OneMan.gr/Φραντζέσκα Γιαϊτζόγλου-Watkinson
ΡΕΠΟΡΤΑΖ

Οι αγρότισσες που μας συνδέουν με το πρώτο βήμα της τροφής

Η πρωτογενής παραγωγή εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται αποσπασματικά, αποκομμένη από τη γαστρονομία και την εστίαση.

Τα Ηνωμένα Έθνη ανακήρυξαν το 2026 ως Διεθνές Έτος της Γυναίκας Αγρότισσας (International Year of the Woman Farmer – IYWF 2026), σε μία προσπάθεια να αναγνωρίσουν έναν ρόλο που παραμένει σε μεγάλο βαθμό αόρατος: τη συμβολή των γυναικών σε ολόκληρη την αλυσίδα των αγροδιατροφικών συστημάτων, από την παραγωγή έως το εμπόριο.

Οι αγρότισσες αποτελούν βασικό πυλώνα της επισιτιστικής ασφάλειας, της διατροφής και της οικονομικής ανθεκτικότητας των αγροτικών κοινοτήτων, συχνά όμως χωρίς την αντίστοιχη κοινωνική ή θεσμική αναγνώριση.

Το IYWF 2026 φιλοδοξεί να ευαισθητοποιήσει το κοινό και να προωθήσει πολιτικές που θα μειώσουν τις έμφυλες ανισότητες και θα βελτιώσουν τις συνθήκες διαβίωσης των γυναικών στην ύπαιθρο παγκοσμίως. Στην ελληνική πραγματικότητα, η συζήτηση αυτή δεν είναι καινούργια, απλώς δεν βρίσκεται συχνά στο προσκήνιο.

Ήδη από το 2018, η μελέτη «Η Ελληνίδα Αγρότισσα», που εκπονήθηκε για το Υπουργείο Εσωτερικών / Γενική Γραμματεία Ισότητας των Φύλων, κατέγραφε τη συμμετοχή των γυναικών στον αγροτικό τομέα, τα εμπόδια που αντιμετωπίζουν και τις πολιτικές που θα μπορούσαν να ενισχύσουν την παρουσία τους στην ελληνική ύπαιθρο. Η μελέτη, υπό την επιστημονική ευθύνη της Μαρίας Γκασούκα, Αναπληρώτριας Καθηγήτριας στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, ανέδειξε μια πραγματικότητα σύνθετη και συχνά αντιφατική.

«Ως γνωστόν, η γεωργία αποτελεί κινητήριο μοχλό ανάπτυξης και μείωσης της φτώχειας», επισημαίνει η κ. Γκασούκα. «Οι αγρότισσες αντιπροσωπεύουν ζωτικό πόρο στη γεωργία ειδικότερα και στην αγροτική οικονομία ευρύτερα, είτε ως εργάτριες γης είτε ως επιχειρηματίες».

Η συζήτηση αυτή επανέρχεται με ένταση στον απόηχο των πρόσφατων αγροτικών κινητοποιήσεων. Για περίπου ενάμιση μήνα, αγρότες και κτηνοτρόφοι βρέθηκαν στους δρόμους, διεκδικώντας καλύτερους όρους επιβίωσης.

Δύο χρόνια πριν, τον Φεβρουάριο του 2024, οι ευρωπαϊκές πόλεις είχαν ήδη ζήσει μία από τις μεγαλύτερες αγροτικές κινητοποιήσεις του 21ου αιώνα. Με το σύνθημα “No Farmers No Food”, αγρότες, κτηνοτρόφοι και μελισσοκόμοι διαμαρτυρήθηκαν για το αυξανόμενο κόστος παραγωγής, τις περιβαλλοντικές ρυθμίσεις και αυτό που περιγράφουν ως έλλειψη κοινωνικής εκτίμησης.

Πίσω από τα τρακτέρ και τα πανό, όμως, παραμένει συχνά αόρατο το πρώτο και καθοριστικό στάδιο της τροφής: η παραγωγή. Τις τελευταίες δεκαετίες, ερευνητές, πολίτες και ακτιβιστές αναγνωρίζουν ολοένα και περισσότερο ότι τα τρόφιμα δεν είναι απλώς καταναλωτικά αγαθά, αλλά κλειδί για την κατανόηση της ανθρώπινης εμπειρίας.

Παρ’ όλα αυτά, η πρωτογενής παραγωγή εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται αποσπασματικά, αποκομμένη από τη γαστρονομία και την εστίαση – σαν να μην συνδέεται ο αγρότης με εκείνον που μετατρέπει το γάλα σε τυρί ή τα όσπρια σε ένα πιάτο.

Σε αυτό το κενό έρχεται να τοποθετηθεί η συζήτηση με τη Δήμητρα Τσακίρη, παραγωγό βιολογικών προϊόντων και πρόεδρο του Φορέα Βιολογικών Αγορών Αττικής, η οποία μιλά για τις δυσκολίες, τις αντιφάσεις και τις αντοχές της μικρής παραγωγής σήμερα.

«Εμείς είμαστε στο πλευρό των κτηνοτρόφων. Είναι η ομάδα που βάλλεται περισσότερο αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα», λέει. «Είμαστε κάθετα αντίθετοι στη θανάτωση των ζώων, αυτό είναι αδιαπραγμάτευτο».

Η ίδια ξεκαθαρίζει ότι, παρότι υπάρχουν κοινά ζητήματα με τον υπόλοιπο αγροτικό κόσμο, όπως το κόστος παραγωγής, η μικρή βιολογική παραγωγή λειτουργεί με εντελώς διαφορετικούς όρους. «Η ομάδα των παραγωγών σαν εμάς δεν παίρνει χρήματα, δεν επιδοτείται. Δεν είναι αυτός ο σκοπός μας. Καλλιεργούμε στον χώρο μας και πουλάμε απευθείας στον πάγκο μας».

Το κόστος, ωστόσο, έχει εκτοξευθεί. «Έχει ανέβει πάνω από 30% στα εφόδια, στους σπόρους, στα φυτά. Και αυτό στο τέλος της ημέρας μεταφράζεται σε ακριβότερα προϊόντα για τον καταναλωτή».

Παρόλα αυτά, η σχέση με το κοινό παραμένει ζωντανή. «Το κοινό που μας ακολουθεί είναι συνειδητοποιημένοι καταναλωτές της Αττικής. Γνωρίζουν τις δυσκολίες του επαγγέλματος, σέβονται τη δουλειά μας. Υπάρχει αλληλοσεβασμός και αλληλοεξάρτηση».

Η Τσακίρη αγγίζει και ένα ζήτημα που αφορά άμεσα τη γαστρονομική δημοσιογραφία: τη σχεδόν πλήρη απουσία της παραγωγής από τον δημόσιο διάλογο για το φαγητό. «Η πρώτη ύλη είναι το παν. Μπορείς να βρεις ένα προϊόν τέλειο εμφανισιακά και γευστικά αδιάφορο. Και να βρεις κάτι “άσχημο” που να σου δώσει αρώματα που δεν έχεις ξαναδοκιμάσει».

Τα τελευταία χρόνια, παρατηρεί μια δειλή αλλά ουσιαστική μετατόπιση. «Υπάρχει μια τάση οι σεφ να έρχονται στις αγορές μας και να ανακαλύπτουν μικρά διαμαντάκια. Είμαστε μικρή παραγωγή, οι ποσότητες είναι περιορισμένες, αλλά εκεί βρίσκεται και η αξία».

Όσο για τις γυναίκες στον χώρο; «Είμαστε πολλές. Σταθεροί πυλώνες. Υπάρχουν γυναίκες όπως η Σοφία Καραμάνου, από τις πρώτες εδώ και 40 χρόνια. Το πρόβλημα δεν είναι η παρουσία μας — είναι ότι δεν έρχεται νέο αίμα. Δεν βλέπεις νέους ανθρώπους, 25 χρονών, να κάνουν το βήμα όπως παλιότερα».

Τέταρτη γενιά αγρότισσα, η Σοφία Καραμάνου έχει να απαριθμήσει μόνο δυσκολίες και κρατική απαξίωση για τον αγροτικό τομέα. Στα 65 της χρόνια και ούσα από τους πρώτους βιοκαλλιεργητές στην Ελλάδα, τονίζει τη σημασία της χειρωνακτικής, προσωπικής εργασίας. Σε μία χώρα που δεν μπορεί να αναμετρηθεί με άλλες στα αγροτικά βιομηχανικά προϊόντα, πρέπει να στρέψουμε τη γεωργία σε ένα διαφορετικό μοντέλο.

«Ο γεωργικός κλάδος είναι ο μόνος που μπορεί να απογειώσει την Ελλάδα, καθώς έχουμε εξαιρετικά προϊόντα και κλίμα που μας βοηθάει, για την ώρα». Αντί όμως να διαμορφώνεται ένας κρατικός μηχανισμός και να ενισχύονται μελέτες και υποδομές, υπάρχει χρόνια τώρα μια παγιωμένη αδιαφορία από όλες τις κυβερνήσεις.

Σκεφτείτε το εξής απλό: Χωρίς τους μικρούς εμπόρους (βλέπε μανάβικο, παντοπωλείο), η πλειονότητα της παραγωγής πάει απευθείας στα σούπερ μάρκετ. Εκεί, η τιμή δεν καθορίζεται από τον παραγωγό και στην τελική τιμή που καλείται να πληρώσει ο καταναλωτής, υπολογίστε έξοδα όπως logistics, marketing κ.α. Όσο κόβονται οι κρίκοι της αλυσίδας, τόσο αποδυναμώνεται η οικονομία στις μικρές κοινωνίες. «Στο τέλος, θα τιναχτεί μία ολόκληρη οικονομία στον αέρα», λέει η Σοφία Καραμάνου.

Από τα λανθασμένα συστήματα των επιδοτήσεων μέχρι την ανύπαρκτη τράπεζα γης, τα ζητήματα είναι πολλά και παραμένουν άλυτα. Όσο η οικοδόμηση εξαπλώνεται, αγρότες και κτηνοτρόφοι απειλούνται. Και πιστέψτε με δεν υπάρχει κανένα νόημα σε πολυτελή τουριστικά θέρετρα που εναρμονίζονται με τη φύση, αν αυτή η φύση δεν παράγει πια τίποτα. Το ίδιο ισχύει και για ένα εστιατόριο που διαφημίζει ότι έχει τον δικό του κήπο μυρωδικών, αν η πλειοψηφία των πρώτων υλών έρχονται από μεγάλες αλυσίδες.

Η Καραμάνου θυμάται όταν ήταν παιδί ακόμα να βλέπει στην αγορά του Ναυπλίου, τους μάγειρες των λαϊκών μαγαζιών. «Να έρχονται νωρίς το πρωί για να διαλέξουν τα καλύτερα. Υπήρξε μία εποχή, είκοσι χρόνια πριν, που μας πλησίαζαν οι σεφ και μας ζητούσαν το πιο παράξενο λαχανικό. Υπήρχε μία περίεργη αντίληψη. Και τώρα, το θέμα δεν είναι να έρθουν οι σεφ 5-6 μαγαζιών, αλλά να βγει ο σουβλατζής της γειτονιάς να αγοράσει από τον παραγωγό».

Σε μια περίοδο ακρίβειας και γενικευμένης ανασφάλειας, το ερώτημα για το αν τα βιολογικά προϊόντα είναι «πολυτέλεια» επανέρχεται διαρκώς. Η απάντηση της Δήμητρας Τσακίρη είναι κατηγορηματική: «Οι τιμές μας είναι ίδιες εδώ και 15 χρόνια. Πλέον έχουν σχεδόν εξισωθεί με τα συμβατικά, με ελάχιστη διαφορά».

Το Διεθνές Έτος της Γυναίκας Αγρότισσας, θα είναι «απλώς μια γιορτή», καταλήγει η Δήμητρα Τσακίρη. Στην Ελλάδα τουλάχιστον έχουμε γίνει τον τελευταίο χρόνο μάρτυρες ενός σκανδάλου διαφθοράς στον αγροτικό τομέα της χώρας ενώ τα τελευταία χρόνια βιώνουμε μια γενικευμένη ακρίβεια στα τρόφιμα, παράλληλα υπό το πρίσμα της αισχροκέρδειας, της νοθείας και των ελλιπών ποιοτικών ελέγχων.

Προσωπικά, έχω κουραστεί από τον τρόπο που προσεγγίζουμε τη γαστρονομία και την εστίαση – μέσα από βραβεία, πελατειακές σχέσεις και μακροσκελή άρθρα – ενώ έχει χαθεί η ουσία. Είναι η εργασία στη βάση της τροφής, συχνά αόρατη, αλλά απολύτως καθοριστική. Μας υπενθυμίζει ότι πριν από κάθε πιάτο, υπάρχει γη, κόπος και άνθρωποι που επιμένουν.

Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.