iStock
ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

Είναι όντως μύθος ότι η ενσυναίσθηση είναι γυναικεία υπόθεση;

Από τα στερεότυπα για τον «γυναικείο εγκέφαλο» μέχρι τα πειράματα που δείχνουν ότι όλοι μπορούμε να μάθουμε να μπαίνουμε στη θέση του άλλου, η επιστήμη αμφισβητεί όσα θεωρούσαμε δεδομένα.

Για αιώνες, όταν μια γυναίκα πετύχαινε κάτι σπουδαίο, η εξήγηση που δινόταν ήταν ότι στην πραγματικότητα δεν ήταν και τόσο γυναίκα. Το είχε γράψει ήδη από το 1705 η Mary Astell, ενώ ακόμη και η βασίλισσα Ελισάβετ η πρώτη είχε νιώσει την ανάγκη να δηλώσει ότι θα κυβερνήσει σαν βασιλιάς, παρά το «αδύναμο γυναικείο σώμα» της, καθώς η εξουσία παρουσιάζεται διαχρονικά ως αντρική υπόθεση.

Οι αιώνες πέρασαν, όμως τα έμφυλα φίλτρα δεν εξαφανίστηκαν, απλώς έγιναν πιο διακριτικά. Συνεχίζουμε να βαφτίζουμε την ενσυναίσθηση «γυναικεία» αρετή και την αποφασιστικότητα «αντρική». Την ίδια συμπεριφορά τη διαβάζουμε διαφορετικά: ο άντρας είναι δυναμικός, η γυναίκα επιθετική.

Η ενσυναίσθηση βρίσκεται στο κέντρο αυτής της συζήτησης. Είναι πράγματι οι γυναίκες «φτιαγμένες» για να καταλαβαίνουν καλύτερα τα συναισθήματα των άλλων ή μαθαίνουν από πολύ νωρίς ότι αυτό περιμένει η κοινωνία από εκείνες;

Οι επιστήμονες μετρούν την ενσυναίσθηση με ερωτηματολόγια και δοκιμασίες. Σε γενικές γραμμές, οι γυναίκες συγκεντρώνουν ελαφρώς υψηλότερες βαθμολογίες. Ο ψυχολόγος Simon Baron-Cohen έχει υποστηρίξει ότι ο «γυναικείος εγκέφαλος» είναι περισσότερο καλωδιωμένος για ενσυναίσθηση, ενώ ο «αντρικός» για κατανόηση και κατασκευή συστημάτων. Μελέτες του συνέδεσαν την έκθεση σε τεστοστερόνη μέσα στη μήτρα με χαμηλότερες επιδόσεις σε τεστ ενσυναίσθησης.

Ο ίδιος πάντως παραδέχεται ότι πρόκειται για σύνθετο μείγμα βιολογίας και περιβάλλοντος.

Άλλοι ερευνητές αμφισβητούν έντονα αυτή την ανάγνωση. Η νευροεπιστήμονας Gina Rippon μιλά για τον επίμονο μύθο του «γυναικείου εγκεφάλου» και θυμίζει ότι τα παιδικά μυαλά είναι εξαιρετικά δεκτικά στις εξωτερικές επιρροές. Σε διεθνείς έρευνες, οι διαφορές ανάμεσα στα φύλα συχνά είναι μικρές ή και ανύπαρκτες, ενώ η ποικιλία που παρατηρείται μέσα στην ίδια ομάδα αντρών ή γυναικών είναι τεράστια.

Ακόμη και όταν η γενετική φαίνεται να παίζει κάποιο ρόλο, δεν εξηγεί πολλά. Μεγάλη μελέτη με δεκάδες χιλιάδες συμμετέχοντες έδειξε ότι ορισμένα γονίδια σχετίζονται με την ενσυναίσθηση, αλλά κανένα δεν συνδέεται με το φύλο. Ο ερευνητής Varun Warrier τόνισε ότι μόνο ένα μικρό μέρος των διαφορών μεταξύ ανθρώπων οφείλεται στα γονίδια, άρα το περιβάλλον έχει τεράστια σημασία.

Και το περιβάλλον μπαίνει στο παιχνίδι από πολύ νωρίς. Τα κορίτσια ενθαρρύνονται να είναι τρυφερά, να φροντίζουν, να σκέφτονται τους άλλους. Τα αγόρια ωθούνται προς την ανεξαρτησία, τον ανταγωνισμό, τα «σκληρά» παιχνίδια. Σιγά σιγά, οι προσδοκίες γίνονται ταυτότητα.

Ένας ακόμη παράγοντας είναι η εξουσία. Έρευνες δείχνουν ότι όσοι αισθάνονται πως έχουν λιγότερη δύναμη ή χαμηλότερη κοινωνική θέση γίνονται καλύτεροι στο να διαβάζουν τα συναισθήματα των άλλων –πιθανόν επειδή το χρειάζονται για να επιβιώσουν. Αν οι γυναίκες ιστορικά είχαν λιγότερη δύναμη, ίσως ανέπτυξαν περισσότερο αυτή την ικανότητα από ανάγκη.

Το πιο κρίσιμο εύρημα είναι ότι η ενσυναίσθηση δεν είναι σταθερό χαρακτηριστικό. Μπορεί να καλλιεργηθεί.

Ο νευρολόγος Nathan Spreng επισημαίνει ότι εξελίσσεται σε όλη τη διάρκεια της ζωής. Πειράματα δείχνουν πως όταν οι άντρες ενθαρρύνονται -ή ανταμείβονται- για να μπουν στη θέση του άλλου, η απόστασή τους από τις γυναίκες εξαφανίζεται. Όταν αλλάζουν τα κίνητρα, αλλάζει και το αποτέλεσμα.

Η ψυχολόγος Sara Hodges προτείνει να δούμε την ενσυναίσθηση ως διαδικασία. Όσο περισσότερο θέλεις να καταλάβεις κάποιον, τόσο περισσότερα εργαλεία επιστρατεύεις: εμπειρίες, παρατηρήσεις, μνήμες, ακόμη και στερεότυπα.

Και εδώ κρύβεται μια ειρωνεία: η ενσυναίσθηση δεν χρησιμοποιείται μόνο για καλό. Μπορεί να γίνει εργαλείο χειραγώγησης, για παράδειγμα σε μια διαπραγμάτευση.

Παράλληλα, οι προσδοκίες γύρω από το ποιος «πρέπει» να είναι ενσυναισθητικός τροφοδοτούν ανισότητες. Τείνουμε να θεωρούμε ότι ο ηγέτης οφείλει να είναι κυριαρχικός και αποφασιστικός -άρα πιο κοντά στο αντρικό πρότυπο. Την ίδια στιγμή, οι άντρες συχνά δυσκολεύονται να ζητήσουν βοήθεια ή στήριξη, κάτι που συνδέεται με μεγαλύτερα ποσοστά κοινωνικής απομόνωσης και αυτοκτονιών.

Η εικόνα, πάντως, αρχίζει να αλλάζει. Ο κοινωνιολόγος Niall Hanlon παρατηρεί ότι όλο και περισσότεροι άντρες θέλουν να συμμετέχουν ενεργά στη φροντίδα και να εκφράζουν τα συναισθήματά τους. Μια νέα εκδοχή ανδρισμού, λιγότερο επικεντρωμένη στην ισχύ, φαίνεται να αναδύεται.

Το ερώτημα, τελικά, δεν είναι ποιο φύλο «έχει» την ενσυναίσθηση. Είναι τι περιμένουμε από τους ανθρώπους και πόσο χώρο τους δίνουμε να ξεφύγουν από τον ρόλο που τους έχουμε γράψει.

Aκολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.