Robert Anderson / Unsplash
ΔΙΑΤΡΟΦΗ

Κι όμως, κάποτε συνταγογραφούσαν τη ζάχαρη ως φάρμακο

Η γλυκιά ουσία δεν ήταν απλώς ένα πρόσθετο - συχνά ήταν το βασικό συστατικό σε θεραπευτικά σκευάσματα τα οποία πίστευαν ότι θεράπευαν κάθε είδους ασθένειες.

Μπορεί σήμερα, κάθε αναφορά στη ζάχαρη να φέρνει στον νου συσχετίσεις με βλαβερές επιπτώσεις στην υγεία, όμως κάποτε τη συνταγογραφούσαν ως φάρμακο. Όταν η ζάχαρη εισήχθη για πρώτη φορά στην Ευρώπη, και για αρκετούς αιώνες μετά, θεωρούταν από μόνη της ενεργό και θεραπευτικό φαρμακευτικό συστατικό. Η αγαπημένη ηρωίδα του κινηματογράφου Μαίρη Πόπινς είναι γνωστή για το τραγούδι της που λέει ότι «μια κουταλιά ζάχαρη κάνει το φάρμακο να κατεβαίνει».

Αν και στην ταινία κάνει θαύματα, αυτό το κόλπο δεν ξεκίνησε με τη φανταστική νταντά· θεραπευτές, γιατροί και φαρμακοποιοί βασίζονται στη ζάχαρη εδώ και χιλιάδες χρόνια για να βοηθήσουν τους ασθενείς να καταπιούν τα δυσάρεστα φάρμακα. Όμως, κάποτε, η γλυκιά ουσία δεν ήταν απλώς ένα πρόσθετο -συχνά ήταν το βασικό συστατικό σε θεραπευτικά σκευάσματα που πιστευόταν ότι θεράπευαν κάθε είδους ασθένειες.

Η ζάχαρη χρησιμοποιούταν για τη θεραπεία ασθενειών και τραυματισμών ήδη από τον 1ο αιώνα, όταν οι γιατροί της Μέσης Ανατολής τη συνταγογραφούσαν για αφυδάτωση, προβλήματα οράσεως και νεφρών και άλλα. Κατά τον 11ο αιώνα, Άγγλοι μοναχοί παρατήρησαν την ικανότητα της ζάχαρης να καταπραΰνει τις στομαχικές διαταραχές και τα πεπτικά προβλήματα, ενώ κατά τον Μεσαίωνα οι γιατροί προσπάθησαν να θεραπεύσουν τη βουβωνική πανώλη με παρασκευάσματα από κάνναβη, ζάχαρη και άλλα συστατικά. Ακόμη και τον 18ο αιώνα, οι φαρμακοποιοί συνιστούσαν ένα ποτήρι χυμό λεμονιού και ζαχαρόνερο για τις κρίσεις άσθματος.

Μέρος της γοητείας της ζάχαρης -και ίσως των φαινομενικών θεραπευτικών της ιδιοτήτων- μπορεί να συνδέεται με τη σπανιότητά της στο παρελθόν. Ορισμένοι ιστορικοί πιστεύουν ότι το ζαχαροκάλαμο κατάγεται από τη Νοτιοανατολική Ασία, όπου οι αγρότες ενδέχεται να το καλλιεργούσαν ήδη από το 8000 π.Χ., αλλά η επεξεργασία του ξεκίνησε πριν από περίπου 2.500 χρόνια στην Ινδία – μια διαδικασία που έκανε τη ζάχαρη ανθεκτική στη φθορά και της επέτρεψε να εξαπλωθεί σε άλλες περιοχές.


Λόγω της μεγάλης απόστασης που έπρεπε να διανύσει, το γλυκαντικό ήταν ακριβό όταν έφτασε στη μεσαιωνική Ευρώπη και για αιώνες προοριζόταν κυρίως για τους πλούσιους. Το προϊόν αυτό ήταν τόσο πολύτιμο, ώστε ένας μεσαιωνικός αστός μπορούσε να καταναλώσει μόνο ένα κουταλάκι του γλυκού από τους κόκκους ετησίως. Ακόμη και στα ευρωπαϊκά παλάτια της πρώιμης Αναγέννησης, οι πλούσιοι και οι ισχυροί θεωρούσαν το ραφιναρισμένο γλυκαντικό ως μια απολαυστική πολυτέλεια. Όταν η βασίλισσα Ισαβέλλα της Καστίλης έψαχνε ένα χριστουγεννιάτικο δώρο για τις κόρες της, επέλεξε ένα μικρό κουτί γεμάτο ζάχαρη.

Όμως, το 1747, ο Γερμανός χημικός Andreas Sigismund Marggraf ανακάλυψε έναν τρόπο παραγωγής ζάχαρης που δεν απαιτούσε τα καυτά κλίματα στα οποία αναπτύσσονται τα φυτά ζαχαροκάλαμου. Αντ’ αυτού, η ζάχαρη μπορούσε να συγκομιστεί σε ψυχρότερες περιοχές από το ζαχαρότευτλο, ένα λαχανικό που μεγαλώνει σε περίπου τρεις μήνες.

Κατά τη διάρκεια των επόμενων 100 ετών, εργοστάσια ζαχαρότευτλων ξεπήδησαν σε όλη την Ευρώπη και στη συνέχεια στην Αμερική, μειώνοντας την τιμή της ζάχαρης και δίνοντας τελικά σε ανθρώπους όλων των κοινωνικών στρωμάτων την ευκαιρία να απολαύσουν λίγη γλυκύτητα – μαζί με τα φάρμακά τους ή αλλιώς.

Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.