iStock
ΡΕΠΟΡΤΑΖ

«Θα μου στείλεις όταν φτάσεις;» – Πώς είναι να περπατάς μόνη τη νύχτα στην Αθήνα

Για πολλές γυναίκες στην Αθήνα, η επιστροφή στο σπίτι δεν είναι μια απλή διαδρομή, αλλά μια καθημερινότητα γεμάτη φόβο, εγρήγορση και περιορισμούς.

Υπάρχει μια φράση που πιθανότατα έχει ακούσει σχεδόν κάθε γυναίκα κάποια στιγμή στη ζωή της, όταν φεύγει από ένα σπίτι, ένα μπαρ, μια παρέα ή τη δουλειά αργά το βράδυ:

«Στείλε μου όταν φτάσεις».

Δεν είναι απαραίτητα επειδή κάποιος περιμένει ότι θα συμβεί κάτι. Είναι επειδή η διαδρομή προς το σπίτι, ειδικά όταν γίνεται μόνη και μέσα στο σκοτάδι, δεν είναι για όλες μια απλή διαδρομή.

Είναι ο δρόμος που πρέπει να είναι φωτισμένος. Είναι το πεζοδρόμιο με περισσότερο κόσμο. Είναι τα ακουστικά που μπαίνουν στην τσάντα. Είναι το κινητό που κρατιέται στο χέρι. Είναι τα κλειδιά που βγαίνουν λίγο πριν φτάσει στην πόρτα της πολυκατοικίας.

Είναι το βλέμμα πίσω από τον ώμο όταν ακούγονται βήματα.

Είναι ο άνδρας που περπατάει στην ίδια κατεύθυνση και η σκέψη «μάλλον πηγαίνει απλώς σπίτι του» που συνυπάρχει με το «κι αν με ακολουθεί;».

Και είναι, κυρίως, μια σειρά από μικρές αποφάσεις που πολλές γυναίκες παίρνουν σχεδόν μηχανικά, χωρίς να τις θεωρούν πλέον καν μέτρα προστασίας.

Ο φόβος δεν σημαίνει απαραίτητα ότι μια γυναίκα δεν βγαίνει από το σπίτι της μετά τη δύση του ήλιου.

Μπορεί να σημαίνει ότι επιλέγει διαφορετικό δρόμο · Ότι δεν βάζει ακουστικά· Ότι τηλεφωνεί σε μια φίλη μέχρι να φτάσει· Ότι αποφεύγει συγκεκριμένα σημεία· Ότι παίρνει ταξί για μια απόσταση που κανονικά θα περπατούσε· Ή ακόμη ότι σκέφτεται δύο φορές αν θα πάει κάπου, επειδή ξέρει ότι στο τέλος της βραδιάς θα πρέπει να επιστρέψει μόνη.

Η Αθήνα, άλλωστε, δεν είναι ίδια για όλους μέσα στο σκοτάδι.

Ένας δρόμος που την ημέρα μοιάζει απολύτως φυσιολογικός μπορεί τη νύχτα να αποκτήσει άλλο χαρακτήρα. Ένα στενό που περνάς χωρίς δεύτερη σκέψη το πρωί μπορεί να γίνει δρόμος που αποφεύγεις στις 2 το ξημέρωμα.

Και έτσι δημιουργείται ένας δεύτερος χάρτης της πόλης.

Ο χάρτης της Αθήνας όπως τη γνωρίζουμε την ημέρα και ο χάρτης της Αθήνας όπως τη βιώνουν πολλές γυναίκες όταν νυχτώνει.

Μιλήσαμε με πέντε γυναίκες για το πώς επιστρέφουν μόνες στο σπίτι, τι κάνουν όταν αισθανθούν ότι κάποιος τις ακολουθεί, ποιους δρόμους αποφεύγουν και ποιες συνήθειες έχουν αναπτύξει για να αισθάνονται ασφαλείς.

Οι ιστορίες τους έχουν διαφορετικές αφετηρίες. Όλες όμως περιγράφουν κάτι κοινό: Το να περπατάς μόνη τη νύχτα δεν είναι πάντα απλώς θέμα απόστασης. Είναι θέμα διαρκούς επαγρύπνησης.

«Έχω αλλάξει δρόμο πολλές φορές» – Μαρία, 26 ετών

«Όταν γυρίζω μόνη μου το βράδυ, δεν είναι ότι σκέφτομαι συνέχεια “θα μου συμβεί κάτι”. Είναι περισσότερο ότι έχω το μυαλό μου σε εγρήγορση. Ακόμα κι αν είμαι κουρασμένη, ακούω τι γίνεται πίσω μου. Αν ακούσω βήματα και καταλάβω ότι είναι κάποιος που πηγαίνει προς την ίδια κατεύθυνση, αρχίζω να κοιτάζω πιο συχνά πίσω μου.

Έχω αλλάξει δρόμο πολλές φορές. Μπορεί να ξέρω ότι ο άλλος απλώς πηγαίνει σπίτι του, αλλά δεν θέλω να το διαπιστώσω. Θα κάνω έναν κύκλο, θα περάσω από έναν πιο κεντρικό δρόμο ή θα μπω σε ένα μαγαζί.

Έχω επίσης αυτή τη συνήθεια να παίρνω τηλέφωνο κάποιο δικό μου πρόσωπο όταν είμαι κοντά στο σπίτι. Μερικές φορές δεν έχω καν κάτι συγκεκριμένο να πω. Απλώς θέλω να υπάρχει κάποιο άτομο στην άλλη άκρη της γραμμής.

Και το περίεργο είναι ότι όλα αυτά τα κάνω αυτόματα. Δεν τα σκέφτομαι πλέον σαν “μέτρα ασφαλείας”. Είναι μέρος της επιστροφής μου στο σπίτι.

Νομίζω ότι αυτό είναι που με ενοχλεί περισσότερο. Ότι έχω μάθει να προσαρμόζομαι εγώ στην πόλη, αντί να νιώθω ότι η πόλη είναι ένας χώρος στον οποίο μπορώ να κινηθώ ελεύθερα.»

«Έχω κάνει διαδρομές που είναι 15 λεπτά σε 30» – Ελένη, 30 ετών

«Υπάρχουν δρόμοι που τους περπατάω κανονικά την ημέρα και το βράδυ δεν θα τους επέλεγα ποτέ. Δεν έχει απαραίτητα αλλάξει κάτι στον δρόμο. Εγώ έχω αλλάξει.

Την ημέρα μπορεί να σκέφτομαι “θα πάω από εδώ γιατί είναι πιο κοντά”. Το βράδυ σκέφτομαι “θα πάω από τη λεωφόρο γιατί έχει φώτα και κόσμο”.

Έχω κάνει και κάτι άλλο που τώρα μου φαίνεται τελείως φυσιολογικό: πριν φύγω από κάπου, κοιτάζω στον χάρτη τη διαδρομή μέχρι το σπίτι. Όχι επειδή φοβάμαι ότι θα χαθώ. Θέλω να ξέρω από πριν πού θα περπατήσω.

Αν έχω πιει, είμαι ακόμη πιο προσεκτική. Δεν θέλω να έχω μειωμένα αντανακλαστικά. Και αν είναι πολύ αργά, μπορεί να πάρω ταξί για μια απόσταση που κανονικά θα περπατούσα.

Κάποιες φορές σκέφτομαι πόσα πράγματα δεν κάνουμε χωρίς να το συνειδητοποιούμε. Μπορεί να μη βγεις επειδή ξέρεις ότι θα γυρίσεις μόνη. Μπορεί να φύγεις νωρίτερα από ένα πάρτι. Μπορεί να μην πιείς δεύτερο ποτό γιατί πρέπει να επιστρέψεις.

Δεν θα έλεγα ότι ζω φοβισμένη. Αλλά σίγουρα δεν ζω τη νύχτα με την ίδια ελευθερία που τη ζουν κάποιοι άλλοι».

«Αν δω κάποιον πίσω μου, μπαίνω κάπου» – Σοφία, 25 ετών

«Το πρώτο πράγμα που κάνω όταν φεύγω από κάπου είναι να ενημερώσω τη φίλη μου. “Φεύγω τώρα”. Και μετά, όταν φτάσω, “έφτασα”.

Μπορεί να ακούγεται υπερβολικό σε κάποιον που δεν το κάνει, αλλά για μένα είναι απολύτως φυσιολογικό.

Αν γυρίζω με τα πόδια, δεν ακούω μουσική. Θέλω να ακούω τι γίνεται γύρω μου. Αν έχω ακουστικά, συνήθως τα έχω χωρίς μουσική ή μόνο στο ένα αυτί.

Μου έχει τύχει να δω κάποιον να περπατάει πίσω μου και να αγχωθώ. Δεν ξέρω αν με ακολουθεί. Μπορεί να μένει στην ίδια περιοχή, μπορεί να πηγαίνει ακριβώς στο ίδιο σπίτι. Αλλά εκείνη τη στιγμή δεν μπορώ να ξέρω.

Οπότε έχω έναν κανόνα: αν νιώσω άβολα, μπαίνω κάπου. Περίπτερο, φούρνο, οτιδήποτε είναι ανοιχτό. Δεν με ενδιαφέρει αν τελικά “δεν συνέβαινε τίποτα”.

Γιατί αυτό είναι το άλλο πράγμα που μας λένε συνέχεια: “Μπορεί να μην εννοούσε κάτι”. Ναι, μπορεί. Αλλά όταν είσαι μόνη σου στις δύο το πρωί, δεν έχεις τον χρόνο να κάνεις κοινωνιολογική ανάλυση του ανθρώπου που περπατάει πίσω σου. Θέλεις απλώς να φτάσεις σπίτι».

«Τα κλειδιά στο χέρι είναι κάτι που κάνω χωρίς να το καταλαβαίνω» – Δήμητρα, 41 ετών

«Έχω παρατηρήσει ότι όταν περπατάω μόνη τη νύχτα αλλάζει ακόμα και το σώμα μου. Περπατάω πιο γρήγορα. Έχω τα κλειδιά στο χέρι. Δεν κοιτάζω το κινητό. Αν δω κάποιον απέναντί μου, προσπαθώ να καταλάβω από πού θα περάσει.

Και υπάρχει κάτι που κάνω χωρίς να το καταλαβαίνω: όταν φτάνω στην είσοδο της πολυκατοικίας, έχω ήδη βγάλει τα κλειδιά. Δεν θέλω να σταθώ έξω ψάχνοντας την τσάντα μου.

Πριν μερικά χρόνια δεν το σκεφτόμουν τόσο. Τώρα είναι αυτοματισμός.

Δεν σημαίνει ότι θεωρώ την Αθήνα μια πόλη όπου κινδυνεύεις παντού. Το αντίθετο. Υπάρχουν πάρα πολλές περιοχές στις οποίες νιώθω απολύτως άνετα.

Αλλά υπάρχει αυτή η λεπτή γραμμή. Δεν χρειάζεται να πιστεύεις ότι κάτι κακό θα συμβεί. Αρκεί να σκέφτεσαι ότι θα μπορούσε να συμβεί.

Και αυτή η σκέψη αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιείς τον δημόσιο χώρο.

Αν μου πεις “γιατί δεν πήγες με τα πόδια;”, μπορεί να σου απαντήσω “ήταν αργά”. Δεν θα σου εξηγήσω ότι δεν ήθελα να περπατήσω μόνη μου σε έναν συγκεκριμένο δρόμο. Γιατί πολλές φορές ούτε εγώ το λέω στον εαυτό μου έτσι».

«Έχω ακυρώσει έξοδο επειδή δεν ήθελα να γυρίσω μόνη» – Κατερίνα, 27 ετών

«Το πιο έντονο συναίσθημα για μένα δεν είναι ακριβώς ο φόβος. Είναι η ανάγκη να έχω σχέδιο.

Αν είμαι σε ένα σπίτι φίλων και φύγω αργά, ξέρω ήδη πώς θα επιστρέψω. Ποιον δρόμο θα πάρω, πού θα βρω ταξί, ποιος θα είναι ξύπνιος αν χρειαστεί να τηλεφωνήσω.

Και αν κάτι αλλάξει, για παράδειγμα αν πρέπει να περπατήσω μόνη μου περισσότερο απ’ όσο υπολόγιζα, αγχώνομαι.

Μου έχει τύχει να ακυρώσω έξοδο επειδή δεν ήθελα να επιστρέψω μόνη. Και αυτό είναι που με θυμώνει περισσότερο. Όχι ότι φοβάμαι έναν συγκεκριμένο άνθρωπο ή έναν συγκεκριμένο δρόμο. Ότι η σκέψη της επιστροφής μπορεί να επηρεάσει το αν θα κάνω κάτι εξαρχής.

Υπάρχει μια στιγμή που όλες σχεδόν οι φίλες μου γνωρίζουν: όταν φτάνουμε σπίτι, στέλνουμε μήνυμα “έφτασα”.

Και δεν είναι επειδή πιστεύουμε ότι αν δεν στείλουμε, θα συμβεί κάτι.

Είναι επειδή έχουμε μάθει ότι η διαδρομή προς το σπίτι είναι κάτι που πρέπει να παρακολουθούμε.

Θα ήθελα κάποια στιγμή το “έφτασα” να σημαίνει απλώς ότι έφτασα.

Όχι ότι τελείωσε με ασφάλεια μια μικρή περιπέτεια που ξεκίνησε όταν έφυγα από την έξοδο».

Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.