Βουνί Παναγιά: Τα κρασιά από την Κύπρο στα ποτήρια μας στην Αθήνα
Το Vouni Panayia Winery ορίζει τη σύγχρονη οινική ταυτότητα του νησιού, αναβιώνοντας γηγενείς ποικιλίες και δίνοντας στο κρασί μια καλλιτεχνική προσέγγιση.
- ΜΑΡΩ ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΥΔΗ
- 22 ΜΑΡ 2026
«Πίννε κρασίν να ’σιεις ζωήν». Η φράση αυτή, που κουβαλά τη λαϊκή σοφία της Κύπρου, επιστρέφει κάθε φορά ως σημείο εκκίνησης για να κατανοήσει κανείς τη βαθιά, σχεδόν οργανική σχέση του νησιού με το κρασί. Περισσότερα από είκοσι χρόνια μετά την πρώτη μου εμπειρία στη γιορτή κρασιού της Λεμεσού — έναν θεσμό με ιστορία που ξεπερνά τον μισό αιώνα — η επαφή με τον κυπριακό αμπελώνα επανήλθε μέσα από ένα διαφορετικό πλαίσιο: τις ΒΚΧΣ 6.0 στο Ρομάντσο, στις 13 Μαρτίου.
Εκεί, ανάμεσα σε επιλεγμένα οινοποιεία από την Ελλάδα, το Vouni Panayia Winery (με παρουσία και στο Οινόραμα) λειτούργησε ως ο βασικός άξονας για να ξαναδιαβαστεί η σύγχρονη κυπριακή οινική ταυτότητα και να με γυρίσει δύο δεκαετίες πίσω.
Τα καλοκαίρια στην Κύπρο είχαν γεύση από τις ελιόπιτες του Σίγμα, χαλούμι με καρπούζι, λούντζα σε ψωμί, fish & chips με λίγο ξύδι, σεφταλιές, κούπες, το πλιγούρι που έφτιαχνε με τον δικό της μοναδικό τρόπο η κυρία Νέδη, τα τραπεζώματα στις Πλάτρες, τους λοκμάδες, όπως τους έγραφαν στις πινακίδες και μας προκαλούσαν πάντα γέλια, και τα κρυφά τσιγάρα αφού τόσο η γιαγιά όσο και ο παππούς «Κοκής», της κολλητής μου της Τζο, κάπνιζαν αρειμανίως.
Η Κύπρος διαθέτει μία από τις αρχαιότερες οινοποιητικές παραδόσεις στον κόσμο. Αρχαιολογικά ευρήματα αποδεικνύουν ότι η παραγωγή κρασιού στο νησί ξεκινά περίπου 6.000 χρόνια πριν: στον Πύργο της επαρχίας Λεμεσού έχουν βρεθεί αγγεία με ίχνη κρασιού και κουκούτσια σταφυλιών, ενώ στο Ερίμι ανακαλύφθηκαν δεκαοκτώ αγγεία, δώδεκα εκ των οποίων χρησιμοποιήθηκαν για κρασί μεταξύ 3500 και 3000 π.Χ.
Παράλληλα, πατητήρια σε χωριά όπως το Όμοδος και η Λάνια, ψηφιδωτές απεικονίσεις του Διονύσου και πλήθος αμφορέων συνθέτουν μια αδιάσπαστη ιστορική συνέχεια. Και φυσικά ας μην ξεχνάμε το διάσημο γλυκό κρασί, με το όνομα Νάμα, γνωστό πια ως Κουμανταρία, που ο Όμηρος το ονόμαζε το γλυκό κρασί της Κύπρου.
Ο Γιάννης Κυριακίδης, αμπελουργός και οινολόγος στο οινοποιείο Vouni Panayia, θυμάται ότι στην εποχή των παππούδων του, κάθε σπίτι είχε το δικό του κρασί. «Το έβαζαν σε πυθάρια, μέχρι να γίνει ξύδι», λέει γελώντας. Οι αναμνήσεις του είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με το οινοποιείο · εικόνες και αρώματα που είχε από τα πρώτα χρόνια της ζωής του.
Ο Γιάννης μπορεί υπερηφανεύεται ότι ο πατέρας του, Ανδρέας Κυραικίδης, έκανε κάτι πραγματικά πρωτάκουστο και καινοτόμο όταν ίδρυσε το οινοποιείο το 1987, επιστρέφοντας στις γηγενείς ποικιλίες και τη χειρωνακτική εργασία. Ήταν αυτός που έβγαλε το πρώτο εμφιαλωμένο μπουκάλι Ξυνιστέρι στην αγορά.
Παρά τη βαριά αυτή παράδοση, η σύγχρονη πορεία της κυπριακής οινοποιίας γνώρισε μια περίοδο απομάκρυνσης από τις ρίζες της. Περίπου πριν από πενήντα χρόνια, η στροφή προς διεθνείς ποικιλίες όπως καθώς και η υιοθέτηση πιο βιομηχανοποιημένων τεχνικών, οδήγησαν σε σταδιακή υποχώρηση των τοπικών ποικιλιών.
Μια ολόκληρη γενιά παραγωγών απομακρύνθηκε από τη γηγενή γνώση και την ιδιαίτερη ταυτότητα του τόπου. «Οι αγρότες έδιναν τα σταφύλια τους στα τέσσερα μεγάλα οινοποιεία που κυριαρχούσαν, τα οποία δεν εστίαζαν στην ποιότητα ή την παράδοση, αλλά την παραγωγή».
Η ίδρυση του οινοποιείου ήρθε σε ένα κρίσιμο σημείο για την κυπριακή αμπελουργία. Με βαθιά γνώση της περιοχής και των αμπελουργικών της ιδιαιτεροτήτων, ο Ανδρέας Κυριακίδης επέλεξε να στραφεί συνειδητά στις τοπικές ποικιλίες, αναζητώντας εκ νέου το χαμένο δυναμικό τους. Η βάση αυτής της προσπάθειας βρίσκεται στην Πάνω Παναγιά της Πάφου, σε υψόμετρο περίπου 900 μέτρων, με αμπελώνες που φτάνουν έως και τα 1150 μέτρα.
Η περιοχή παρουσιάζει εξαιρετικό αμπελουργικό ενδιαφέρον: αυτόριζοι, παλαιοί αμπελώνες — καθώς η φυλλοξήρα δεν εμφανίστηκε ποτέ στην Κύπρο — σύνθετο ασβεστολιθικό terroir με έντονη παρουσία σχιστόλιθου και αργιλωδών στοιχείων, καθώς και μια ιδιαίτερα πολύπλοκη τοπογραφία με διαφορετικές κλίσεις και προσανατολισμούς. Οι συνθήκες αυτές δημιουργούν ένα δυναμικό περιβάλλον, στο οποίο οι γηγενείς ποικιλίες μπορούν να εκφραστούν με ακρίβεια.
Η οινοποιητική φιλοσοφία του Βουνί Παναγιά βασίζεται σε ήπιες παρεμβάσεις: αυθόρμητες ζυμώσεις, χρήση κυρίως παλαιών βαρελιών και στόχο την όσο το δυνατόν καθαρότερη αποτύπωση του terroir. Σήμερα καλλιεργούνται οκτώ γηγενείς ποικιλίες, ενώ παράλληλα συνεχίζεται η εξερεύνηση και άλλων, λιγότερο γνωστών.
Οι γιοι του ιδρυτή — Γιάννης, Παύλος και Πέτρος Κυριακίδης — συνεχίζουν τη δουλειά με έμφαση στον πειραματισμό και τη συστηματική μελέτη των ποικιλιών. Ποικιλίες όπως το Μαύρο και το Ξυνιστέρι, αλλά και πιο σπάνιες όπως Πρωμάρα, Βασίλισσα, Σπούρτικο, Μοροκανέλλα και Γιαννούδι, αποτελούν το επίκεντρο αυτής της προσπάθειας.
Τα κρασιά τους ταξιδεύουν σε 15 χώρες, από την Αμερική και τον Καναδά μέχρι την Ιαπωνία. Στην Αθήνα, μπορείτε να τα βρείτε στο Mr. Vertigo και σε wine bars που εστιάζουν σε οινικές δουλειές ήπιων παρεμβάσεων.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σειρά των πειραματικών οινοποιήσεων, που πραγματοποιούνται σε μικρές ποσότητες κάθε χρόνο. Κάθε κρασί λειτουργεί ως ξεχωριστή μελέτη: μπορεί να αφορά έναν συγκεκριμένο αμπελώνα, μια διαφοροποιημένη καλλιεργητική πρακτική ή ένα διαφορετικό πρωτόκολλο οινοποίησης, μια ιδέα που ξεκίνησε με την επιστροφή των αδερφών από τις σπουδές τους στην Ιταλία.
Στόχος είναι η βαθύτερη κατανόηση του δυναμικού κάθε ποικιλίας. Οι ετικέτες αυτών των κρασιών, φιλοτεχνημένες κάθε φορά από διαφορετικούς καλλιτέχνες υπό την επιμέλεια του Μάριου Καρύστιου, αποτυπώνουν στιγμές της καλλιέργειας και του τρύγου, ενισχύοντας τη σύνδεση μεταξύ παραγωγής και καλλιτεχνικής έκφρασης.
Μέσα από αυτή τη συνεχή διαδικασία το οινοποιείο λειτουργεί ως σημείο αναφοράς για την αναβίωση και επαναπροσέγγιση της κυπριακής οινικής ταυτότητας. Η πορεία που ξεκίνησε ο Ανδρέας Κυριακίδης και συνεχίζουν οι επόμενες γενιές αποδεικνύει ότι η επιστροφή στις ρίζες δεν είναι μια νοσταλγική επιλογή, αλλά μια σύγχρονη, δυναμική στρατηγική για το μέλλον του κυπριακού κρασιού.
«Ξέρω ότι δεν είναι δυνατόν να είμαστε εκεί σε κάθε φιάλη που ανοίγει κάποιος, αλλά θα ήθελα όποιος δοκιμάζει τα κρασιά να νιώθει την ενέργεια αυτού του μέρους», καταλήγει ο Γιάννης. Το βουνό, η θάλασσα, ο αέρας, οι διαφορετικές κλίσεις του εδάφους, όλα συμβάλουν στο να διαμορφωθεί κάθε κρασί που πίνουμε. Και φυσικά, το ανθρώπινο χέρι.
Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.