Η οικογένεια Cervi-credit: Alamy/Visualhellas.gr
ΙΣΤΟΡΙΑ

Κάποτε, τα ζυμαρικά υπήρξαν όπλο ενάντια στον φασισμό

Όταν ο Benito Mussolini ανατράπηκε το 1943, μια αγροτική οικογένεια γιόρτασε το γεγονός σερβίροντας δωρεάν μερίδες ζυμαρικών στην πλατεία του χωριού. Πρόκειται για ένα έθιμο που επαναλαμβάνεται ακόμα κάθε Ιούλιο, διατηρώντας το κοινοτικό πνεύμα που βρίσκεται στην καρδιά του ιταλικού αντιφασισμού.

Στις 25 Ιουλίου 1943, μετά την καθαίρεση και σύλληψη του Benito Mussolini, πολλοί Ιταλοί πίστεψαν ότι όχι μόνο ο φασισμός είχε καταρρεύσει αλλά και ότι ο πόλεμος ίσως έφτανε στο τέλος του. Η είδηση διαδόθηκε αργά, από στόμα σε στόμα, μέσα σε κλίμα αβεβαιότητας και ελπίδας.

Στην Emilia-Romagna, η αγροτική οικογένεια Cervi, γνωστή τόσο για την αγροτική της πρόοδο όσο και για την αντιφασιστική της δράση, υποδέχθηκε την εξέλιξη ως στιγμή συλλογικής απελευθέρωσης. Οι πολιτικές της αναφορές βρίσκονταν στις δημοκρατικές και σοσιαλιστικές παραδόσεις της περιοχής, ενώ αρκετά από τα αδέλφια είχαν ήδη ενταχθεί σε παράνομες αντιστασιακές δραστηριότητες.

Για να γιορτάσουν την πτώση του Mussolini, οι Cervi μαγείρεψαν ζυμαρικά με βούτυρο και τυρί και τα μοίρασαν δωρεάν σε όλους τους κατοίκους του Campegine. Η “Pastasciutta Antifascista” δεν ήταν απλώς ένα γεύμα, αλλά μια δημόσια πράξη αλληλεγγύης και αντίστασης απέναντι στη δικτατορία, την πείνα και τον πόλεμο. Λίγους μήνες αργότερα, οι επτά αδελφοί Cervi εκτελέστηκαν από τους φασίστες, μετατρέποντας την ιστορία τους σε ένα από τα πιο ισχυρά σύμβολα του ιταλικού αντιφασισμού.

«Υπάρχει όμως και ένας πιο συγκεκριμένος λόγος για τον οποίο τα ζυμαρικά είχαν σημασία», τονίζει η η Marzia Maccaferri, καθηγήτρια Πολιτικής Θεωρίας και Ιστορίας στο Queen Mary University of London και μία από τις διοργανώτριες της Pastasciutta Antifascista στο Λονδίνο. «Σήμερα θεωρούνται το πιο αυτονόητο σύμβολο της ιταλικής ταυτότητας. Δεν συνέβαινε όμως πάντα αυτό. Πριν από τη βιομηχανοποίηση της παραγωγής τροφίμων μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τα ζυμαρικά δεν καταναλώνονταν παντού στην Ιταλία με τον ίδιο τρόπο. Σε μεγάλο μέρος του Βορρά κυριαρχούσε η πολέντα, ενώ στον Νότο το ψωμί είχε συχνά μεγαλύτερη σημασία».

Όπως επισημαίνει η Maccaferi, ο φασισμός διατηρούσε μια αμφίθυμη και συχνά εχθρική σχέση με τα ζυμαρικά. Στο πλαίσιο της πολιτικής αυτάρκειας, το καθεστώς επιδίωκε να μειώσει την εξάρτηση από το εισαγόμενο σιτάρι. Το φασιστικό ιδεώδες του «νέου Ιταλού» ήταν πειθαρχημένο, αγροτικό, αρρενωπό και στρατιωτικοποιημένο. Τα ζυμαρικά, ιδιαίτερα στη φουτουριστική ρητορική, παρουσιάζονταν ως βαριά τροφή που μαλάκωνε το σώμα, προκαλούσε υπνηλία και αποδυνάμωνε δήθεν το εθνικό φρόνημα. Η πολεμική του Filippo Tommaso Marinetti εναντίον των ζυμαρικών εξέφραζε κάτι πραγματικό σχετικά με την επιθυμία του φασισμού να ελέγχει τα σώματα, τις προτιμήσεις, τις συνήθειες και την καθημερινή ζωή.

Jack Prew / Unsplash

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η δημόσια διανομή ζυμαρικών ήταν κάτι περισσότερο από ένα γεύμα· αποτελούσε πρόκληση απέναντι στη φασιστική πειθαρχία. Ήταν μια πράξη της κοινωνίας των πολιτών απέναντι στην προσπάθεια του κράτους να ελέγξει την καθημερινότητα. Ήταν ένα πολιτικό δώρο, ένας τρόπος να ειπωθεί: «Είμαστε ακόμη εδώ· μπορούμε ακόμη να συγκεντρωνόμαστε· μπορούμε ακόμη να μοιραζόμαστε· μπορούμε ακόμη να φανταζόμαστε μια ζωή μετά τον φασισμό».

Στην Εμίλια-Ρομάνια, τα ζυμαρικά είχαν και μια διαφορετική, διακριτικά ανατρεπτική σημασία. Σε πολλές σοσιαλιστικές οικογένειες, τα cappelletti in brodo, που παραδοσιακά καταναλώνονταν την Πρωτομαγιά, έγιναν σύμβολο κοινότητας και πολιτικής ταυτότητας. Τα cappelletti δεν απαγορεύτηκαν ποτέ. Εκείνο που κατήργησε το φασιστικό καθεστώς το 1923 ήταν η Πρωτομαγιά ως εργατική γιορτή, καταργώντας τις τελετουργίες της. Ωστόσο, η παράδοση επιβίωσε πίσω από κλειστές πόρτες: η προετοιμασία και η κοινή κατανάλωση cappelletti την 1η Μαΐου έγινε μια διακριτική πράξη αντίστασης, ένας τρόπος να διατηρηθεί ζωντανή μια μνήμη που το καθεστώς επιδίωκε να εξαφανίσει.

Μετά τον πόλεμο, στη νεοσύστατη Ιταλική Δημοκρατία, το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα (PCI) μετέτρεψε τους επτά αδελφούς Cervi σε έναν από τους μεγάλους λαϊκούς μύθους της Αντίστασης.  Για πολλά χρόνια, η “Pastasciutta” της οικογένειας παρέμεινε κυρίως μια τοπική ανάμνηση. Μόνο μετά τον Ψυχρό Πόλεμο άρχισε να αναβιώνει ως ευρύτερη αντιφασιστική γιορτή. Το 1988, εθελοντές του Μουσείου Casa Cervi στο Γκατατίκο, διοργάνωσαν μια νέα Pastasciutta Antifascista, προσφέροντας πιάτα ζυμαρικών στις 25 Ιουλίου. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, η εκδήλωση καθιερώθηκε ως ετήσιος θεσμός.

«Σήμερα, πραγματοποιείται σε πολλές πόλεις της Ιταλίας και του εξωτερικού. Υπάρχει όπου ταξιδεύει η ιταλική αντιφασιστική μνήμη μαζί με μετανάστες, συλλόγους, φοιτητές, εργαζομένους, πολιτικές κοινότητες και ακόμη και πανεπιστημιακούς διδάσκοντες όπως εγώ, που στο Λονδίνο οργανώνουμε ένα πιάτο ζυμαρικών και ένα ποτήρι Lambrusco για να συζητήσουμε λίγο για την ιστορία και τη μνήμη. Με αυτή την έννοια, η Pastasciutta Antifascista έχει εξελιχθεί σε ένα διακρατικό αντιφασιστικό τελετουργικό».

«Η μνήμη έχει σημασία και αποτελεί μέρος της δημόσιας ζωής. Η ιστορία, όμως, είναι κάτι περισσότερο. Η ιστορική σκέψη σημαίνει να αναρωτιόμαστε για τα αίτια, τις μεταβολές, τους θεσμούς, τις ταξικές σχέσεις, τις πολιτικές γλώσσες, τις πολιτισμικές ιεραρχίες και τις μορφές κυριαρχίας. Αν η μνήμη διατηρεί, η ιστορία οφείλει επίσης να ταράζει. Η μνήμη λέει: “Μην ξεχνάτε”. Η ιστορία ρωτά: “Πώς έγινε δυνατό; Γιατί συνέβη; Τι άλλαξε και τι όχι;”», επισημαίνει.

«Ο σοβαρότερος κίνδυνος, ωστόσο, βρίσκεται στην αποδυνάμωση της δημοκρατίας, στη διάβρωση των δικαιωμάτων, στην κανονικοποίηση της πολιτικής βίας και στην επιστροφή πολιτικών λόγων που μετατρέπουν τα κοινωνικά προβλήματα σε εχθρούς προς εκδίωξη». Αυτό δεν εμφανίζεται πάντοτε με τη μορφή του φασισμού· μπορεί να λειτουργεί, όπως εξηγεί, μέσα στα τυπικά όρια της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Μπορεί να μιλά στο όνομα της ασφάλειας, της παράδοσης, του έθνους, της θρησκείας, της «φυσικής» οικογένειας ή της κοινής λογικής. Μπορεί να μη συστήνεται ως δικτατορία, αλλά ως «ο λαός» απέναντι στους εχθρούς του, είτε αυτοί είναι μετανάστες, καλλιτέχνες, φεμινίστριες, εργαζόμενοι, διανοούμενοι, δικαστές, το ΛΟΑΤΚΙ κίνημα ή δημοσιογράφοι.

«Προφανώς, ένα πιάτο παραβρασμένα ζυμαρικά δεν νίκησε τον φασισμό. Ανακοίνωσε όμως δημόσια και συλλογικά ότι ο φασισμός μπορούσε να νικηθεί. Μετέτρεψε το τέλος ενός καθεστώτος – ή αυτό που οι άνθρωποι ήλπιζαν ότι ήταν το τέλος του – σε μια κοινή πράξη απελευθέρωσης», καταλήγει.

Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.