© 2019, ASSOCIATED PRESS Patrick Semansky
ΕΙΔΩΛΟ

Η Toni Morrison έκανε τη γλώσσα να υποκλιθεί στα βιβλία της

Μία από τις συγγραφείς που οι σελίδες και οι μουσικές υποτάχθηκαν στη δύναμη των λέξεών της γεννήθηκε τέτοιες μέρες πριν από 90 χρόνια. Η βραβευμένη με Nobel Λογοτεχνίας και Pulitzer Toni Morrison χαρτογράφησε τα βάθη της ανθρώπινης ψυχής μέσα από τις όψεις της σκλαβιάς, του ρατσισμού και της μητρότητας.

Ανακαλύπτοντας την Toni Morrison μέσα από αποσπάσματα του ντοκιμαντέρ του Martin Scorsese για την Fran Lebowitz, Pretend it’s a city, και βλέποντας τη να είναι καταδεκτική στα καυστικά σχόλια περί αναγνωστών της Lebowitz, με ένα γέλιο μειλίχιο, πηγαίο και αυθεντικό, η πρώτη επαφή με τη λογοτεχνία της είναι κάπως σκληρή. Όπως η πρώτη βουτιά στον βυθό της θάλασσας.

Λίγο μετά τον θάνατό της το 2019, σε ηλικία 88 ετών, η Oprah Winfrey μοιράστηκε ένα κομμάτι από τον πρώτο διάλογο που είχαν, λίγο μετά την κυκλοφορία της Αγαπημένης (Beloved, σε μετάφραση της Κατερίνας Σχινά, Εκδόσεις Παπαδόπουλος). «Είναι αλήθεια ότι κάποιες φορές οι άνθρωποι είναι αναγκασμένοι να γυρίσουν ξανά πίσω στις σελίδες των έργων σας, ούτως ώστε να καταλάβουν και να συλλάβουν το πλήρες νόημα» της επισήμανε, για να της απαντήσει η Morrison: «Αυτό, αγαπητή μου, ονομάζεται ανάγνωση».

Ναι, η ανάγνωση των βιβλίων της Morrison είναι κάπως απαιτητική. Και για την ποιητική γλώσσα, αλλά κυρίως για τις θεματικές που επιλέγει, βυθίζοντας τον αναγνώστη σε έναν κόσμο πολύ μακριά από το Black Lives Matter, στο άκουσμα του οποίου οι ήρωες της Morrison θα νόμιζαν πως είναι ένα χάπι που, αντί να καταπραΰνει, διατηρεί τον πόνο των μαρτυρίων και των τραυμάτων που άφησαν οι κακοποιητικές συμπεριφορές των λευκών στην Αφρο-αμερικανική κοινότητα.

Στο πρώτο μυθιστόρημα (το εξέδωσε στα 39 της και ξυπνούσε από τις 4 το πρωί για να το γράψει, ενώ μεγάλωνε τους γιους της), Τα γαλάζια μάτια (The Bluest Eye, σε μετάφραση της Κατερίνας Σχινά, Εκδόσεις Νεφέλη), το οποίο διαδραματίζεται στην πόλη που γεννήθηκε σαν σήμερα πριν από 90 χρόνια, εξερευνά την επιθυμία της νεαρής Pecola να αποκτήσει το εισιτήριο που θα την κάνει ισότιμη με τους λευκούς του Lorain του Ohio. Η ίδια δήλωσε ότι «είναι το βιβλίο που ήθελα να διαβάσω, αλλά δεν υπήρχε». Το βιβλίο απαγορεύτηκε από αρκετά σχολεία ως διδακτέα ύλη, λόγω των αιμομικτικών αναφορών και των περιστατικών σεξουαλικής παρενόχλησης που περιγράφει.

Στο δεύτερο μυθιστόρημά της, Sula (σε μετάφραση της Κατερίνα Σχινά, Εκδόσεις Νεφέλη), η ιστορία της φιλίας δύο γυναικών, η μία υποταγμένη και η άλλη απαλλαγμένη από τις κοινωνικές νόρμες που συνοδεύουν το φύλο και το χρώμα της, «καταρρίπτει τα στερεότυπα της μαύρης γυναίκας στην αμερικανική λογοτεχνία», όπως αναγράφεται στο οπισθόφυλλο του βιβλίου.

Το τρίτο μυθιστόρημά, Το τραγούδι του Σόλομον (Song of Solomon) γνωστοποιεί σε όλη τη χώρα τη δύναμή της να υποτάσσει τις λέξεις στα σημεία, στους ρυθμούς και στη μουσική της παράδοση και αυτό την καθιστά υποψήφια για το American Book Award.

H γλώσσα των βιβλίων της βρίσκεται σε ένα ιδιότυπο κρεβάτι του Προκρούστη. Δεν υποφέρει μαρτυρικά, αλλά μαρτυρούν τα τραύματα της μαύρης κοινότητας που αποσιωπώνται και τοποθετούνται στο κρεβάτι από την ποιητική της αφήγηση. Η αργκό τους, οι ιδιόλεκτοι, οι κοφτές λέξεις και οι λαχανιασμένες προτάσεις δεν είναι μίμηση, χάρη στις ιδιαίτερες μεταφορές και στην πρόζα που ευνοεί και τη μη – γραμμική αφήγηση στα έργα της. Μια πρόζα πυκνή, καλοσμιλευμένη, με τολμηρές αλληγορίες που παραπέμπει στον μαγικό ρεαλισμό του Garcia Marquez, αλλά δεν υπάρχει τίποτα μαγικό στη σκλαβοποίηση των μαύρων της Αμερικής.

Η προφορική παράδοση, τα φολκλόρ στοιχεία στις περιγραφές των δοξασιών και των γλεντιών με το άφθονο φαγητό που ανοίγει την όρεξη του αναγνώστη, όπως κάνει ο Miyazaki με τις ταινίες του, η Βίβλος και τα όνειρα που δε γυρνάνε είναι περιγραφικές διαδικασίες που η γλώσσα τις έχει υποτάξει στο διαστροφικό μίσος των λευκών, ένα μίσος που δε διστάζει να χρησιμοποιήσει την ίδια τη γλώσσα που το διαμόρφωσε ως σύμβολο υποτέλειας.

© 1994, ASSOCIATED PRESS / Kathy Willens

Παράδειγμα, στην Αγαπημένη, ο διάλογος ενός δασκάλου με τον Σίξο, ο οποίος, σύμφωνα με τον δάσκαλο, έχει κλέψει ένα γουρουνάκι και ο Σίξο, με το βλέμμα του στο κρέας, του εξηγεί πως αυτό που έπραξε δεν είναι κλοπή, αλλά βελτίωση της περιουσίας του δασκάλου.

«Ο Σίξο φυτεύει σίκαλη για να δώσει στα χωράφια εκεί ψιλά μια ευκαιρία. Ο Σίξο πιάνει και ταΐζει το χώμα για να σας δώσει πιο πολλή σοδειά. Ο Σίξο πιάνει και ταΐζει τον Σίξο για να σας δώσει πιο πολλή δουλειά».

Έξυπνο, παρόλ’ αυτά ο δάσκαλος τον ξυλοκόπησε για να του δείξει ότι οι ορισμοί ανήκουν σ’ αυτούς που ορίζουν και όχι σ’ αυτούς που ορίζονται». Αγαπημένη, Toni Morrison, σελ. 296

Η τομή της Morrison, ωστόσο, στην αμερικανική λογοτεχνία ήταν πως απευθυνόταν στη μαύρη κοινότητα με τη γλώσσα και το βλέμμα της, καθώς, σύμφωνα με την ίδια, πολλοί Αφροαμερικάνοι συγγραφείς απέδιδαν το βλέμμα ενός λευκού άντρα στους μαύρους χαρακτήρες των σελίδων τους, προκειμένου να πάρουν την έγκριση για δημοσίευση.

Σε μια εξαιρετική συνέντευξή στους ΝΥΤ που διαβάζεται σαν χαλαρωτικό διήγημα, αποσαφήνισε την οπτική της, όταν κάποιος μπαίνει και βγαίνει από τον κόσμο των μυθιστορημάτων της. «Μπορείς να περάσεις και να καθίσεις, και μπορείς να μου πεις τι σκέφτεσαι, και είμαι χαρούμενη που είσαι εδώ, αλλά πρέπει να ξέρεις πως αυτό το σπίτι δεν είναι χτισμένο για σένα ή από σένα».

Το λιντσάρισμα δύο μαύρων από κάτι λευκούς έξω από το σπίτι τους στην Alabama, που ώθησε τον πατέρα της να μη δεχτεί ποτέ, ούτε στο κατώφλι της βεράντας του, λευκό άνθρωπο και η πυρπόληση του σπιτιού τους από το νοικάρη τους, επειδή δεν μπορούσαν να πληρώσουν το νοίκι είναι ιστορίες που κουβαλούσε η Morrison, από τότε που την έλεγαν Chloe Wofford και την ώθησαν με την πένα της να εισάγει τη μαύρη λογοτεχνία ως λογοτεχνικό είδος που προτείνει λύσεις και ανάγει προβληματισμούς σε κάθε σαλόνι, σε κάθε σχολικό θρανίο και σε κάθε βιβλιοθήκη.

Ήταν εκείνη που έπεισε τους εκδότες της να δημοσιεύσουν την αυτοβιογραφία του Muhammad Ali, που έφερε στο προσκήνιο την «ιδιοφυή», όπως την αποκάλεσε, λογοτεχνία του Henry Dumas που δολοφονήθηκε το 1968 στο Μετρό της Νέας Υόρκης από αστυνομικό και που συνέθεσε το άλμπουμ – τεκμήριο της πολιτιστικής ζωής των μαύρων της Αμερικής, Black Book.

Μέσα σ’ αυτό το βιβλίο βρήκε την ιστορία της Margaret Garner, η οποία δραπέτευσε από τα αφεντικά της από το Kentucky στο Ohio και, όταν την ανακάλυψαν οι αρχές, προτίμησε να σφάξει τη δίχρονη κόρη της από το να την αφήσει να ζήσει και να κακοποιηθεί ως σκλάβα κάποιου λευκού. Η ιστορία της σύγχρονης Μήδειας της έδωσε τη σπίθα για την Αγαπημένη.

Το αριστουργηματικό μυθιστόρημα για την τοξική σχέση μητέρας – κόρης, τις παραδόσεις των μαύρων και την ελευθερία που δεν μπορούν να διαχειριστούν, καθώς τα ανεξίτηλα τραύματα των μαρτυρίων της σκλαβιάς ποτέ δε φεύγουν από σώμα και ψυχή, όπως η ραβδωμένη πλάτη της Sethe που μοιάζει με σιδερένιο δέντρο, η τσίγκινη, σκουριασμένη ταμπακιέρα που είχε για καρδιά ο Paul D και η παράδοση που λέει πως «οι άνθρωποι που πεθαίνουν άσχημα δε μένουνε στο χώμα», χάρισε στη Morrison το βραβείο Pulitzer, παρά την επιδεικτική της απουσία από τα υπόλοιπα εθνικά βραβεία, μαζί με τον James Baldwin.

Στον κινηματογράφο, η Αγαπημένη μεταφέρθηκε από τoν Jonathan Demme και την Oprah Winfrey, την οποία η Morrison την τίμησε τρεις φορές στην εξαιρετικά δημοφιλή εκπομπή της για το βιβλίο.

Τα επόμενα δύο μυθιστορήματά της, Jazz και Γυρισμός (Paradise, και τα δύο σε μετάφραση της Κατερίνας Σχινά, Εκδόσεις Παπαδόπουλος), συγκροτούν την τριλογία της Αγαπημένης. Το 1993 της απονεμήθηκε το Νόμπελ Λογοτεχνίας και έγινε η πρώτη Αφροαμερικανίδα που λαμβάνει αυτή την τιμή.

Στον λόγο της αναφέρθηκε στη σημασία της διήγησης ιστοριών, μέσα από την αλληγορία δύο αγοριών που προσπαθούν να ξεγελάσουν τις μαντικές ικανότητες μιας τυφλής γριάς με ένα πουλί που κρατούν στα χέρια τους (εδώ η γραπτή έκδοση και εδώ με τη φωνή της Morrison):

«Φτιάξτε μια ιστορία. Η αφήγηση είναι ριζοσπαστική, δημιουργώντας μας τη στιγμή που δημιουργείται. Δε θα σας κατηγορήσουμε αν εκεί που φτάνετε ξεπερνάει την κατανόησή σας. (…) Ξέρουμε πως δε θα το κάνετε ποτέ σωστά – μια για πάντα. Το πάθος δεν είναι αρκετό, ούτε και η ικανότητα. Αλλά προσπαθήστε. Για το δικό μας και το δικό σας καλό ξεχάστε το όνομά σας στην οδό. Πείτε μας τι ήταν ο κόσμος για εσάς στα σκοτεινά μέρη και στο φως. Αλλά μη μας λέτε τι να πιστέψουμε, τι να φοβηθούμε».