ΦΑΓΗΤΟ

Αυτό το Έργον δεν το έχεις ξαναδεί

Και, κυρίως, δεν το έχεις ξαναφάει. Οι θησαυροί της ελληνικής γης και η προσιτή γαστρονομία κατέβηκαν με φόρα από τον Βορρά και προσγειώθηκαν στη Νέα Ερυθραία.

Ο καθένας τα χρήματά του τα ξοδεύει όπου θέλει: άλλος αγοράζει ρούχα, άλλος εμπλουτίζει τη συλλογή του από gadgets, άλλος πειράζει το αυτοκίνητό του. Εμένα μου αρέσει να τρώω. Και είμαι διατεθειμένη να πληρώσω κάτι παραπάνω προκειμένου να φάω κάτι πέρα από τα συνηθισμένα “σαλάτα ρόκα-παρμεζάνα – φιλέτο σως μαδέρα – σουφλέ σοκολάτας”.

Έτσι λοιπόν δεν φοβάμαι τα εστιατόρια που μυρίζουν πενηντάευρο. Ποια είναι αυτά; Πενηντάευρο μυρίζουν τα νέας κοπής εστιατόρια που σερβίρουν παραδοσιακές γεύσεις και τοπικά υλικά σε νέες εκτελέσεις και πειραματικές συνταγές. Πενηντάευρο μυρίζουν οι συνδυασμοί gourmet εστιατορίου και upscale μπακάλικου. Πενηντάευρο μυρίζουν οι καλόγουστοι βιομηχανικοί χώροι όπου κυριαρχούν το γυαλί, το ξύλο και το μέταλλο. Πενηντάευρο μυρίζουν οι κουζίνες που μέσα τους βρίσκονται celebrity chef που ενίοτε τους παίρνει το μάτι σου και στην τηλεόραση. Ε, το Έργον είναι όλα τα παραπάνω. Και μυρίζει πενηντάευρο από χιλιόμετρα. Πόσα χιλιόμετρα σε χωρίζουν από την νέα πιάτσα της Νέας Ερυθραίας, εκεί, στη Χαριλάου Τρικούπη, μόλις στρίψεις αριστερά από Κηφισίας; Όσα να σε χωρίζουν, λογικά η μυρωδιά θα σου ‘ρχεται.

Στα μέρη αυτά τα κάπως ακριβά προφανώς δεν πάω κάθε μέρα – τα φυλάω είτε για «καλές» περιστάσεις, βλέπε γενέθλια, είτε για τις χειρότερες, βλέπε μεγάλες στεναχώριες, για τις μέρες “ας φάμε μια μπουκιά να πάνε κάτω τα φαρμάκια”. Μια τέτοια δυσοίωνη νύχτα διάλεξα να επισκεφθώ το Έργον, μια από αυτές που το μοναδικό γιατρικό στην θλίψη είναι το ζεστό, καλοσυνάτο, από καρδιάς και με αγάπη μαγειρεμένο φαγάκι.

Την στεναχώρια μου, προς στιγμή, παραλίγο να επιτείνει η επίσκεψή μου, αφενός γιατί είχα περάσει 10 λεπτά να ψάχνω να παρκάρω, αφετέρου γιατί το μαγαζί ήταν ασφυκτικά γεμάτο. Τα νέα, βλέπεις, της επιτυχίας του μαγαζιού έχουν φτάσει από όσους έχουν επισκεφθεί τα αδερφάκια του, διότι το Έργον, το εστιατόριο/παντοπωλείο που ξεκίνησε από το ξενοδοχείο Sani Resort της Χαλκιδικής, σύντομα μετακόμισε στη συμπρωτεύουσα και φέτος έκανε tour στα νησιά, στη Σκιάθο, στη Μύκονο μέσα στο ξενοδοχείο Rocabella και στη Ρόδο. Τελικά έφτασε στην πρωτεύουσα και σύντομα βγαίνει εκτός συνόρων, πάει Λονδίνο. Εκεί, όπως θα τραγουδούσε ο Frank, if it can make it there, it will make it anywhere. Και να σκεφτείς πως όλα αυτά ξεκίνησαν από δύο πιτσιρικάδες, τα αδέρφια Θωμά και Γιώργο Δούζη που άρχισαν να συσκευάζουν ελληνικά προϊόντα έχοντας νωπές στο μυαλό τους τις μνήμες από το παντοπωλείο του παππού τους στη Θεσσαλονίκη.  

Ευτυχώς, η αναμονή δεν ήταν τόσο μεγάλη και ο χρόνος κύλησε νερό όσο χαζεύαμε τα ράφια με τα λαχταριστά προϊόντα από κάθε γωνιά της χώρας – περισσότερα από 1.200 βαζάκια, μπουκαλάκια και κουτάκια με ελληνικούς γαστρονομικούς θησαυρούς φιλοξενούνται εδώ. Μια χαμογελαστή κυρία κατέφτασε στην υποδοχή και μας ενημέρωσε πως αν θέλουμε μπορούμε να περάσουμε στον επάνω χώρο. Μας συνόδεψε και μας άφησε σε καλά χέρια, σε έναν σερβιτόρο με τον ενθουσιασμό του ανθρώπου που κάνει κάτι για πρώτη φορά, αλλά τον επαγγελματισμό εκείνου που το κάνει για χιλιοστή.

Με εκείνον ως οδηγό μας, πήραμε στα χέρια μας τα μενού, επιμελημένα από τον Δημήτρη Σκαρμούτσο, ο οποίος έκοβε και ο ίδιος όλο το βράδυ βόλτες μεταξύ κουζίνας και σάλας. Κάθε φορά που παίρνεις έναν δυνατό κατάλογο στα χέρια σου, το αντιλαμβάνεσαι με την πρώτη ματιά. Είναι υπέροχο το συναίσθημα του να κρατάς μπροστά σου μόνο μια σελίδα, ωστόσο να μοιάζουν όλα τόσο λαχταριστά που να νομίζεις πως κρατάς 12σέλιδο κατάλογο. Είναι φανταστική η στιγμή που συνειδητοποιείς πως εδώ δεν θα διαλέξεις φαγητό με την λογική “ας βρω κάτι που μου αρέσει” αλλά απορρίπτοντας σταδιακά αυτά που σου αρέσουν λιγότερο. Από την πρώτη ματιά επίσης αντιλαμβάνεσαι και κάτι ακόμα: Δεν βρίσκεσαι σε εστιατόριο του πενηντάευρου.

Για την ακρίβεια, βρισκόμουν σε ένα μέρος που οι πολύ ξύπνιοι ιδιοκτήτες του έχουν καταλάβει πως, αν διατηρήσουν έτσι χαμηλά τις τιμές, θα είναι κάθε βράδυ ασφυκτικά γεμάτοι, όπως σήμερα. Ο κατάλογος χωρίζεται σε απλές κατηγορίες των €4, €5, €6 και €8 που περιλαμβάνουν διάφορα ελληνικότατα πιάτα, όπως ευφάνταστες σαλάτες, ιντριγκαδόρικα ορεκτικά, παράξενες αλοιφές και τσίμπι τσίμπι, ενώ τα κυρίως κινούνται μεταξύ €9 εώς €15. Με τη βοήθεια του περιγραφικότατου σερβιτόρου, προγειώθηκαν σε λίγο στο τραπέζι μας μια υπέροχη σαλάτα με κους κους, ψητά λαχανικά, σταφίδες, μέλι και σως ροδιού, μια βελούδινη φάβα Φενεού με πεντανόστιμο σύγκλινο Μάνης και καραμελωμένα κρεμμύδια και ένα τρομερό στρογγυλό τηγανόψωμο, παπαριασμένο από τα ζουμιά του λουκανικου Τζουμάγιας, των πιπεριών Φλωρίνης και του ντοματοπελτέ Σαντορίνης. Αξέχαστα δε, μας έμειναν τα μανιτάρια με καβουρμά, αυγό, κατσικίσιο βούτυρο και λάδι τρούφας, που ήρθαν σε ένα μικρό πήλινο σκεύος που η ανάμνησή του στοιχειώνει τον ουρανίσκο μου έκτοτε. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, παραγγείλαμε και μια μερίδα ζουμερά πρόβεια παιδάκια με τσάτνει από κρεμμύδι, σιρόπι ροδιού και σταφίδες – έτσι για να πούμε πως πήραμε και κάτι από τα κυρίως πιάτα. 

Και κάπου εκεί, σκασμένοι και γαστρονομικά ευτυχισμένοι, ζητήσαμε τον λογαριασμό: €62. Όχι €62 ο καθένας, €62 το σύνολο μαζί με ένα μπουκάλι ροζέ κρασί των €18. Όποτε, με πρόχειρα μαθηματικά, €22 το άτομο χωρίς κρασί. Ειλικρινά προσπαθώ να θυμηθώ ένα πιο value for money μαγαζί που να επισκέφθηκα τον τελευταίο χρόνο – ή και την τελευταία πενταετία – και δυσκολεύομαι πάρα, μα πάρα πολύ να φέρω κάτι στο μυαλό μου.

Επιμύθιο, κάπως σαν επιδόρπιο που δεν πήραμε, παρότι όλα έμοιαζαν λαχταριστά: Σε μια εποχή που όλοι μιλούν για την νέα ελληνική κουζίνα, για τα καλά τοπικά προϊόντα και –κυρίως- για τις καλές, προσιτές σε όλους τιμές, ετούτο εδώ το εστιατόριο δεν μένει στα λόγια. Κάνει έργον.

Έργον: Χαριλάου Τρικούπη 125, Νέα Ερυθραία, τηλ.:210 6200821