Ένα μεγαλοπρεπές ρωμαϊκό οικοδομικό συγκρότημα μόλις αποκαλύφθηκε στη Βασιλίσσης Όλγας
Η περιοχή βόρεια του Ολυμπιείου, σε άμεση γειτνίαση με τον Ιλισό ποταμό, αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους ιστορικούς πυρήνες της Αθήνας, με αδιάλειπτη ανθρώπινη παρουσία από την προϊστορική εποχή έως και τους πρώτους βυζαντινούς χρόνους.
- 12 ΑΥΓ 2026
Για να φρεσκάρουμε λίγο τη μνήμη εν μέσω Αυγούστου, ο βασικός λόγος για τον οποίο είχε καθυστερήσει η ανάπλαση στη Βασιλίσσης Όλγας ήταν τα αρχαιολογικά ευρήματα που ήρθαν στην επιφάνεια. Τώρα, το Υπουργείο Πολιτισμού αποδίδει το ρωμαϊκό μνημειακό σύνολο και τα αρχαιολογικά κατάλοιπα που αποκαλύφθηκαν, κατά τις εργασίες.
Η ανασκαφή αποκάλυψε ένα μεγαλοπρεπές ρωμαϊκό οικοδομικό συγκρότημα, με ημικυκλικό αίθριο, στοές, οργανωμένους χώρους και εκτεταμένο δίκτυο αποχετευτικών αγωγών, το οποίο γνώρισε διαδοχικές οικοδομικές φάσεις από τον 3ο έως τον 5ο αιώνα μ.Χ. Η περιοχή βόρεια του Ολυμπιείου, σε άμεση γειτνίαση με τον Ιλισό ποταμό, αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους ιστορικούς πυρήνες της Αθήνας, με αδιάλειπτη ανθρώπινη παρουσία από την προϊστορική εποχή έως και τους πρώτους βυζαντινούς χρόνους.
Αρχικά, αναπτύχθηκε ως χώρος λατρείας και κατοίκησης εκτός των τειχών της αρχαίας πόλης, φιλοξενώντας σημαντικά ιερά, ενώ κατά τη ρωμαϊκή περίοδο, ιδίως επί Αδριανού, εντάχθηκε στον αστικό ιστό και εξελίχθηκε σε μία από τις πλέον εύπορες συνοικίες της Αθήνας, με μνημειακά δημόσια και ιδιωτικά οικοδομήματα. Παρά τις καταστροφές των ύστερων ρωμαϊκών χρόνων, η περιοχή γνώρισε νέα περίοδο ακμής κατά τον 4ο και 5ο αιώνα μ.Χ., πριν η σταδιακή συρρίκνωση της κατοίκησης κατά τον 6ο αιώνα σηματοδοτήσει τη μετάβαση στη βυζαντινή εποχή.
Μεταξύ των σημαντικότερων αποκαλυφθέντων καταλοίπων ξεχωρίζει η λαξευτή, στο φυσικό βράχο, τάφρος του Θεμιστόκλειου τείχους, η οποία αποτελεί το αρχαιότερο διατηρούμενο στοιχείο της ανασκαφής και επιβεβαιώνει τη χάραξη της αρχαίας οχύρωσης. Η ανασκαφή κατέδειξε ότι το οικοδόμημα γνώρισε δύο μεγάλες οικοδομικές φάσεις -η πρώτη κατά τα τέλη του 3ου αιώνα μ.Χ. έως τις αρχές 4ου αιώνα μ.Χ. και η δεύτερη στις αρχές του 5ου αιώνα μ.Χ.- καθώς και μικρότερης έκτασης μετασκευές και επεκτάσεις, οι οποίες αντανακλούν τη συνεχή χρήση του κατά την ύστερη ρωμαϊκή περίοδο. Η μελέτη των καταλοίπων ανέδειξε, επίσης, τις διαφορετικές οικοδομικές τεχνικές κάθε περιόδου, από την επιμελημένη λιθοδομή των κλασικών χρόνων έως τα χαρακτηριστικά συστήματα ρωμαϊκής τοιχοποιίας, αποκαλύπτοντας τη μεγάλη ιστορική και αρχιτεκτονική αξία του μνημειακού συνόλου.
Η τελευταία φάση της χρήσης του χώρου αποδίδεται στους βυζαντινούς χρόνους και εκπροσωπείται, κυρίως από ευτελέστερες τοιχοποιίες, υπόγειους κτιστούς σιρούς (λάκκους) και αποθηκευτικούς πίθους, στοιχεία που μαρτυρούν ουσιαστική μεταβολή του χαρακτήρα της περιοχής και στροφή προς παραγωγικές και αποθηκευτικές δραστηριότητες, όπως άλλωστε τεκμηριώνουν τα δεδομένα των ανασκαφών της ευρύτερης περιοχής. Οι εργασίες περιλαμβάνουν συντήρηση και αποκατάσταση των τοιχοποιιών, του ψηφιδωτού δαπέδου και των αρχιτεκτονικών μελών, διαχείριση της βλάστησης, απομάκρυνση νεότερων ασύμβατων επεμβάσεων, βελτίωση της αναγνωσιμότητας του χώρου, αποκατάσταση των ιστορικών επιπέδων και ολοκληρωμένη διαχείριση των ομβρίων υδάτων για την προστασία των μνημείων.
Οι προτάσεις αποκατάστασης και ανάδειξης διαμορφώθηκαν με γνώμονα την αντιμετώπιση των προβλημάτων διατήρησης και την αποκατάσταση της αναγνωσιμότητας του μνημειακού
συνόλου. Οι επεμβάσεις σχεδιάστηκαν σύμφωνα με τις διεθνώς αποδεκτές αρχές προστασίας της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, με σεβασμό στην αυθεντικότητα του μνημείου και των δομικών του υλικών και με κύριο στόχο την ενίσχυση της αναγνωσιμότητας του μνημειακού συνόλου.
Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.