Pascal Le Segretain/Getty Images/Ideal Image
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

O Michael Mann μιλά στο OneMan για τον μεταλλικό ρομαντισμό του Ferrari και το Heat 2

Ο θρυλικός σκηνοθέτης του Heat και του Τελευταίου των Μοϊκανών μιλάει στο OneMan για το Ferrari και για τους αφοσιωμένους ήρωές του.

«Αν κάποιος με ρωτήσει, υπάρχει κάποιο κοινό χαρακτηριστικό στους χαρακτήρες που σε ενδιαφέρουν; Πιθανότατα θα πρέπει να αφαιρέσω τον εαυτό μου από τη δουλειά μου και να την κοιτάξω και να πω: Αυτό που είναι κοινό σε όλους τους; Είναι πιθανότατα το πόσο συνειδητοί είναι στις πράξεις και στη ζωή τους», λέει ο Michael Mann.

Οι ήρωές του ζουν από τα νέον νεο-νουάρ ‘80s μέχρι τους πολέμους ενός 18ου αιώνα, κι από τους συμμοριτοπόλεμους του σύγχρονου Λος Άντζελες μέχρι τα ιταλικά σιρκουί των ‘50s.

Οι ήρωές του είναι ληστές κι είναι ντετέκτιβ. Είναι εγκληματίες κι είναι ρομαντικοί. Είναι πολεμιστές κι είναι ιδιοφυίες. Είναι δημοσιογράφοι κι είναι ακτιβιστές. Είναι χάκερ κι είναι δημιουργοί.

Μέσα από τη φιλμογραφία του -από το Heat ως το Insider κι από τον Τελευταίο των Μοϊκανών ως το Miami Vice- γεμάτη εξίσου με αγωνιώδη δράση και πρωτοποριακές κινηματογραφικές υφές αλλά και μια αφοπλιστικά ρετρό, ρομαντική μελαγχολία, οι ήρωες του Michael Mann έχουν όντως ένα αναπόφευκτο σημείο σύγκλισης.

«Έχουν απόλυτη συναίσθηση του εαυτού τους. Δε νομίζω πως είχα ποτέ μου έναν κεντρικό χαρακτήρα που δεν έχει απόλυτη αντίληψη της ζωής του και του τι συμβαίνει γύρω του. Δεν έχω κάνει ποτέ ταινία όπου ο κεντρικός χαρακτήρας απλά σκοντάφτει από την μία κατάσταση στην άλλη και τα πράγματα απλώς συμβαίνουν».

Μια διαρκής αντίληψη. Μια απόλυτη συναίσθηση. Σίγουρα αυτό τους κάνει συναρπαστικούς. Ίσως αυτό να τους κάνει και μοναχικούς.

***

Ο –κατά Michael Mann– Enzo Ferrari είναι από τους ανθρώπους που σκέφτεσαι πως παρότι βρίσκονται πάντοτε με κόσμο, είναι στην πραγματικότητα πάντα μόνοι. Η ταινία ανοίγει με ένα σύντομο, ασπρόμαυρο απόσπασμα μιας περασμένης εποχής όπου ο Enzo Ferrari (Adam Driver) οδηγούσε ο ίδιος, και στο πρόσωπό του υπάρχει ένα τεράστιο χαμόγελο ευτυχίας καθώς το φυσά ο αέρας.

Το Ferrari του Michael Mann κυκλοφορεί στις αίθουσες στις 25 Ιανουαρίου από την The Film Group.

«Ξέρεις, πώς στα ‘70s σκεφτόμασταν όλοι πως θέλαμε να γίνουμε αστροναύτες;», ρωτάει ρητορικά ο Michael Mann χαμογελώντας. «Δεν υπήρχε τίποτα πιο ρομαντικό στα 1920s, όταν είχες για πρώτη φορά αξιόπιστους κινητήρες, από το να θες να γίνεις πιλότος αγώνων».

«Πριν από αυτό», εξηγεί, «για να μετακινηθείς έπρεπε να είσαι πάνω σε ένα άλογο ή να καβαλάς κάτι ή κάτι να σε τραβάει, ή να σε σπρώχνει ατμοκίνηση. Αλλά η ιδέα μιας μηχανής εσωτερικής καύσης που θα μπορούσε να κινεί όλα αυτά τα εσωτερικά κομμάτια την ίδια στιγμή, και να είναι όλα αλυσοδεμένα μεταξύ τους… αυτό ήταν κάτι σαν μαγεία. Ήταν μια επανάσταση. Ξαφνικά μπορούσες να κινηθείς. Υπάρχει κάτι πολύ ρομαντικό σε αυτή την ώθηση», καταλήγει.

«Κι αυτό είναι που οδηγεί στον εθισμό σε κάποιου είδους έκσταση».

Ο Enzo δεν χαμογελά στην ταινία. O κατασκευαστής πια Ferrari, ιδρυτής της ομώνυμης θρυλικής αγωνιστικής ομάδας και μετέπειτα αυτοβιομηχανίας. Μοιάζει αποφασισμένος να πετύχει αυτό που βαθιά μέσα του γνωρίζει πως είναι αδύνατον, μια συνύπαρξη αισθητικής και κατασκευαστικής τελειότητας που θα παρέβαινε τους νόμους της φυσικής. Έτσι κι αλλιώς υπάρχει κάτι σαν μεταφυσική διάσταση σε αυτή την ιστορία, γιατί ο Enzo μοιάζει διαρκώς περιτριγυρισμένος από φαντάσματα: Αυτή, είναι μια ιστορία γεμάτη απώλεια και γεμάτη τραγωδία.

Μέσα σε λιγοστές μέρες του καλοκαιριού του ‘57, ο Enzo θα αντιμετωπίσει μια πολλαπλή κρίση – ως κατασκευαστής/δημιουργός, ως αφεντικό, ως σύζυγος. Προετοιμάζει την ομάδα του για μια κούρσα ανοιχτού δρόμου χιλίων μιλίων, την ώρα που το εργοστάσιό του αιμορραγεί οικονομικά, και την ώρα που η ερωμένη του (Shailene Woodley) τον πιέζει να αναγνωρίσει τον γιο του καθώς ο γάμος του με την σύζυγό του (Penelope Cruz σε απλά σπουδαία ερμηνεία) καταρρέει.

«Ξέρεις, πώς στα ‘70s σκεφτόμασταν όλοι πως θέλαμε να γίνουμε αστροναύτες; Δεν υπήρχε τίποτα πιο ρομαντικό στα 1920s, από το να θες να γίνεις πιλότος αγώνων».

«Το γιατί ξεκινάς αρχικά να κάνεις μια ταινία, συνήθως δεν έχει καμία σχέση με το τι αφορά η ταινία. Είναι απλά ο δρόμος σου σε αυτήν», μου λέει ο Mann εξηγώντας το πώς έφτασε να λέει αυτή την ιστορία στη μεγάλη οθόνη. Είναι το πρώτο του φιλμ εδώ και 9 χρόνια, ύστερα από το πολύ παρεξηγημένο Blackhat, αλλά ταυτόχρονα είναι μια ιστορία που προσπαθεί να πει από τα ‘90s – εξάλλου ο σεναριογράφος του φιλμ, Troy Kennedy Martin, έχει φύγει από τη ζωή εδώ και μια 15ετία(!).

«Είναι όμως η περιπλοκότητα του Enzo», λέει. «Υπάρχουν τόσα ενεργά συστατικά στην προσωπικότητά του και στο ποιος είναι, που δεν έχουν σχέση με άλλα κομμάτια του. Κι αυτό τον έκανε έναν πολύ ανθρώπινο χαρακτήρα που έτυχε να βρεθεί σε μια κρίσιμη περίοδο τριών μηνών στη ζωή του. Εκεί μπαίνει το δράμα».

Αρχίζει να τον αναλύει, με την ευφράδεια, την ευστοχία και –ναι, την συνειδητότητα, την αντίληψη– που θα είχε κάποιος ήρωάς του. «Ο τρόπος που σκέφτεται έχει την ακρίβεια ενός μηχανικού. Είναι δύστροπος αλλά είναι και τόσο ακριβής και λογικός. Στο εργοστάσιο τα πάντα είχαν να κάνουν με τους κινητήρες. Έλεγε, εγώ χτίζω κινητήρες. Το αυτοκίνητο είναι δώρο. Αλλά μετά, σε άλλες πτυχές της ζωής του ήταν σχεδόν έκφυλος. Σα να μην υπάρχει κάποιο υπερεγώ σε λειτουργία που να λέει “πρέπει να κάνω αυτό / δεν πρέπει να κάνω εκείνο”. Είναι σαν η ερώτηση μες στο μυαλό του για τα πάντα να ήταν: “γιατί να μην το κάνω;”. Και έτσι έγιναν αυτές οι καταστροφικές σχέσεις και όλα.»

«Η αυτοβιογραφία του ήταν καταπληκτική. Λέγεται My Terrible Joys. Τι είναι αυτό; Δε μπορεί απλά να πει ότι είναι ένας χαρούμενος άνθρωπος, είμαι γεμάτος χαρά. Πρέπει να είναι δραματικό. Πολύ οπερατικό. Είναι μια τρομακτική χαρά, ξέρεις. Κι η ευφυΐα, ο διάλογος, όλα πολύ περίπλοκα», εξηγεί ο Mann.

Κι ο εθισμός. Και η έκσταση, φυσικά. «Η καλύτερη κατανόηση που έχω για αυτό έρχεται από τον Jean Behra, που οδηγά τη Maserati στο ξεκίνημα της ταινίας», λέει. Εξηγεί πως ο Behra ήταν μάρτυρας στο δυστύχημα που κόστισε τη ζωή σε έναν άλλο πιλότο. «Έγραψε τότε μια παράγραφο για το πώς ο εθισμός μας στην έκσταση είναι ανόητος και παρανοϊκός. Αλλά έχουμε αυτό τον εθισμό. Και κάνουμε τις ζωές μας θλιβερές για τις γυναίκες και τα παιδιά μας».

***

Vianney Le Caer/Invision/AP

Ο Michael Mann μοιάζει ίσως σε αρκετά πράγματα με τους ήρωές του –στην αποτελεσματικότητα οπωσδήποτε, για παράδειγμα– αλλά πάντως η διάθεσή του είναι απείρως πιο ηλιόλουστη. Βοηθάει το μέρος που τον συναντάμε, γιατί ο ήλιος λάμπει πάνω από τον κήπο του Cipriani, μια ανάσα δρόμος με βαπορέτο από τη Βενετία. (Υπάρχει κάτι κλισεδιάρικα ταιριαστό στην εικόνα μιας βάρκας που σκίζει τα νερά με ταχύτητα καθώς πηγαίνεις για να συναντήσεις τον σκηνοθέτη του Miami Vice.)

Γεννημένος στο Σικάγο τον Φλεβάρη του 1943, σχεδόν πια 81 χρονών, ο Mann έχει την ενέργεια και το παρουσιαστικό ενός ανθρώπου που είναι ταυτόχρονα επιβλητικός αλλά και γλυκός, σαν τον παππού σου όταν κάτσεις να σου πει μια ιστορία. Δεν διστάζει, δεν καθυστερεί, έχει απόλυτη προσήλωση στο θέμα που τέθηκε και μια αμεσότητα με την οποία πλασάρει τις απαντήσεις του. Γρήγορα, ατακωτά, μεστά, σα να έχει έτοιμες σκέψεις για τα πάντα και να εξετάζει κάθε σημαντική κι ασήμαντη λεπτομέρεια. («Λατρεύω να σκηνοθετώ στον Τόκιο», μου λέει καθώς φεύγω από το τραπέζι, όταν προσέχει ότι η μπλούζα που φοράω γράφει «under Tokyo’s constant rain».)

«Το Heat 2 θα συμβεί. Ο κόσμος έχει βαρεθεί τις υπερηρωικές ταινίες και αρχίζει και ενδιαφέρεται για ταινίες όπως το Heat.»

Είναι χαρούμενος οπωσδήποτε κι επειδή εδώ, στη Βενετία, κάνει παγκόσμια πρεμιέρα μια νέα ταινία που οι περισσότεροι λάτρεις του σκηνοθέτη ίσως φοβόμασταν πως δε θα ερχόταν ποτέ. Η τελευταία περίοδος ταινιών του, με έργα σαν το Blackhat και παλιότερα το Miami Vice, χαρακτηρίζεται από μια πολύ πιο ρευστή αφήγηση και ροπή προς έναν ψηφιακό ιμπρεσιονισμό που αφήνει πολύ κόσμο –και την κριτική μαζί– μουδιασμένο, μπερδεμένο, έως και θυμωμένο. Όμως μαζί με την έτσι κι αλλιώς πάντα καλή κίνηση των ταινιών του Mann στο home video (παλιότερα πωλήσεις και ενοικιάσεις, σήμερα streaming), τα τελευταία χρόνια συνέβη και μια ευρύτερη επανεκτίμηση και επαναπροσέγγιση του έργου του.

Όχι απλά ως σινεμά ενός σκηνοθέτη με καλές ταινίες δράσης, αλλά ως ενός auteur που δεν έχει όμοιο στο παγκόσμιο σινεμά, εκεί που η ακρίβεια συναντά τη ρευστότητα, εκεί που η βία και το μέταλλο συναντά τον ρομαντισμό και τη μοίρα. 

Και, φυσικά, αυτούς τους ήρωες.

«Είτε είναι ο Ali, είτε ο Hawkeye στον Τελευταίο των Μοϊκανών, είτε ο Neil κι ο Vincent στο Heat, ή ο Lowell Bergman στο Insider, είναι κάτι που το έχουν όλοι τους: Ξέρουν τι συμβαίνει στη ζωή τους. Έχουν συναίσθηση. Γνωρίζουν πολύ καλά τον αγώνα που δίνουν, και αμφισβητούν τον εαυτό τους», μου λέει ο Mann ανατρέχοντας στο έργο του. Σταματά στο Insider, μια ταινία που θα λέγαμε πως είναι η περισσότερο συναφής με το Ferrari από όλες όσες έχει κάνει έκτοτε.

«Πάρε τον Al Pacino στο Insider. “Είμαι ο Lowell Bergman από το 60 Minutes”. Αλλά λέει και στη γυναίκα του, ξέρεις, αν βγάλεις το “60 Minutes” από τη φράση, κανείς δεν θα απαντήσει στο τηλέφωνο. Έχουν συναίσθηση της κατάστασής τους. Της ανθρώπινης κατάστασης».

Κι ύστερα, υπάρχει το εμβληματικό Heat του 1995, για το οποίο δεν έχει σταματήσει να υπάρχει έντονη φημολογία ειδικά από τη στιγμή που ο Mann εξέδωσε ένα σίκουελ/πρίκουελ σε λογοτεχνική μορφή.

«Ω, ναι, θα συμβεί», λέει με απόλυτη βεβαιότητα. «Πρέπει μόλις τελειώσει η απεργία των σεναριογράφων να γράψω το σενάριο. [σσ. η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε την 1η Σεπτεμβρίου.] Οπωσδήποτε. Το Heat είναι τεράστιο brand. Υπάρχουν έρευνες μες στη βιομηχανία που δείχνουν ότι αυτή τη στιγμή ο κόσμος έχει βαρεθεί τις υπερηρωικές ταινίες και αρχίζει και ενδιαφέρεται για ταινίες όπως το Heat.», λέει.

«Αλλά έτσι κι αλλιώς είναι ένα τεράστιο brand για την Warner Bros τα τελευταία 20 χρόνια ως προς ενοικιάσεις κι όλα αυτά. Όταν γράψαμε το Heat 2, το βιβλίο, την πρώτη βδομάδα κυκλοφορίας πήγε κατευθείαν στο #1 των best seller στους New York Times. Την πρώτη μέρα». Heat 2 λοιπόν, με τον Adam Driver σύμφωνα με τις φήμες στο ρόλο του νεαρού Neil McCauley.

Ή, μάλλον, κάτι παραπάνω από απλές φήμες: «Ναι, έχουμε μιλήσει για αυτό, και θα το έκανα», επιβεβαιώνει ο Driver όταν τον ρωτάμε λίγο αργότερα. «Θα το έκανα στο δευτερόλεπτο. Ο Michael είναι απλά ένας από αυτούς τους ανθρώπους».

***

Για την ώρα, ο Driver είναι ο Enzo Ferrari. «Αυτό που χρειάστηκε να κάνει ο Adam για να χτίσει τον εαυτό του ως Enzo είναι εκπληκτικό», λέει ο σκηνοθέτης. «Ο Adam είναι φανταστικός αθλητής, αλλά η αδεξιότητα στις κινήσεις… όταν είσαι έτσι βαρύς, αναπνέεις διαφορετικά, κινείσαι διαφορετικά, σηκώνεις ένα αντικείμενο διαφορετικά. Υπάρχει μια αιχμηρότητα στις κινήσεις του. Οπότε είναι όλες οι πτυχές. Ο Adam έκανε προετοιμασία 3μιση ώρες κάθε πρωί για τον χαρακτήρα».

Γύρω του ένας κατακλυσμός, όπου θρήνος και θρίαμβος πλέκονται στο ίδιο ουρλιαχτό, αυτό που βγάζει το μονοθέσιο καθώς τρέχει πάνω στο τσιμέντο με απόλυτη μανία και με απόλυτο έλεγχο. Η ταινία περιλαμβάνει καθηλωτικές σκηνές οδηγικής δράσης, ανάμεσά τους μια συνταρακτική σκηνή ανθολογίας που δε θα ξεχαστεί εύκολα.

«Είναι σχεδόν σαν να είσαι 11 χρονών και να ονειρεύεσαι ότι πετάς, γιατί είσαι μπροστά κι οι μηχανές είναι πίσω σου. Υπάρχει αυτή η αίσθηση ενότητας και στόχου, κάτι σαν μπαλέτο που μπορείς να χορέψεις με τη μηχανή.»

Για τον Mann, ήταν απόλυτα σημαντικό («εκατό τοις εκατό», τονίζει με την βαριά προφορά του) το ότι έχει προσωπική εμπειρία της αίσθησης του να τρέχεις στην πίστα, ώστε να κάνει μια ταινία σαν αυτή. Πίσω στα τέλη των ‘90s και μέχρι το 2004-2005, έτρεχε σε έναν αγώνα ταχύτητας για ερασιτέχνες («risky», τον χαρακτηρίζει). «Το σταματούσα κάθε φορά που είχα να κάνω ταινία», θυμάται. «Τότε πάς, κάνεις την ταινία και μετά ξεχνάς όλα όσα ήξερες και πρέπει να ξεκινήσεις ξανά από το μηδέν».

«Κάποια στιγμή τρέχαμε στην Ατλάντα και ήταν μια φανταστική πίστα. Στην προετοιμασία έκανα 75 γύρους συνεχόμενα. Σε ένα γύρο έκανα 4 σερί πολύ καλές στροφές… καλά όχι τίποτα σπουδαίο, απλά ξέρεις, ΟΚ. Και ξαφνικά λέω, α ΟΚ, αυτό είναι. [κάνει σναπ τα δάχτυλά του]». Αυτή ήταν η στιγμή που μπόρεσε να νιώσει αυτό που δεν περιγράφεται με λόγια, και το οποίο αναδημιουργεί ως αίσθηση μες στην ταινία. «Είναι σημαντικό για ένα σκηνοθέτη και για έναν ηθοποιό να μπορέσει να κάνει μια προβολή αυτής της εμπειρίας».

Αν έπρεπε όμως να υπάρξουν αυτά τα λόγια, θα ήταν περίπου αυτά: «Σκέψου το Moto GP όπου η αντίληψή σου είναι ότι προηγείσαι της μηχανής. Εσύ είσαι αυτός που πετάει. Είναι σχεδόν σαν να είσαι 11 χρονών και να ονειρεύεσαι ότι πετάς, γιατί είσαι μπροστά κι οι μηχανές είναι πίσω σου. Υπάρχει αυτή η αίσθηση ενότητας και στόχου, κάτι σαν μπαλέτο που μπορείς να χορέψεις με τη μηχανή αν είσαι εναρμονισμένος μαζί της. Αυτή την αίσθηση την αποκτάς ευκολότερα στην πίστα παρά στον δρόμο».

Αν δεν ήταν ήδη εμφανές δηλαδή ότι αυτός είναι ένας άνθρωπος τον οποίο συναρπάζει η ταχύτητα και τα μηχανοκίνητα… «Ναι, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι κάνεις και ταινία για αυτό!», λέει γελώντας.

ΟΚ, πώς έγινε λοιπόν αυτή η ταινία – κατασκευαστικά μιλώντας. Μηχανοκίνητα μιλώντας. Πώς αποτυπώνεις στην οθόνη αισθήσεις τόσο σωματικές και ενστικτώδεις; «Πηγαίναμε γρήγορα!», γελάει.

«Τα αυτοκίνητα κατασκευάστηκαν όλα», αρχίζει να εξηγεί. «100% τέλειες ρέπλικες. Στο σχήμα, όχι στη δύναμη της μηχανής. Έπρεπε η μηχανή να είναι σύγχρονη, γιατί έπρεπε να είναι γρήγορα, ασφαλή και αξιόπιστα. Για παράδειγμα οι οδηγοί εκείνης της περιόδου δεν φορούσαν ζώνη ασφαλείας. Οι οδηγοί μας φορούσαν ζώνες κάτω από τη γκαρνταρόμπα τους. Εκείνα τα αυτοκίνητα έκαναν 150, εμείς κάναμε 130, 140 μίλια την ώρα. Οπότε ναι, μοιάζουν γρήγορα επειδή πήγαιναν γρήγορα», καταλήγει εκεί από όπου είχε αρχίσει.

(Μία εξαίρεση μόνο: «Το μονοθέσιο της Maserati στην αρχή της ταινίας, αυτό είναι το αυτοκίνητο του Nick Mason. Του ντράμερ των Pink Floyd. Αυτό δεν είναι ρέπλικα, είναι ιστορικό κομμάτι».)

Τελικά, είναι με όλους αυτούς τους τρόπους που αρχίζει κανείς να βλέπει το γιατί ο Mann είχε αυτή την απόλυτη προσήλωση στο να καταφέρει επιτέλους –έστω και δεκαετίες μετά– να πει αυτή την ιστορία. Αλλά και να βλέπει και το πώς. Γιατί σε αυτή την ιστορία, η απίστευτη ταχύτητα του μετάλλου και ο θρίαμβος μιας Τέλειας Μηχανής, αντιπαραβάλλεται με ανθρώπους που μοιάζουν ακινητοποιημένοι σαν φαντάσματα, προδομένοι από συνδέσμους που ποτέ δεν λειτούργησαν.

Και γιατί ο υπερ-εστιασμένος ρεαλισμός φτάνει στο σημείο του σχεδόν αφηρημένου.

Και γιατί για τον Enzo, η μηχανή είναι η ομορφιά.

***

Evan Agostini/Invision/AP

«Έτσι είμαι κι εγώ αφοσιωμένος ως σκηνοθέτης στο να κάνω ταινίες», λέει ο Mann. «Αν μπορώ να κάνω μια ταινία, θα την κάνω. Κι έτσι ενδιαφέρομαι σε αυτές για τέτοιους ήρωες», δηλαδή για όλους αυτούς – τους Enzo, τους Neil, τους Lowell. Αυτούς που έχουν την συνείδηση του πού βρίσκονται, πού ανήκουν, τι τους συμβαίνει. Και πώς, και γιατί.

«Δεν με ενδιαφέρει ένας τύπος που η φιλοδοξία του στη ζωή είναι να αράξει στην πολυθρόνα του και να βλέπει καθημερινές εκπομπές. Ποιον θα ενδιέφερε;»

*Το Ferrari του Michael Mann κυκλοφορεί στις αίθουσες στις 25 Ιανουαρίου από την The Film Group.