Photo by Oliver Morris/Getty Images
ΣΙΝΕΜΑ

Οι 11 πιο υποτιμημένες ταινίες του Martin Scorsese

Ο Martin Scorsese κλείνει σήμερα τα 79 και εμείς στρέφουμε τον προβολέα σε εκείνες τις ταινίες της φιλμογραφίας του που άξιζαν πάντοτε μία ευκαιρία ακόμα.

Το να ξεδιαλέγεις υποτιμημένες ταινίες από τη φιλμογραφία του Martin Scorsese είναι περίεργη άσκηση. Ο άνθρωπος έχει σκηνοθετήσει 25 ταινίες μυθοπλασίας μεγάλου μήκους και 16 ντοκιμαντέρ ως τώρα. Το γεγονός ότι μέσα σε τέτοιο όγκο θα βρίσκονται υποτιμημένες ταινίες είναι δεδομένο, καταρχάς γιατί οι δημιουργίες μπορεί να υποτιμηθούν σε πολλαπλούς άξονες. Ίσως δε βρήκαν την τύχη που τους άξιζε στο box office, ίσως αδικήθηκαν από τη σύγχρονή τους κριτική ή από τα βραβεία, ίσως αγαπήθηκαν στις μέρες τους αλλά ο χρόνος τις ξέχασε.

Μπορεί και εγώ να υποτιμώ κάποιες στην παρακάτω λίστα δια της απουσίας τους. Το Casino για παράδειγμα που οι ομοιότητές του με το Goodfellas το έχουν κάνει στα μάτια πολλών να μοιάζει με φτωχός συγγενής του δεύτερου. Η τόσο καλή θέληση γύρω του όμως με εμποδίζει να το συμπεριλάβω. Ή το Hugo που ο Martin Scorsese χρησιμοποίησε για να μιλήσει για όσα σημαίνει το σινεμά για εμάς, και για την προέλευση της over the top φύσης του. Εν τέλει το είχα βρει ανιαρό και συνθετικό ωστόσο, άρα με κάλυψαν τα 5 Όσκαρ και οι 11 συνολικά υποψηφιότητές του. Ακόμα και το επίσης πολλαπλά οσκαρικό Aviator θα μπορούσε να δει κανείς ως υποτιμημένο, γιατί παρά το hype του κατά την περίοδο κυκλοφορίας μοιάζει πλέον επίμονα ένα βήμα πίσω από τη αγάπη που του αξίζει.

Καμία από αυτές τις ταινίες δε θα βρεις παρακάτω, αλλά ακόμη και γι’ αυτές που θα βρεις έχουν γραφτεί υπέροχα think pieces – αποκατάστασης ή απλώς υπενθύμισης – ενώ δεν είναι λίγοι που ούτως ή άλλως τις περιλαμβάνουν στα best of τους. Με λίγα λόγια ο καθένας από εμάς έχει το δικό του σετ υποτιμημένων και αγαπημένων ταινιών του Scorsese, γιατί έτσι συμβαίνει με τους τεράστιους δημιουργούς.

Με αφορμή τα 79α γενέθλια του σκηνοθέτη, σήμερα γράφω τις δικές μου:

Mean Streets (1973)

«Πέρασες ένα χρόνο της ζωής σου φτιάχνοντας μια μπούρδα», είχε πει ο John Cassavetes στον Martin Scorsese μετά την κυκλοφορία του Boxcar Bertha. Η ταινία ήταν μία ανάθεση στον πρωτοεμφανιζόμενο τότε σκηνοθέτη και το αποτέλεσμα δεν τον είχε δικαιώσει. Ο Cassavetes τού πρότεινε να συνεχίσει να λέει ημι-αυτοβιογραφικές ιστορίες όπως είχε κάνει στο ντεμπούτο του Who’s That Knocking at My Door, και κάπως έτσι γεννήθηκε το Mean Streets. Πακέτο ξανά με τον Harvey Keitel που είχε κάνει κι αυτός το δικό του ντεμπούτο μαζί του.

Στο Mean Streets ο Scorsese εμπνέεται από την πρώτη γενιά Ιταλοαμερικανών μαφιόζων που γνώρισε ως παιδί στη Μικρή Ιταλία της Νέας Υόρκης, και φτιάχνει μία διορατική, ενσυναισθητική, τραγική εν τέλει ιστορία για το πώς είναι να μεγαλώνεις ανάμεσα σε γκάνγκστερ. Οι ερμηνείες του φιλμ ήταν ο κύριος λόγος που οι κριτικοί της εποχής πρόσεξαν για πρώτη φορά τον σκηνοθέτη, παράλληλα με τη δουλειά της Sidney Levin στο μοντάζ (η διαχρονική συνεργασία του με την Thelma Schoonmaker είχε ξεκινήσει ήδη από το ντεμπούτο μεγάλου μήκους του και θα συνέχιζε από το Raging Bull και μετά).

Μπορεί και να είναι η καλύτερη ταινία του, αλλά όταν κυκλοφόρησε είχε θεωρηθεί αποτυχία.

New York, New York (1977)

Το New York, New York είναι η ιστορία της θυελλώδους σχέσης μεταξύ του σαξοφωνίστα Jimmy Doyle (Robert De Niro) και της τραγουδίστριας Francine Evans (Liza Minnelli). Αφού γνωρίζονται θα καταλήξουν να πάνε μαζί σε μια οντισιόν, όπου ένας ιδιοκτήτης κλαμπ θα τους συνδυάσει ως κοινό act, απίστευτα επιτυχημένο στην πορεία. Πριν πάρει χωριστούς δρόμους το ζευγάρι θα αποκτήσει πρώτα ένα παιδί, όμως δε θα καταφέρουν να συμβιβάσουν την επαγγελματική τους επιτυχία με την προσωπική τους ζωή.

Μετά τις επιτυχίες του Alice Doesn’t Live Here Anymore και του Taxi Driver, ο Scorsese κάνει την πρώτη μεγάλου μπάτζετ ταινία του εδώ, σε περίοδο μεγάλης προσωπικής αναταραχής. Ήταν ένα πολύ δύσκολο γύρισμα που στιγματίστηκε από τον χωρισμό του με τη δεύτερη, έγκυο σύζυγό του, αλλά και την παράνομη σχέση του με τη Minelli, που κατέληξε σε εκκωφαντική αποτυχία τόσο στο box office όσο και με την κριτική. Με τα χρόνια έχει αποκατασταθεί σχετικά, αν και επισκιάζεται ακόμα από τη σαρωτική επιτυχία του μουσικού της θέματος, το ομώνυμο κομμάτι του Frank Sinatra, που έσκισε τρία χρόνια μετά την επιτυχία της.

Το φιλμ είναι άνισο, μεγαλύτερο σε διάρκεια απ’ όσο χρειαζόταν, το χειρότερο από τις ταινίες τούτης της λίστας, και με έναν κεντρικό ανδρικό χαρακτήρα τόσο αντιπαθή που πραγματικά κάνει τη σύνδεση με την ταινία αληθινό μπελά. Υπάρχουν στιγμές της όμως, όπως η σεκάνς της ταινίας-μέσα-στην-ταινία ή η πανέμορφη εισαγωγή της, που το New York, New York απογειώνεται.

Δεν είναι απαραίτητη για τον casual θεατή, είναι όμως για τους φαν του Scorsese.

The King of Comedy (1982)

Όταν το King of Comedy βγήκε για πρώτη φορά στους κινηματογράφους το 1982, είχε αποσπάσει θετικές κριτικές. Δε βρήκε όμως ποτέ το κοινό του στις αίθουσες.

Η ερμηνεία του De Niro ως διαταραγμένος επίδοξος κωμικός Rupert Pupkin είναι τόσο ανατριχιαστική όσο η πιο διάσημη ερμηνεία του στο Taxi Driver. Άλλωστε ο Scorsese εξερευνά εδώ τα ακατέργαστα ανθρώπινα συναισθήματα της απόρριψης, της λαχτάρας και της απόγνωσης, με τον ίδιο τρόπο που εξερευνά τη μοναξιά και την αποξένωση στο Taxi Driver. Και οι δύο ταινίες υπήρξαν αξιοσημείωτες μελέτες πάνω στους χαρακτήρες τους, μία όμως μόνο εξ αυτών πήρε την αγάπη που της άξιζε στην ώρα της.

Η ταινία βρήκε καλύτερη τύχη όταν κυκλοφόρησε σε home media, οπότε και σιγά-σιγά της αναγνωρίστηκε η διορατική της αντίληψη σχετικά με τη φήμη και τη διασημότητα στην κοινωνία μας.

After Hours (1985)

Με την παραγωγή του πρότζεκτ πάθους του The Last Temptation of Christ να δοκιμάζει τα νεύρα του, ο Scorsese πήρε νέα κατεύθυνση αναλαμβάνοντας μία ταινία που θα γύριζε ο Tim Burton, και έκανε την πρώτη του καθαρόαιμη κωμωδία.

Η ταινία διαδραματίζεται στη διάρκεια μίας και μόνο νύχτας και ακολουθεί τον εικοσάχρονο Paul (Griffin Dunne), που γνωρίζει μία κοπέλα (Rosanna Arquette) σε καφετέρια. Εκείνο το βράδυ θα πάει στο διαμέρισμά της ελπίζοντας σε ειδύλλιο μεταξύ τους, αλλά καθ’ οδόν θα χάσει τα χρήματά του, πυροδοτώντας μία σειρά από κοσμικές καταστροφές που υποδηλώνουν πως ίσως το σύμπαν τού την έχει φυλαγμένη.

Ο Dunne είναι ξεκαρδιστικός μέσα στην ατυχία και τη νεύρωσή του, η ενέργεια του Scorsese χειροπιαστή και πιο ραφιναρισμένη από προηγούμενα φιλμ του, και πραγματικά, κάθε φορά που θα τη βλέπω θα εύχομαι να δούμε ξανά μία τέτοια κωμωδία από τον σκηνοθέτη πριν αποσυρθεί.

Το After Hours κέρδισε το Independent Spirit Award για Καλύτερη Ταινία, και ο Martin Scorsese τα βραβεία Σκηνοθεσίας στα Independent Spirit Awards και στο Φεστιβάλ των Καννών. Άρεσε εξαρχής στην κριτική και έτσι μετά την πολύ μετριοπαθή απόδοσή του στο αμερικανικό box office (μόνο 10 εκατομμύρια δολάρια έσοδα) είχε ήδη αποκτήσει την ταμπέλα της «υποτιμημένης» ταινίας. Πλέον είναι cult.

The Color of Money (1986)

Ο Scorsese δε δείλιασε ποτέ μπροστά στο ρίσκο. Το remake που θα επιχειρούσε με το Cape Fear λίγα χρόνια αργότερα θα ήταν ούτως ή άλλως ριψοκίνδυνο ως εγχείρημα, αλλά ήδη από το 1986 είχε αναλάβει μία ακόμα μεγαλύτερη πρόκληση: να σκηνοθετήσει την καθυστερημένη συνέχεια του υποψηφίου για Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας το 1961, The Hustler.

Ο σκηνοθέτης δημιουργεί εδώ μία πραγματικά αντάξια συνέχεια της ιστορίας που χάρισε τον θρύλο της υποκριτικής Paul Newman – ο οποίος επιστρέφει εδώ ως «Γρήγορος» Eddie Felson – το μοναδικό του ανταγωνιστικό Όσκαρ. Κατά τα άλλα ο Tom Cruise είναι μαγνητικός ως ο νεότερος αντίπαλος του Felson , ενώ το σενάριο -ιδιαίτερα ο εναρκτήριος μονόλογος που παρέδωσε ο ίδιος ο Scorsese – είναι ξυράφι.

Δεν απογοήτευσε καθόλου στο box office, με τα χρόνια όμως έχει βγει από τη συζήτηση.

The Last Temptation of Christ (1988)

Το Color of Money ήταν μεγάλη επιτυχία στο box office και βοήθησε να αποκατασταθεί η φήμη του Scorsese στα στούντιο. Έτσι κατάφερε να βρει στήριξη για το έργο που ποθούσε να γυρίσει, το The Last Temptation of Christ, βασισμένο στον Τελευταίο Πειρασμό του δικού μας Νίκου Καζαντζάκη.

Όπως και το βιβλίο, ο Scorsese αποφεύγει τις παραδοσιακές απεικονίσεις του Ιησού σκάβοντας στην εσωτερική σύγκρουση που προκύπτει όταν κάποιος είναι άνθρωπος και θεός ταυτόχρονα. Ο βασανισμένος Ιησούς του Willem Dafoe παλεύει συνεχώς με τις συνέπειες της θεότητάς του, φτάνοντας ακόμα και στα πρόθυρα της απόρριψης του πεπρωμένου του για χάρη μίας θνητής ζωής ως σύζυγος και πατέρας.

Καθώς ξετυλίγεται ο σπαραχτικός του αγώνας, ο Scorsese και ο Dafoe συνθέτουν ένα συγκινητικά ανθρώπινο πορτρέτο του Χριστού που, αντί να υποβιβάζει, εξυψώνει την αποστολή του και, τελικά, την πράξη αυτοθυσίας του.

Οι περιπέτειες του Καζαντζάκη με την Εκκλησία είναι γνωστές, αλλά και η μεταφορά του βιβλίου δεν πέρασε λίγα. Ευαγγελικές χριστιανικές ομάδες διαμαρτυρήθηκαν έντονα για την απεικόνιση του Χριστού να μετέχει στις απολαύσεις της ανθρώπινης σάρκας κατά τη διάρκεια της σεκάνς φαντασίας στην ταινία, ενώ η ταινία απαγορεύτηκε από πολλές αλυσίδες αιθουσών για να καταλήξει τελικά σε εμπορική απογοήτευση. Ο Scorsese ωστόσο είχε προταθεί για Όσκαρ Σκηνοθεσίας.

The Age of Innocence (1993)

Οι αρχές της δεκαετίας του ’90 έφεραν τεράστια επιτυχία στον Scorsese. Το Goodfellas θεωρείται πλέον ένα από τα σπουδαιότερα έργα του – και ένα φανταστικό entry point στη φιλμογραφία του – και το remake του Cape Fear ήταν η πιο επιτυχημένη εμπορικά ταινία του ως τότε. Το σερί αυτό οδήγησε σε μεγαλύτερη στουντιακή ελευθερία και ο Scorsese αποφάσισε να την εκμεταλλευτεί με τη στιλιστική επέκταση που ήταν το μελόδραμα The Age of Innocence.

Daniel Day-Lewis, Michelle Pfeiffer και Winona Ryder σε ένα ιστορικό ρομαντικό δράμα για τρεις πλούσιους κατοίκους στη Νέα Υόρκη των 1870s που μπλέκουν σε ερωτικό τρίγωνο. Δια χειρός ενός μεθοδικού, οικονόμου Martin Scorsese που διαχειρίζεται τόσο καλά τους εδουαρδιανούς τρόπους συμπεριφοράς όσο και το μαφιόζικο αντριλίκι. Η ταινία απέτυχε στο box office και υπήρξε πάντοτε πιο αγαπητή στην Ευρώπη απ’ ότι στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Kundun (1997)

Μετά την αποτυχία του Age of Innocence ο Scorsese επέστρεψε στα πιο ασφαλή νερά του Casino, όμως η επόμενη ταινία του πραγματικά θα εξαφανιζόταν. Το έπος του Kundun κάλυπτε είκοσι χρόνια από την ιστορία του Tenzin Gyatso, του 14ου Δαλάι Λάμα του Θιβέτ, και το πώς αναγκάστηκε να εξοριστεί όταν Κινέζοι κομμουνιστές κατέλαβαν την πατρίδα του.

Φτιαγμένη για 28 εκατομμύρια δολάρια, η ταινία απέφερε μόλις 6 εκατομμύρια δολάρια έσοδα στις Η.Π.Α. Ο ίδιος ο Scorsese είχε δηλώσει πως η Disney κυκλοφόρησε με μισή καρδιά την ταινία, πιθανώς λόγω των εταιρικών δεσμών της με την Κίνα που εναντιωνόταν έντονα σε αυτό που κάποιοι είχαν περιγράψει ως «αγιογραφία του Δαλάι Λάμα».

Το Kundun όμως είναι ένα μεγαλειώδες υπερθέαμα, ψυχωμένο, διαλογιστικό γύρω από την ύπαρξη του Δαλάι Λάμα και τις αντοχές των Θιβετιανών, με πλούσιο συναισθηματικό βάρος και μία απαράμιλλη φωτογραφία από τον μαέστρο Roger Deakins.

Bringing Out the Dead (1999)

Η τελευταία ταινία του Scorsese για τον 20ό αιώνα ήταν ένα Taxi Driver που χρωστούσε κάτι στο After Hours, αν ο σκηνοθέτης είχε φανταστεί το πρώτο ως σκοτεινή κωμωδία.

Ο Nicolas Cage υποδύεται τον Frank Pierce, έναν νοσοκόμο στη Νέα Υόρκη το 1990, καθώς μια νέα επικίνδυνη μορφή ηρωίνης βγαίνει στους δρόμους. Μέσα σε τρεις ατέλειωτες νύχτες και με τρεις πολύ διαφορετικούς συναδέλφους (John Goodman, Ving Rhames και Tom Sizemore, όλοι τους καταπληκτικοί), ο Frank διαλύεται στοιχειωμένος από τα φαντάσματα όσων δεν κατάφερε να σώσει, ακόμη και αν μία πρώην τοξικομανής και κόρη ενός ασθενούς (Patricia Arquette) του προσφέρει ένα είδος λύτρωσης.

Ως η πρώτη επανένωση του Scorsese και του σεναριογράφου των Raging Bull και του Taxi Driver, Paul Schrader, μετά το The Last Temptation of Christ, οι προσδοκίες ήταν σίγουρα πολύ υψηλές για το Bringing Out the Dead, ειδικά λόγω της συμμετοχής του Cage που τότε ήταν στο απόγειό του, φρέσκος μετά το Όσκαρ του. Αλλά το φιλμ, μία μεταφορά του μυθιστορήματος από τον πραγματικό νοσοκόμο Joe Connelly, έλαβε σιωπηλή ανταπόκριση από την πλειοψηφία της κριτικής και βούλιαξε στα ταμεία. Το τονικό μείγμα του ζοφερού δράματος με τη μαύρη κωμωδία και το υπερφυσικό φαίνεται πως είχε μπερδέψει το κοινό. Πάνω από 20 χρόνια μετά την κυκλοφορία του όμως, το Bringing Out the Dead εξακολουθεί να είναι αρκετά διαφορετικό από οτιδήποτε άλλο έχει φτιάξει ο Scorsese, και έχει μία από τις πιο συγκρατημένες ερμηνείες του Cage (για όποιον θέλει να τον θυμηθεί και έτσι).

Από όλες τις ταινίες της τελευταίας περιόδου του σκηνοθέτη, αυτή χρειάζεται περισσότερο την επαναξιολόγηση.

Shutter Island (2010)

Θα ήταν η ταινία τρόμου του. Όσοι, άλλωστε, είχαμε δει το A Personal Journey with Martin Scorsese Through American Movies, το ντοκιμαντέρ του ‘95 που είχε συν-σκηνοθετήσει με τον Michael Henry Wilson, γνωρίζαμε ήδη πόσο θαύμαζε την πολυπλοκότητα ταινιών τρόμου όπως το Cat People ή το I Walked With a Zombie. Το Shutter Island θα ήταν η ευκαιρία του να ζωγραφίσει με αυτές τις επιρροές.

Η ταινία που τελικά παρέδωσε ο Scorsese θα ήταν ένας γρίφος περισσότερο, χωρίς στιγμές αγνού τρόμου, με μία υποδόρια όμως τρομοκρατία να εμποτίζει κάθε του στιγμή. Σε βαθμό που ο σκηνοθέτης δεν είχε ποτέ δοκιμάσει πριν ή έκτοτε. Οι περισσότεροι κριτικοί είχαν βρει τότε πράγματα να επαινέσουν, όμως λόγιζαν σχεδόν πάντα την ταινία ως «κατώτερο Scorsese», κυρίως λόγω της έλλειψης φιλοδοξίας που διέκριναν. Το γεγονός επίσης ότι το 2010 μία άλλη ταινία με τον Leonardo DiCaprio να ζει παιχνίδια του μυαλού είχε σαρώσει στα ταμεία, σίγουρα δεν είχε βοηθήσει. Και ενώ αρχικά προγραμματιζόταν να κυκλοφορήσει εκείνο το φθινόπωρο αναβλήθηκε για τον Φεβρουάριο του 2010, σημάδι ότι η Paramount δεν έβλεπε οσκαρικό μέλλον για την ταινία. Οικονομικά ήταν μία συνετή απόφαση για το στούντιο, που άφησε το φιλμ να ανασάνει πλάι στις μέτριες ταινίες εκείνου του Φλεβάρη.

Ο ενθουσιασμός του Scorsese πίσω από την κάμερα είναι απτός παρά τη ζοφερή θεματική της ταινίας, ο DiCaprio αποδίδει την επιδείνωση του Teddy Daniels με σχολαστική ακρίβεια, η Michelle Williams στοιχειώνει, και η old school αφήγηση παντρεύεται με μοντέρνες κινηματογραφικές τεχνικές. Παρότι αρχικά είχε απορριφθεί ως μία ακόμα “είναι όλα στο μυαλό του” ταινία, το Shutter Island εμπλουτίζεται μέσα από τη δομή του με κάθε νέα του προβολή. Και ενώ τόσοι από τους χαρακτήρες του Scorsese σπάνε κάτω από τις συντριπτικές ενοχές τους, ο σκηνοθέτης μάς δίνει εδώ έναν ήρωα που θα μπορούσε να σωθεί από αυτές, για λίγο έστω, αν δε διάλεγε να ζήσει στη μετάνοιά του.

Silence (2016)

Υπάρχει θεματική που επικρατεί περισσότερο στο έργο του Scorsese από την πίστη; Από το Who’s That Knocking On My Door μέχρι το The Wolf of Wall Street, η πίστη το διατρέχει είτε βαθιά στο υπόρρητο κείμενο, είτε εντελώς άμεσα.

Το Silence, το ταξίδι δύο Πορτογάλων Ιησουιτών (αποτελεσματικός Adam Driver, tour de force από τον Andrew Garfield) που ταξιδεύουν στην Ιαπωνία του 17ου αιώνα για να διαδώσουν τον Καθολικισμό και να εντοπίσουν τον μέντορά τους (Liam Neeson) που φημολογείται ότι διέπραξε αποστασία, ήταν η αντιπαράθεση του σκηνοθέτη με αυτήν, θέτοντας ευθέως τις ερωτήσεις που φαίνεται να τον στοιχειώνουν.

Άρα το Silence είναι μία φοβερά προσωπική ταινία για τον δημιουργό της, και εφόσον η φύση της πίστης είναι εντελώς υποκειμενική και βασίζεται σε άπειρο αριθμό μεταβλητών που καθορίζονται σε όλη τη διάρκεια της ζωής μας, η ταινία θα είχε πάντοτε τελείως διαφορετική απήχηση αναλόγως τον θεατή. Ακόμα κι αν δε σε αγγίξει όμως, η ταινία παραμένει ένα masterclass αισθητικής. Η φωτογραφία του Rodrigo Prieto οφείλει πολλά στις ταινίες του Yasujiro Ozu (το Silence είναι γεμάτο tatami shots), είναι πλούσια και λιτή ταυτόχρονα, βγάζοντας τα πολλά-πολλά από τη μέση για να επιτρέψει στην ταινία να γίνει μία διαλογιστική εμπειρία.

Μετά από φιλμ όπως το Wolf of Wall Street, το Aviator και το Gangs of New York, ο Scorsese είναι εξόχως συγκρατημένος σε όλο το εύρος της ταινίας. Μία τέτοια στιλιστική μεταβολή δεν είναι δεδομένη για έναν δημιουργό στο ύστερο μέρος της καριέρας του και, υπό αυτή την έννοια το Silence, διακριτικό και ποιητικό, δείχνει έναν κορυφαίο σκηνοθέτη πρόθυμο να ρισκάρει για να υπηρετήσει το ευρύτερο όραμά του.