© Evan Agostini / AP
ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ

Cormac McCarthy, η πιο σπουδαία πένα της Αμερικής

Μπόρεσε να αρθρώσει λέξεις για συναισθήματα που όλοι θα βιώσουμε κάποια στιγμή αλλά σχεδόν ποτέ δεν μπορούμε να περιγράψουμε. Ήταν ένας τεράστιος, πελώριος συγγραφέας.

Γενικά, όταν ξεκινάει να γράψει κανείς έναν επικήδειο μπορεί να το κάνει προσεκτικά και διαβάζοντας πρώτα ό,τι άλλο έχει γραφτεί εκείνες τις ώρες (για να μην κάνει καμία γκάφα) ή να ακολουθήσει μία πιο συναισθηματική μέθοδο: να τα γράψει, δηλαδή, όπως τα νιώθει. Ας πάμε, λοιπόν, με τη δεύτερη μέθοδο αφού και ο Cormac McCarthy μάλλον δεν είχε καμία αγάπη για αποστειρωμένα, ακαδημαϊκά κείμενα.

Η πιο σπουδαία πένα της Αμερικής δεν είναι πια εδώ. O Cormac McCarthy έφυγε το απόγευμα της Τρίτης σε ηλικία 89 ετών. Ίσως, βέβαια, και να μην ήταν ποτέ μαζί μας. Η περίπτωση του κορυφαίου Αμερικανού συγγραφέα ήταν το λιγότερο μοναδική: δεν έγραφε άρθρα, δεν έκανε κοσμικές εμφανίσεις, δεν έδινε παρά ελάχιστες και επιλεγμένες συνεντεύξεις, έβγαζε τα βιβλία του αργά και όταν εκείνος θεωρούσε ότι είχε έρθει ο καιρός. Λίγο αναχωρητής, λίγο αποσυνάγωγος και με μία βαθιά ροπή προς το μακάβριο.

Φέτος, επέστρεψε μετά από 16 χρόνια και μάλιστα με διπλό χτύπημα: τον Επιβάτη και το Stella Maris, και τα δύο στα Ελληνικά από τις εκδόσεις Gutenberg. Για τους φανατικούς πιστούς του, γιατί τέτοιοι είμαστε όσοι ασπαζόμαστε το σκοτεινό του Ευαγγέλιο, ήταν μία πραγματικά χαρμόσυνη είδηση. (Σε τόσο μεγάλο βαθμό, ώστε να είναι τουλάχιστον η τρίτη φορά που γράφω αυτούσια και με τον ίδιο τρόπο την πρώτη πρόταση αυτής της παραγράφου).

Έτσι, η αναγγελία του χαμού του αποτελεί ένα πραγματικό σοκ, παρότι λόγω της προχωρημένης ηλικίας του κανείς δεν έπεσε από τα σύννεφα. Είπε αντίο βγάζοντας το τελευταίο του (διπλό) μυθιστόρημα. Σαν να είχε συμφωνήσει από πριν με τον Θάνατο. Σαν να σηκώθηκε από το γραφείο όπου έγραφε και να είπε: «Οκ, τώρα μπορούμε να πάμε, είμαι έτοιμος». Με μία σχεδόν απάνθρωπη ψυχραιμία μπροστά στο τέλος – κάπως, δηλαδή, όπως συνέβαινε και στα γραπτά του.

Για όσους δεν έχουν διαβάσει ούτε μία σελίδα του, θα μπορέσουν να καταλάβουν λίγο το ποιος είναι από μία πολύ διάσημη δήλωση του: «Δεν υπάρχει κάτι που να λέγεται ζωή χωρίς την αιματοχυσία» είχε πει κάποτε. Ο McCarthy δεν επικροτούσε τη βία, δεν είμαι καν σίγουρος αν γοητευόταν απαραίτητα από αυτήν. Την κατέγραφε όμως με ανατριχιαστική και σχεδόν βασανιστική λεπτομέρεια: βασανιστήρια, εκτελέσεις, ακρωτηριασμοί, φόνοι, πράξεις κανιβαλισμού.

Γιατί όμως το έκανε αυτό; Μόνο ο McCarthyθα μπορούσε να δώσει την απάντηση – αλλά μάλλον δε θα το έκανε ποτέ. Από το ίσως πιο προσιτό αναγνωστικά μυθιστόρημά του, το δυστοπικό Ο δρόμος (εκδ. Καστανιώτη), μέχρι το magnum opus του που ακούει στον τίτλο Ματωμένος Μεσημβρινός (εκδ. Καστανιώτη), η βία και η απελπισία ήταν πάντα εκεί. Ηχηρά παρούσες, σαν μία αιχμηρή υπενθύμιση του ποιοι πραγματικά είμαστε και του πού μπορούμε να φτάσουμε.

Μάλιστα, στο δεύτερο, το ίσως πιο σκοτεινό γουέστερν που γράφτηκε ποτέ, η απελπισία είναι τόσο γενικευμένη ώστε να αποκτά μυθική υπόσταση. Κατακάθεται σε κάθε εκατοστό του κόσμου που έχει χτίσει οMcCarthy, όπως κατακάθεται και χωνεύεται μέσα από κάθε προσεχτικά τοποθετημένη λέξη από τον αναγνώστη. Μία σπουδή πάνω στο απόλυτο μηδέν, μία λογοτεχνική ιεροτελεστία ως λυρική αφιέρωση στα δεινά της ύπαρξης.

Ήρωες του είναι ένα αγόρι, ένα Δικαστής βγαλμένος από την κόλαση, οι κεφαλοκυνηγοί-καουμπόυδες, οι Ινδιάνοι και, γενικά, η Άγρια Δύση όπως ήταν πραγματικά και όχι μέσα από την ωραιοποίηση του Χόλιγουντ.

Γιατί όμως κάποιος να ανοίξει τις σελίδες ενός συγγραφέα που μοιάζει ταγμένος σχεδόν στη «σκοτεινιά»; Αν έπρεπε να απαντήσω σαν αναγνώστης μαγεμένος από την τέχνη του θα έλεγα ότι ο λυρισμός από μόνος του δε θα έφτανε. Αντίθετα, το γεγονός ότι ο λυρισμός γίνεται το εργαλείο για να περιγραφεί η απελπισία μέσα σε όλο της το τρομακτικό μέγεθος, είναι κάτι που μοιραία φέρνει τον Herman Melville και το Μόμπι-Ντικ στο μυαλό.

Τελικά, θα μπορούσε ο συγκεκριμένος επικήδειος να λειτουργήσει ως το χειρότερο pr/marketing δελτίο τύπου για τον Cormac McCarthy. Κάτι περισσότερο απωθητικό παρά θελκτικό. Είναι όμως ελάχιστοι εκείνοι που πλησίασαν την ικανότητά του στο γράψιμο κατά το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, που κατάφεραν να δημιουργήσουν κάτι το τόσο μοναδικό, που περιέγραψαν τις πιο κρυφές πτυχές της ψυχής μας κοιτώντας κατά βάση -πόσο παράξενο;- προς το παρελθόν.

η πιο σπουδαία πένα της Αμερικής, δεν είναι πια μαζί μας © Beowulf Sheehan / AP

Ο Cormac McCarthry έδωσε σχήμα και μορφή στην απελπισία (και ίσως μία κάποια κάπως μακάβρια γοητεία). Μπόρεσε να αρθρώσει λέξεις και παραγράφους για συναισθήματα που όλοι θα βιώσουμε κάποια στιγμή αλλά σχεδόν ποτέ δεν μπορούμε να περιγράψουμε. Μένουμε βουβοί μπροστά στο μέγεθος της κατάρρευσης.

Ο McCarthy τα κατάφερε εκεί που άλλοι λυγίζουν. Για αυτό λοιπόν, αν και όχι μόνο για αυτό, υπήρξε σπουδαίος. Ένας τεράστιος, πελώριος συγγραφέας.