ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Η Κωνσταντίνα Μιχαήλ είναι δύσκολη, queer και ξέρει να περνάει καλά

Μιλήσαμε με την ηθοποιό με αφορμή τη συμμετοχή της στην θεατρική παράσταση Μπαμπάδες με ρούμι στο Θέατρο Αλίκη και στην τηλεοπτική σειρά Γιατί ρε πατέρα; στον ANT1.

ΜΑΚΙΓΙΑΖ: ΙΩΑΝΝΑ ΑΓΓΕΛΗ

ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΗ ΦΙΛΟΞΕΝΙΑ ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ SYGGROU 33.

«Ο Γενάρης, όπως για όλους μας έτσι και για μένα, ήταν σαν να κράτησε έναν χρόνο ολόκληρο. Και από τον Φλεβάρη πήρα τα πάνω μου και λέω “ώπα”. Φλεβάρης κι αν φλεβίσει, καλοκαίρι θα μυρίσει. Έρχεται άνοιξη, Θα πάμε κανένα ταξίδι; Επειδή δεν θέλω να στα λέω κι όλα μαύρα».

«Να κάνουμε κάτι fun, κάτι σαν ένα πάρτι», είπε η Κωνσταντίνα και συμφώνησα αμέσως. 

Η φωτογράφισή μας θα ήταν μία γιορτή, ένα διασκεδαστικό πάρτι για να περάσουμε καλά – ή να κάνουμε ότι περνάμε καλά. Κάπως περίπου όπως μοιάζουν οι έξοδοί μας και η ζωή εν γένει, τον τελευταίο – αρκετό καιρό. Έτσι και η κουβέντα μας μοιάζει με μία τέτοια μέρα που τα έχει όλα: τον προβληματισμό, τον στοχασμό, τον έρωτα, την ανάγκη για εκτόνωση, την ομορφιά, τα φλας και -φυσικά- τον ίδιο τον λόγο για το πιο ουσιαστικό πάρτι, το νόημα της ζωής. 

«Τον τελευταίο καιρό με όλα αυτά που ζούμε, τα προβλήματα της Ελλάδας, μετά με τη Γάζα, τώρα με το Ιράν δεν μπορώ να είμαι πολύ καλά, γιατί είμαι κοινωνικά ευαισθητοποιημένη. 

Από μικρή, ο πατέρας μου με έμαθε να είμαι πολιτικοποιημένη και υπεύθυνος πολίτης. Όταν πάσχει ο κόσμος γύρω μου, ή πηγαίνω στη δουλειά μου και δεν ανοίγω τίποτα να διαβάσω και συνέρχομαι γρήγορα γιατί είναι πολύ ευχάριστο το περιβάλλον εκεί, ή κάθομαι στο σπίτι να κάνω κάποιες δουλειές. Δεν είναι ότι, δεν με νοιάζει δηλαδή και λέω “ας πάω για ψώνια”. Θα το πάρω και το μποτάκι για να μου φύγει η τρέλα, θα πιω και τα ποτά μου, αλλά το βασικό διακύβευμα είναι αυτή η σοβαρότητα που μου κληροδότησε ο πατέρας μου και έχει και η γενιά η δικιά μου. Ελέγχουμε την εξουσία όσο γίνεται, κοιτάμε τι θα γίνει.

Γενικότερα, είμαι ανήσυχη αυτόν τον καιρό με όλες αυτές τις καταστάσεις. Έκανα μια απόπειρα να ξεκινήσω ψυχανάλυση και θα συνεχίσω, γιατί κάπου πρέπει να τα λέω. Δεν φταίνε σε τίποτα οι φίλοι με τις ανησυχίες που έχω μες στη νύχτα. 


Υπάρχουν φορές δηλαδή που σκάει το κεφάλι μου, αλλά από την άλλη έχω και τη δουλειά μου – που είναι και μια ωραία δουλειά, η οποία φέτος είναι και πολύ πετυχημένη (η θεατρική παράσταση Μπαμπάδες με ρούμι στο Θέατρο Αλίκη θα συνεχιστεί για 5η χρονιά και το σίριαλ του ΑΝΤ1 Γιατί ρε πατέρα; θα μπει στο Netflix), οπότε είμαι ήσυχη από αυτή την άποψη. Κι έτσι, έχω χρόνο για φιλοσοφικές και πολιτικές αναλύσεις για να μπορέσω σαν υπεύθυνος πολίτης να δω τι γίνεται».

Η Κωνσταντίνα Μιχαήλ βρίσκει πολλούς τρόπους προκειμένου να αποσυμπιεστεί και να βγει από το κεφάλι της τις φορές που δεν το αντέχει. Κάνει yoga, διαλογισμό, περπατάει αντί να πάρει τα ΜΜΜ, κάνει ψυχοθεραπεία, πάει σινεμά με τους φίλους της ή βγαίνει για ποτό και χορό. «Πρέπει κάπως να συνεχίζεις τη ζωή σου, γιατί αλλιώς δεν ωφελεί. Ποτέ δεν ωφελούσε, αν δεν μπορείς να κάνεις το παραμικρό».

Outfit Abstracto
Μπότες Tsakiris Mallas

Η Προετοιμασία

Ο καθρέφτης είναι ομολογουμένως ένας πολύ σκληρός κριτής – πόσο μάλλον όταν στο είδωλό σου βλέπεις μια γυναίκα, η οποία έχει επιλέξει να μεγαλώνει μπροστά στους φοβερά επικριτικους και αδηφάγους τηλεοπτικούς φακούς, αλλά και πάνω στη σκηνή. 

«Θα ξεκινήσω από το γεγονός νούμερο ένα που όλες ξέρουμε ότι δεν σταματάει ποτέ.

Τουλάχιστον όχι μέχρι να φύγουμε εμείς από αυτή τη ζωή. Οι γυναίκες όσο ωραίες και να είμαστε, όσο καλή ανατροφή και να έχουμε, ακόμα και ο πατέρας σου να σου έλεγε τι κούκλα είσαι εσύ -που δεν μου το έλεγε- είμαστε σε βιτρίνα. Α αυτή ωραία, αυτή πιο κοντούλα, πιο ψηλή. Γαλουχηθήκαμε και πορευόμαστε σε μια κοινωνία που μας θέλει ωραίες, νέες και με συγκεκριμένες αναλογίες.

Από την κυρία στα τυριά στο σούπερ μάρκετ, μέχρι τον ταξιτζή, ο οποίος αναρωτιέται πού παίζω φέτος, ενώ δεν βλέπει καν τηλεόραση ή δεν πάει θέατρο, αλλά ρωτάει να μάθει τι κάνω εγώ, μέχρι τις φιλενάδες μου που έρχονται με τις μαμάδες τους να με δουν στο θέατρο και αναρωτιούνται πώς έχασα “αυτά τα κιλάκια” και γιατί δεν τα χάνουν και οι κόρες τους. 

Όσο απελευθερωμένη και διαβασμένη να είσαι και μέχρι και την ηλικία τη δικιά μου – απλώς είμαι λίγο πιο άνετη και πιο διασφαλισμένη λόγω του ότι με βοηθάει το DNA μου και η δουλειά που κάνω και το ότι είμαι γλωσσού και ξέρω να απαντάω, δηλαδή αν έχω τα νεύρα μου και μου κάνουν ένα σχόλιο που δεν μου αρέσει, θα μιλήσω, θα τσακωθώ σαν την τελευταία, δεν έχει “κυρία Μιχαήλ” – η ηλικία στη γυναίκα μετράει. Και παράλληλα, πρέπει να δείχνουμε και να είμαστε δυνατές για να αντέχουμε και να συντηρούμε όλο αυτό το πράγμα. 

Τώρα υπάρχουν παραδείγματα όπως εγώ, που τα γράφω στα παλιά μου τα παπούτσια όλα αυτά, γιατί κουράστηκα από μικρή να κάνω την καλή, τη σωστή, τη μετρημένη. “Τα μαλλιά όπως ήθελε ο μπαμπάς μου. Να μη γελάω πολύ. Η μύτη μου που είναι πολύ μικρή, τα μάγουλά μου που είναι πολύ μεγάλα κ.ο.κ.” Πλέον είμαι σε αυτή την ηλικία που αισθάνθηκα ότι αν δεν απελευθερωθώ από αυτό, δεν θα ζήσω τη ζωή μου όπως τη θέλω. Αν κάθομαι και παρακολουθώ κάθε μέρα τι λένε, τι δεν λένε ή εγώ πώς αντιδρώ και πώς κρίνω τη Μάριον με αυτό το μαλλί, χάνω τη ζωή μου. Με την επικριτικότητα χάνουμε τη ζωή μας κι εγώ δεν θέλω να τη χάσω. Ό,τι προλαβαίνω θέλω να το κάνω!


Από τη μια είναι πολύ ωραία, μ’ αρέσει να βάφομαι, να στολίζομαι, να ντύνομαι, τρελαίνομαι για τη μόδα, για το στιλ. Αλλά εν τέλει αυτά που μου δίνουν χαρά, πρώτον είναι ελάχιστα και δεύτερον, δεν έχουν να κάνουν με την κατανάλωση, ούτε με την εξωτερική εμφάνιση, ούτε με την επιτυχία, ούτε με το να σε γνωρίζουν στον δρόμο. Τα έχω ζήσει όλα αυτά και σου ‘χω νέο: Όχι, δεν έχω καλύτερη διάθεση από σένα κι από κανέναν.

Ξέρεις πότε θα είσαι καλά; Όταν κάνεις αυτό που σε γεμίζει. Με καλύπτει εμένα να βγαίνω με τους φίλους μου και να γελάμε και να κάνουμε ερωτικά; Αυτό θα κάνω».

Η παρέα, ο χορός, το φλερτ, ο έρωτας

«Η ανησυχία μου από μικρή και με την γνωριμία μου με όλο τον κόσμο είχε να κάνει με ανθρώπους – εκείνους με λιγότερα δικαιώματα και περισσότερη χαρά από ό,τι έχει αυτό το καθημερινό συμβατικό μοντέλο ανθρώπου. Από μικρή ήμουν φεμινίστρια. Μετά πέρασα στους gay γιατί με το που τελείωσα το σχολείο άρχισα τη Μύκονο, τη δεκαετία του ‘90 που ήταν σαν ένα παράλληλο σύμπαν. Όλα ήταν χαρούμενα, υπήρχε ποικιλία σε όλα, απόλαυση κρυφή και πασπαλισμένη με χρυσόσκονη. 

Όταν αυτά αναπτύχθηκαν και χρειάστηκε να μπουν στο μοντέλο της κοινωνίας, τότε αναπτύχθηκαν και τα προβλήματα εναντίον τους. Δεν ήταν πια μόνο η χαρά. Τότε πήρα τη θέση της προστάτιδας, αλλά έτσι κι αλλιώς πέρναγα καλύτερα μαζί τους. Τα ενδιαφέροντα των queer  ανθρώπων είναι πιο πολυποίκιλα σε σχέση με τον καθημερινό άνθρωπο, ο οποίος έχει στον νου του να δουλέψει, να βάλει μια στέγη πάνω από το κεφάλι του, να πάρει ένα δάνειο, να κάνει οικογένεια.

Όχι ότι δεν θέλουν και εκείνοι να κάνουν οικογένεια, αλλά δεν είναι το πρωταρχικό. Η πρωταρχική αποστολή στη ζωή είναι η τέχνη, η φαντασία, οι σχέσεις με τους ανθρώπους, ο έρωτας, ένα σωρό άλλα. Κι επειδή δεν μεγάλωσα μέσα σε τέτοιο, αλλά δημιούργησα ένα καλλιτεχνικό περιβάλλον για μένα, αυτό προϋπέθετε ισότητα στους ανθρώπους, μεγάλη φαντασία και ποικιλία στα συναισθήματα. 

Οπότε κι εγώ δηλώνω queer. Γιατί βλέπω ότι το non binary δεν είναι μόδα, είναι ανάγκη.

Επειδή παρακολουθούσα τους ανθρώπους και τη νύχτα που δούλευα στη Μύκονο και στο πανεπιστήμιο και έβλεπα ότι δεν είναι μόνο ένα πράγμα, αλλά είναι πολλές οι επιθυμίες και οι ανάγκες. Πολλές γυναίκες ολοκληρώνονται με το θαύμα της γέννας. Δεν είναι όμως μόνο αυτό και για όλες μας. Εγώ βλέπω πολύπλευρα τη ζωή. Επίσης, μου αρέσει η μεταμφίεση, το τραγούδι, ο χορός, το θέαμα, το σόου, το πάρτι. Το προτιμώ από το να γυρίσω στο σπίτι, να διαβάσω τα παιδιά μου. Το προτιμούσα πάντα.

Και ο έρωτας, δεν είναι μόνο ανάμεσα σε έναν άντρα και μια γυναίκα ή μπορεί και να μην είναι καν ανάμεσα σε μόνο δύο άτομα. Το καθιερωμένο μοντέλο σχέσεων – ζωής, δεν λειτουργεί για όλους. Κι εγώ είμαι queer γιατί κι εγώ έχω αισθανθεί έρωτα για άλλο πλάσμα εκτός από άντρα. Και δεν ήταν υποχρεωτικό ότι ήθελα να κάνω σχέση με το άλλο πλάσμα, τη γυναίκα, ας πούμε. Αλλά κατάλαβα για ποιο λόγο μπορεί ένας άλλος να ονειρεύεται και να καυλώνει και να μη θέλει μόνο ετερόφυλη σχέση. Δεν είναι υποχρεωτικό και δεν είναι άρρωστος ούτε χρειάζεται χάπι, ούτε να τον κλείσουμε κάπου ή να τον αποκληρώσουμε. Δεν είμαι γκέι, είμαι όμως ανοιχτή στη διαφορετικότητα και στην ελεύθερη επιλογή».

Outfit Chrisp

Διαφορετική είναι για πολλούς και η -ελεύθερη- επιλογή της Κωνσταντίνας Μιχαήλ να μην παντρευτεί και να μην κάνει παιδιά. 

«Δεν μου ξύπνησε ποτέ. Δεν ήθελα να δεσμευτώ με τη σκέψη του “Εμείς”. Θέλω να ζήσω το “Εγώ”. Να περάσω καλά και να αφήσω ένα ωραίο κομματάκι μικρό ίχνος στο παγκόσμιο DNA και γεια σας.

Οι γυναίκες είμαστε συναισθηματικές. Ποτέ δε θα σταματήσεις να αποζητάς άντρα, γυναίκα, γκόμενο να μοιραστείς. Όταν το μοιράζεσαι, απλώνει, ησυχάζεις, ξεφεύγεις χαίρεσαι. Όλα.

Άλλο αυτό, άλλο η μεγάλη απόφαση ότι προκειμένου να μην είμαι μόνη μου και να καλύψω το συναίσθημα, θα παντρευτώ και θα κάνω παιδιά, γιατί αυτά θα μου γεμίσουν το κενό.


Περνάω πάρα πολύ καλά και όταν είμαι μόνη μου. Δεν μπορώ να μη σου πω όμως ότι είναι μερικά βράδια που λέω “τώρα, μήπως θα έπρεπε να έχω ένα αγόρι;”. Τρεις φορές την εβδομάδα θα θελα, όχι κάθε μέρα κιόλας, γιατί γυρνάω κομμάτια και δεν έχω κουράγιο να πω καμιά κουβέντα».

Την ρωτώ αν αλλάζει το πώς νιώθει τον έρωτα μεγαλώνοντας. «Φυσικά, αλλάζει», απαντά. 

«Όταν ήμουν μικρότερη, ήμουν πιο εύκολη. Τώρα ας πούμε μου λένε “Μιχαήλ είσαι κι εσύ δύσκολο πακέτο”. Το καταλαβαίνω γιατί παλιά έβλεπα κάτι μπορεί να μη μου άρεσε, έλεγα next, next. Τώρα κουράζομαι. Έχω άλλα στο μυαλό μου. Δεν μπορώ να αρχίσω από την αρχή και να μη μου κάνεις και να μην έχεις ανακαλύψει τι θέλεις να κάνεις στη ζωή σου. Δεν μπορώ να σε βοηθήσω. Με γοητεύεις δυσκολότερα τώρα. 

Έχει βαθμό δυσκολίας και να καλύψουμε τον ρομαντισμό μας και το συναισθηματισμό που εμείς είτε θέλουμε πχ να φροντίζουμε παιδιά, νεαρούς φίλους, αδερφάκια κλπ. Θα ήθελα να βρω και έναν άντρα ανάλογης νοοτροπίας για να το μοιραζόμαστε αυτό που λέγαμε πριν, ότι κι εγώ μες στη νύχτα θέλω όμως μια αγκαλιά βρε αδερφέ. Έχει πολύ μεγάλο βαθμό δυσκολίας να το βρεις αυτό». 

Πώς επιβιώνει κανείς έξω από τη φούσκα της showbiz;, αναρωτιέμαι. Είναι η φήμη και η σκηνή ένα ναρκωτικό που μπορεί να καταχραστεί κάποιος που έχει συνηθίσει να ζει μόνο μπροστά σε φώτα και φλας;

«Μπορεί αυτό να σε καταστρέψει. Βέβαια. Όταν σβήσουν τα φώτα, μένεις μόνος σου. Έχεις ανάγκη να διατηρήσεις τη χαρά από το χειροκρότημα που πήρες, την αναγνώριση, αυτό που δημιούργησες στους ανθρώπους. Με λίγα λόγια υπερβαίνουμε την καθημερινότητα. Αυτό δεν θες να το χάσεις. Είναι όπως όταν γυρνάς από ένα υπέροχο ταξίδι και για μία εβδομάδα μετά δεν θες να κάτσεις στο σπίτι σου. Θες να φύγεις από τα χρέη, τις υποχρεώσεις, την γκρίζα δουλειά, τον μαλάκα, το αφεντικό, το οτιδήποτε. Πόσο μάλλον αν είσαι καλλιτέχνης που η δουλειά σου είναι αυτή. Θες να το ζεις συνέχεια.

Μου έχει τύχει σε παραστάσεις που πήγαν και δυο και τρεις χρονιές, στην τελευταία υπόκλιση, τελευταία αποθέωση, τρέχανε τα μάτια μου. Όχι από τη συγκίνηση για το πόσο καλά πήγε, αλλά για το πότε θα μου ξανασυμβεί. Περνάς ένα μεγάλο κομμάτι μιζέριας και αυτολύπησης, όπως σε όλα τα επαγγέλματα. Θα πρέπει να χτίζεις μια γερή βάση ώστε η ζωή σου να μην έχει μόνο τις 12 ημέρες του καλοκαιριού διακοπές, τρία πάρτι και τέσσερα φλερτ που σου πέτυχαν και μετά το σκότος και η μιζέρια.

Θέλει να είσαι διαβασμένος, σπουδαγμένος, να μην σταματάς να ψάχνεις δουλειά, να ανακατεύεσαι με διάφορα πράγματα ώστε να μπορέσεις να αισθανθείς χρήσιμος. Γιατί εμείς έχουμε και αυτό “θα χτυπήσει το τηλέφωνο;”.Θα πρέπει να κάνεις δουλειά με τον εαυτό σου και να έχεις αυτό το γερό στομάχι που λένε.

Ή το αντίθετο, που βέβαια και αυτό συμβαίνει πάρα πολύ συχνά, αλλά είναι κακό – προκειμένου να ζήσεις αυτή την ευδαιμονία, το ρίχνεις τις καταχρήσεις. Εκεί όμως, όταν τελειώσει το ναρκωτικό, το ποτό, η αδρεναλίνη της χαρτοπαιξίας, έχεις μείνει να το αποζητάς – υπηρέτης αυτού του ναρκωτικού, της δόξας, της κατάχρησης του αλκοόλ. Οπότε θα πρέπει να δυναμώσεις και να πεις “λοιπόν, θα το ξαναζήσουμε με άλλους τρόπους,να φας τη σεροτονίνη σου, τη φυσική.

Αν αφεθείς, θα κάνεις μια ζωή μονότονη και θα πεις τώρα εγώ τι κατάφερα; Τίποτα δεν κατάφερα. Δεν περνάω και καλά. Μια βλακεία είναι. Είναι οι μοναδικές στιγμές που κάθε μέρα πρέπει να τους δίνουμε σημασία, για να γεύεσαι αυτή τη χαρά. Γιατί εκτός του ότι είμαστε μια κοινωνία της ομορφιάς, της νεότητας κυνηγάμε και την ευδαιμονία. Βρε μην περιμένεις από πουθενά κι από κανέναν, τίποτα. Εσύ θα το φτιάξεις ωραίο».

Η Κωνσταντίνα Μιχαήλ προτιμά με τη δουλειά της να κάνει τους ανθρώπους να γελάνε, παρόλο που δεν είναι μια αμιγώς κωμική ηθοποιός. Στη ζωή, αλήθεια, τι ζεις πιο έντονα, Κωνσταντίνα; 

«Το δράμα. Και όσο μεγαλώνεις το δράμα έχεις πιο έντονο, γι’ αυτό ψάχνεις τη νεότητα που είναι πιο ανέφελη, πιο ανέμελη. Δύσκολα γελάς μεγαλώνοντας. Δεν είσαι πια στο απυρόβλητο. Φταις για την κλιματική αλλαγή. Φταις για το Ιράν. Φταις για την Γάζα. Φταις για την αδικία στους φτωχούς. Για όλα φταις εσύ. Γι’ αυτό και θέλω να κάνω τους ανθρώπους να γελάνε – γιατί είναι πιο δύσκολο στις μέρες μας».

Τι είναι αυτό για το οποίο αξίζει τελικά να κάνεις πάρτι σ’ αυτή τη ζωή; 

«Η επιτυχία στον στόχο. Γιατί είσαι χαρούμενος και θες να το μοιραστείς; Η καλή υγεία και η ψυχολογική καλή υγεία πρέπει να γιορτάζεται. Και να σου πω και κάτι; Μια φορά με δύο φορές την εβδομάδα – γι’ αυτό έχουμε το Σαββατοκύριακο – οι άνθρωποι πρέπει να γιορτάζουμε.

Δεν ξέρω τι θα γιορτάσεις, αλλά πρέπει να γιορτάσεις. Πρέπει να βρίσκουμε τρόπους και αιτίες να γιορτάζουμε. 

Γιορτάστε γιατί χανόμαστε και μην περιμένετε τίποτα. Θέλει να διεκδικούμε καθημερινά τη ζωή, για να πεις στο τέλος ότι την έζησα ωραία. Δεν τυχαίνουν τα πράγματα σε έναν που είναι κλεισμένος μέσα στο σπίτι. Του τυχαίνουν αν έχει βγει έξω από το σπίτι του, έξω από την γειτονιά του, έχει διεκδικήσει, έχει βγει από το comfort zone. Σε αυτόν συμβαίνουν τα πράγματα, γιατί τόλμησε».

Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.