Vije Vijendranath /Unsplash
ΕΡΕΥΝΑ

Γιατί τρώμε όλο και πιο συχνά φρούτα και λαχανικά που έχουν χάσει την θρεπτική τους αξία

Η μεγαλύτερη παραγωγή τροφίμων δεν συνεπάγεται αυτομάτως και καλύτερη διατροφή.

Η Πράσινη Επανάσταση αύξησε θεαματικά την παραγωγή τροφίμων για έναν διαρκώς αυξανόμενο πληθυσμό, όμως η θρεπτική τους αξία δεν ακολούθησε την ίδια πορεία.

Μία από τις πρώτες συμβουλές υγιεινής διατροφής που μαθαίνουμε από παιδιά, συχνά έπειτα από τις επίμονες παραινέσεις των γονιών μας, είναι να τρώμε φρούτα και λαχανικά. Eπιστημονικά ευρήματα δεκαετιών όμως υποδεικνύουν ότι αυτά τα βασικά συστατικά της διατροφής μας ενδέχεται να περιέχουν πλέον μικρότερες ποσότητες ορισμένων πολύτιμων θρεπτικών συστατικών.

Το 2004, μελέτη που εξέτασε 43 καλλιέργειες κηπευτικών και ανέλυσε δεδομένα του αμερικανικού υπουργείου Γεωργίας (USDA) για τη σύσταση των τροφίμων το 1950 και το 1999 κατέγραψε σημαντικές μειώσεις σε βασικά μέταλλα. Το ασβέστιο μειώθηκε κατά 16%, ο σίδηρος κατά 15% και ο φώσφορος κατά 9%. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η θρεπτική αξία των καλλιεργειών ήταν έως και 38% χαμηλότερη σε σύγκριση με εκείνη της δεκαετίας του 1950 και του 1960. Τι συνέβη, όμως, στο μεταξύ;

Όπως επισημαίνει το BBC, οι ελλείψεις τροφίμων κατά τη διάρκεια του πολέμου, σε συνδυασμό με την ταχεία αύξηση του παγκόσμιου πληθυσμού, ενίσχυσαν την ανάπτυξη και την υιοθέτηση ποικιλιών υψηλής απόδοσης. Παράλληλα, οι αγρότες στράφηκαν μαζικά στα συνθετικά αζωτούχα λιπάσματα και στην ολοένα μεγαλύτερη χρήση χημικών φυτοφαρμάκων.

Η στρατηγική αυτή, που έγινε γνωστή ως «Πράσινη Επανάσταση», πέτυχε τον βασικό της στόχο: την αύξηση της αγροτικής παραγωγής. Σύμφωνα με νέα έκθεση της εταιρείας Deep Science Ventures, με έδρα το Λονδίνο, οι αποδόσεις των σιτηρών ανά εκτάριο αυξήθηκαν κατά 215%, ενώ η έκταση της καλλιεργούμενης γης διευρύνθηκε μόλις κατά 15%.

Το πρόβλημα είναι ότι η αύξηση της παραγωγής δεν συνοδεύτηκε από ανάλογη ενίσχυση της θρεπτικής αξίας. Όπως έδειξε η μελέτη του 2004, η περιεκτικότητα των τροφίμων σε σίδηρο, ασβέστιο, ψευδάργυρο, βιταμίνη Α και άλλα απαραίτητα συστατικά δεν ακολούθησε τον ίδιο ρυθμό.

«Τις τελευταίες δύο δεκαετίες, μια σειρά μεμονωμένων αναφορών έχει δείξει ότι η θρεπτική πυκνότητα ενδέχεται να έχει μειωθεί κατά περισσότερο από 40% μετά την Πράσινη Επανάσταση, σε συγκεκριμένες καλλιέργειες και υπό ορισμένες συνθήκες», αναφέρει η νέα έκθεση.

Μια τέτοια μείωση θα σήμαινε ότι κάποιος θα έπρεπε να καταναλώνει 67% περισσότερες θερμίδες για να εξασφαλίσει την ίδια ποσότητα θρεπτικών συστατικών. Αυτό, ωστόσο, δεν αποτελεί βιώσιμη λύση, καθώς η διατήρηση υγιούς σωματικού βάρους προϋποθέτει ισορροπία μεταξύ της ενεργειακής πρόσληψης και των αναγκών του οργανισμού.

Το φαινόμενο συνδέεται με αυτό που οι ειδικοί αποκαλούν «κρυφή πείνα»: την κατάσταση κατά την οποία κάποιος μπορεί να αισθάνεται χορτάτος, έχοντας καταναλώσει αρκετές θερμίδες, αλλά να μην προσλαμβάνει επαρκείς ποσότητες απαραίτητων βιταμινών και μετάλλων.

Μελέτη του 2024, εκτίμησε ότι περισσότεροι από δύο δισεκατομμύρια άνθρωποι αντιμετωπίζουν ανεπαρκή πρόσληψη θρεπτικών συστατικών. Παράλληλα, ανέδειξε πολλούς παράγοντες που ενδέχεται να συμβάλλουν στην υποβάθμιση της ποιότητας των τροφίμων.

Ένας από τους βασικότερους είναι η έμφαση της γεωργικής βιομηχανίας στις ποικιλίες υψηλής απόδοσης, οι οποίες συχνά επιλέγονται με γνώμονα τον όγκο παραγωγής και όχι τη διατροφική τους ποιότητα.

Ενδέχεται επίσης να διαδραματίζει έναν ρόλο και η κλιματική αλλαγή. Η αύξηση των συγκεντρώσεων διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα μπορεί να επηρεάσει τη σύσταση ορισμένων καλλιεργειών. Μελέτη του 2018 διαπίστωσε ότι τα αυξημένα επίπεδα CO₂ συνδέονται με χαμηλότερες συγκεντρώσεις πρωτεϊνών, σιδήρου και ψευδαργύρου στο ρύζι.

Στους υπόλοιπους πιθανούς παράγοντες περιλαμβάνονται η συνεχής χρήση εντομοκτόνων, μυκητοκτόνων και ζιζανιοκτόνων, η αυξανόμενη κατανάλωση επεξεργασμένων τροφίμων, καθώς και η περιορισμένη διαθεσιμότητα εδαφών πλούσιων σε θρεπτικά συστατικά για καλλιέργεια.

Η νέα έκθεση προειδοποιεί ότι ο συνδυασμός της μείωσης της θρεπτικής πυκνότητας και της αυξημένης πρόσληψης θερμίδων θα μπορούσε να οδηγήσει σε ένα κρίσιμο σημείο καμπής. Οι επιπτώσεις ενδέχεται να είναι ιδιαίτερα σοβαρές για όσους βρίσκονται ήδη κοντά στα όρια διατροφικών ελλείψεων, όπως τα παιδιά, οι γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας, οι ηλικιωμένοι και οι πληθυσμοί που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τα βασικά δημητριακά.

Όσον αφορά τώρα στις τεχνολογίες και τις γεωργικές πρακτικές που θα μπορούσαν να συμβάλουν στην ενίσχυση της θρεπτικής αξίας των καλλιεργειών (όπως η βιοενίσχυση), ορισμένοι επιστήμονες επισημαίνουν ότι μπορεί να επηρεάσουν αρνητικά τις αποδόσεις συγκεκριμένων καλλιεργειών και να ενισχύσουν τη γενετική ομοιομορφία των φυτών, αυξάνοντας ενδεχομένως την ευπάθειά τους σε εκτεταμένες επιδημίες ασθενειών.

Η διαχρονική σύσταση να καταναλώνουμε καθημερινά φρούτα και λαχανικά εξακολουθεί να ισχύει. Τα τρόφιμα αυτά παραμένουν βασικά συστατικά μιας ισορροπημένης διατροφής, προσφέροντας βιταμίνες, μέταλλα, φυτικές ίνες και άλλες ωφέλιμες ενώσεις.

Τα διαθέσιμα ευρήματα, ωστόσο, αναδεικνύουν ένα κρίσιμο ζήτημα για τη σύγχρονη γεωργία και τη δημόσια υγεία: η μεγαλύτερη παραγωγή τροφίμων δεν συνεπάγεται αυτομάτως και καλύτερη διατροφή.

Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.