τι υπέστησαν στα χέρια των βασανιστών τους. Να μη ξεχνάμε ότι η Ελλάδα υποχρεώθηκε να αποχωρήσει από το συμβούλιο της Ευρώπης το 1969, λόγω καταγγελιών για τα βασανιστήρια από το καθεστώς των συνταγματαρχών. Υπάρχουν νεκροί, ο Γιάννης Χαλκίδης που δολοφονήθηκε εν ψυχρώ τον Σεπτέμβριο του 1967.
Επίσης όσον αφορά την βία του καθεστώτος και τη σύγκριση με τη Λατινική Αμερική, αυτό που πρέπει να λάβει κανείς υπόψιν είναι πως όταν το καθεστώς απειλήθηκε από μια μαζική λαϊκή κινητοποίηση, κατέφυγε στο να ασκεί δολοφονίες. Αυτή είναι και η περίπτωση του Πολυτεχνείου. Δεν είχε κανένα πρόβλημα το καθεστώς να καταφύγει σε δολοφονίες πολιτών.
Ο φόβος πάντα υπήρχε. Όλοι γνώριζαν πως όταν έμπλεκαν σε αντιδικτατορικές ενέργειες, πάντα υπήρχε ο κίνδυνος της σύλληψης και η σύλληψη μεταφραζόταν στο μυαλό τους, και δικαίως, σε βασανιστήρια, καταδίκη στο στρατοδικείο και πολύχρονη φυλάκιση. Παρόλα αυτά, τους κινητοποιούσε η αίσθηση ότι κάτι θα πρέπει να κάνουν ενάντια σε ένα αυταρχικό καθεστώς. Ήθελαν να διεκδικήσουν την πολιτική τους ταυτότητα στο ανελεύθερο καθεστώς.
Μιλάμε για οργανώσεις, ειδικά στην Ελλάδα, οι περισσότερες εκ των οποίων είναι αποτέλεσμα της αυτενέργειας των πολιτών, δεν φτιάχνονται με κομματική εντολή. Άνθρωποι που αποφασίζουν να κάνουν κάτι κόντρα στο καθεστώς, ενεργοποιούν φίλους, συναδέλφους, συμφοιτητές, συντρόφους να φτιάξουν μια ομάδα. Οι ίδιοι παίρνουν την πρωτοβουλία και βάσει του κύκλου τους, κάνουν κάτι ενάντια στη χούντα.
Μου είχε κάνει εντύπωση η μαρτυρία μιας γυναίκας που τότε ήταν φοιτήτρια. Σπούδαζε αρχιτεκτονική στο Μετσόβειο Πολυτεχνείο και εκείνες τις μέρες είχε γυρίσει σπίτι το βράδυ και την άλλη μέρα ετοιμαζόταν να πάει στη σχολή. Της λέει ο πατέρας της “πού θα πας, έχει γίνει πραξικόπημα, έχουν βγει τα τανκς στους δρόμους”, είναι πάρα πολύ επικίνδυνο. Εκείνη εξοργίστηκε και λέει “θα πάω, θα μου απαγορεύσουν να βγω από το σπίτι να πάω στη σχολή μου;”.
Είδε την κατάσταση και έβαλε τα κλάματα, ό,τι είχε κατακτήσει ως νέα κοπέλα, όλα αυτά πάγωναν και κατέρρεαν από την απόφαση κάποιων συνταγματαρχών. Αυτά που είχε απολαύσει ως φοιτήτρια, την ελευθερία της, είχε μόλις συντριβεί από τους συνταγματάρχες. Ο εγκλεισμός στο σπίτι την στιγμή που ήθελε να ζήσει τη ζωή της, με φίλους, φίλες και παρέες.
Οι χουντικοί δε μπορούσαν να χωνέψουν ότι οι γυναίκες συμμετείχαν στις οργανώσεις, πίστευαν ότι υπήρχαν άντρες από πίσω. Τους ξεπερνούσε ότι οι γυναίκες μπορούν να έχουν πολιτική δράση».
Οι κίνδυνοι σήμερα
Δεν είμαστε πλέον αντιμέτωποι με τον κίνδυνο ενός πραξικοπήματος, αλλά ζούμε σε μια εποχή που η δημοκρατία με την έννοια των δικαιωμάτων, δεν είναι δεδομένη. Το κράτος δικαίου υπονομεύεται κι αυτό είναι ανησυχητικό. Υπάρχουν πολλές τέτοιες περιπτώσεις.
Οι περισσότεροι από αυτούς τους ανθρώπους δεν εξαφανίζονται μετά το 1974. Συνεχίζουν τις ζωές τους, σε πολιτικές οργανώσεις, στις σπουδές του, σε συλλογικότητες. Βρίσκονται ξανά, συζητούν, θυμούνται αυτά που έχουν περάσει. Όσο απομακρυνόμαστε, οι δεσμοί αυτοί αποδυναμώνονται.
Υπάρχει ένα κοινό παρελθόν της συμμετοχής στην αντίσταση, ή στα γεγονότα της εξέγερσης του πολυτεχνείου, στη φυλακή. Είναι πολύ δυνατές και καθοριστικές αυτές οι εμπειρίες για την ζωή, διαμορφώνουν δεσμούς που επιβιώνουν και τους συσχετίζουν μέσα από ένα κοινό πεδίο αναφοράς.
Aκολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.