ΦΑΓΗΤΟ

Σαν την Αυλή δεν έχει

Ένας μικρός ύμνος για ένα καφενείο εγκατεστημένο στρατηγικά στη ναυαρχίδα της πλατείας Κουκακίου. Τον πεζόδρομο.

Αυλές υπάρχουν πολλές. Κυριολεκτικά, μεταφορικά, ή ό,τι άλλο ήθελε προκύψει. Για την ακρίβεια είναι τόσες πολλές που ακόμη και στο Κουκάκι υπάρχουν δύο. Το ψητοπωλείο “Αυλή” του Αλέκου (στηρίζουμε) απέναντι από την Παιδική και το καφενείο “Αυλή” στον πεζόδρομο της Γεωργίου Ολυμπίου, γνωστό και ως πιο πυκνοκατοικημένο πεζόδρομο της Αθήνας, όπως έχει προκύψει τα τελευταία χρόνια όταν επιβεβαιώθηκε ότι η φάση είναι Κουκάκι.

Το θέμα μας είναι η “Αυλή” που σαν και αυτή υπάρχουν πολλές, αλλά επί της ουσίας καμία. Παράδοξο; Ναι. Αλλά έτσι είναι. Θα βρεις πολλές καφετέριες ή ρακάδικα στο Κουκάκι. Σαν την Αυλή δεν έχει όμως, που θα έλεγε και κάποιος θαυμαστής του Κανάκη στο πρώτο πόδι Χαλκιδικής. Δεν είναι τυχαία άλλωστε η ναυαρχίδα της πλατείας Κουκακίου, όπως λέγεται ο συγκεκριμένος πεζόδρομος.

Μικρή ιστορική αναδρομή (δεν θα ‘ναι η πρώτη φορά): Η Γ. Ολυμπίου μπήκε στο χάρτη χάρις στο Κουκί, που άνοιξε επί της ουσίας την πόρτα και σε άλλα μικρά καφεδομπαράκια στην ίδια περιοχή. Η μια τοστάδα έφερε την άλλη, το ένα σφηνάκι το άλλο και το Κουκάκι γέμισε μικρά μαγαζιά για ποτό ή φαγητό. Σε όλο αυτό, βέβαια, έπαιξε ρόλο και η επανεμφάνιση της Αυλής, η οποία ήταν παλιά κραταιά δύναμη της περιοχής, αλλά είχε βάλει λουκέτο. Άνοιξε και πάλι γέμισε το τοπίο με πολύχρωμες καρέκλες, με ζωγραφιές, μεταφέροντας την ατμόσφαιρα της παλιάς σπιτικής αυλής στο κέντρο της πόλης. Hint: υπάρχει και αυλή στο πίσω μέρος, από εκεί πήρε και το όνομα.

Τον τελευταίο χρόνο που έχει ανοίξει με άλλον τίτλο (παλιά ήταν καφετέρια, τώρα παραδοσιακό καφενείο) αποτελεί πόλο έλξης και all-day στέκι, όπως θα αναγραφόταν σε οδηγό πόλης που χρησιμοποιεί φράσεις όπως “δροσερές σαλάτες”, “εξειδικευμένο barista” και πάει λέγοντας. Βέβαια στην προκειμένη περίπτωση το “all-day” είναι λάθος, ενώ το στέκι είναι το σωστό. Λάθος, γιατί ο κακός χαμός ξεκινάει από το πρωί, με άνοιγμα νυσταγμένων βλεφάρων με τη βοήθεια της καφεΐνης και ολοκληρώνεται τις ώρες που χρειάζεσαι ξανά καφέ για να κρατήσεις τα μάτια σου ανοιχτά. Ακριβώς. Στην Αυλή η ατμόσφαιρα είναι “όσο πάει”, σε σημείο του να ανανεώνεται ο κόσμος και να κάθονται νέες παρέες στις 03.00 και στις 04.00 το πρωί.

Θα βρεις φοιτητόκοσμο από τη γειτονική Πάντειο, θα δεις τοπικούς ήρωες (όπως τα μέλη της ιστορικής ομάδας μπάσκετ – πλέον θα βρίσκεις και μέλη της νεοσύστατης γυναικείας), θα δεις κόσμο που περνά και χάνεται (σύμφωνα με το άσμα), θα δεις κόσμο που περνά και κάθεται (τον περισσότερο), θα δεις απλά κορίτσια και αγόρια να συρρέουν σε ένα μαγαζί που νομίζεις ότι είναι γεμάτο όλες τις ώρες της ημέρας.

 

Ο κόσμος χωρίζεται σε δύο κατηγορίες. Τους θαμώνες και αυτούς που θα γίνουν θαμώνες και δεν το ξέρουν. Ίσως και αυτό να είναι το μυστικό της επιτυχίας. Ότι όσοι τρέχουν το μαγαζί, δηλαδή ο Κώστας, ο Τάσος και ο Κυριάκος (Παιδιά από ‘δω ο Κώστας, ο Τάσος και ο Κυριάκος — Κώστα, Τάσο και Κυριάκο από ‘δω τα παιδιά) σε βάζουν αμέσως στο κλίμα, σε μια παρεΐστικη ατμόσφαιρα που χωρίς να το γνωρίζεις, θα σε κάνει να ξαναπάς. Γιατί νιώθεις οικεία. Γιατί περνάς καλά. Γιατί σε σέβονται και σε ό,τι αφορά την τιμή και σε ό,τι αφορά την ποιότητα.

Να μιλήσουμε, όμως και για την τιμή και για την ποιότητα. Η τιμή είναι το πρώτο που κάνει την “Αυλή” να ξεχωρίζει, σε σημείο που βλέπεις τον λογαριασμό και σκέφτεσαι “δεν μπορεί, πρέπει να μου τη πέφτουν”, ακόμη κι αν είσαι -καλή ώρα- τύπος με μούσια. Η δεύτερη σκέψη είναι “κάποιο λάθος πρέπει να έγινε” και η τρίτη “σε λίγο θα με πληρώνουν να πίνω καφέ”. Όσο για το κεφάλαιο “ποιότητα”. Αντιστρόφως ανάλογη με την τιμή. Τα πιάτα που συνοδεύουν το τσίπουρο είναι φτιαγμένα από τα χεράκια της μητέρας του Κώστα και της μητέρας του Κυριάκου, γι’ αυτό θυμήσου να πάρεις την τηγανιά.

Από εκεί και πέρα οι επιλογές είναι πολλές: από τιγκαρισμένες ποικιλίες, σε τοστάδες και από τσιπουρομεζέδες σε απίστευτο σπιτικό μπέργκερ (ιδέα που έκλεψε ο Κώστας από μένα – όποιος και να σας πει το αντίθετο, λέει ψέμματα – οπότε σε κάθε μπουκιά να με ευχαριστείτε). Να τσιμπήσουμε και κάτι για τη ρακί (πάρε την ψημένη), για τη μπύρα (όποια κι αν πάρεις από τη μεγάλη ποικιλία), για το ποτό ή τα κοκτέιλ που έκλεψαν την παράσταση το καλοκαίρι που μόλις μας αποχαιρέτησε. (Αν με είδες να πίνω ένα κόκκινο σε περίεργο ποτήρι, δεν ήμουν εγώ). Τι εννοείς δεν χόρτασες; Αν είσαι απ’ αυτούς να θυμάσαι ότι υπάρχει πάντα το παγωτό μηχανής για να τελειώσει τη δουλειά. Όποια κι αν είναι αυτή.

 

Θα ακούσεις και μουσική. Ειδικά τώρα που οι βερμούδες μπαίνουν ψηλά στο ράφι της ντουλάπας, θα ξεκινήσουν και τα live και οι θεματικές βραδιές. Σε ροκ κυρίως ήχους, χωρίς όμως να λείπουν πχ τα swing party της Κυριακής. Τι άλλο να ζητήσει κανείς; Αναφέρομαι στα πάρτι και όχι στη swing, πιστεύω θα ζήσουμε και χωρίς αυτή.

Που καταλήγουμε; Ότι στο συγκεκριμένο (παραδοσιακό) καφενείο θα πιεις (πολύ), θα φας (καλά), θα περάσεις (όμορφα), θα βρεις κάτι το οικείο, κάτι που θα σε κάνει να αισθανθείς άνετα και κάτι που θα σε κάνει να ξανάρθεις.

Ξέρω, τι σκέφτεσαι. “Πόσα του έχουν δώσει για να γράψει αυτό το κείμενο”. Η απάντηση είναι τίποτα. Επίσης, αν ήταν έτσι θα πληρωνόμουν σε παγωτά μηχανής και τότε δεν θα συνέφερε καθόλου ούτε την “Αυλή”, ούτε την βιομηχανία παγωτού.