Αγαπητοί πελάτες: 6 εργαζόμενες στην εστίαση λένε αυτά που θέλουν να ακούσουμε
Αόρατες αλλά υπαρκτές δυνάμεις που φαίνεται να εμποδίζουν τις γυναίκες να προχωρήσουν και να φτάσουν στα υψηλότερα επίπεδα της καριέρας τους στον κλάδο της εστίασης.
- 15 ΜΑΡ 2026
Έχετε αναρωτηθεί ποτέ τι σκέφτονται οι άνθρωποι του σέρβις για εσάς; Αν είστε αγενής, εγωιστής, αν συμπεριφέρεστε σαν θαμώνας-φίλος του αφεντικού που θεωρεί ότι οι κανόνες δεν φτιάχτηκαν για εκείνον, αν κάνετε επίδειξη χρημάτων –που ίσως δεν διαθέτετε κιόλας– ή ξεπερνάτε τα όρια με οποιονδήποτε τρόπο, τότε πιθανότατα σκέφτονται τα χειρότερα.
Η καθημερινότητα στην εστίαση είναι γεμάτη μικρές και μεγάλες εντάσεις, και οι εργαζόμενες στη σάλα –από το σέρβις και τη διαχείριση κρατήσεων μέχρι τη σομελιέ– βρίσκονται συχνά ανάμεσα σε πολλαπλά μέτωπα: τις απαιτήσεις των πελατών, τις ισορροπίες μέσα στην ομάδα, αλλά και τη στάση των εργοδοτών ή των συναδέλφων τους.
Οι ανισότητες που περιγράφονται στη μελέτη Perceived Inequality in the Restaurant Industry for Women της Amanda Wicelinski για το Johnson & Wales University –όπως οι αρνητικές αντιλήψεις, οι έμφυλοι ρόλοι που περιορίζουν την επαγγελματική εξέλιξη και η έλλειψη ευκαιριών– συμβάλλουν στη διαμόρφωση ενός συχνά αφιλόξενου εργασιακού περιβάλλοντος. Πρόκειται για αόρατες αλλά υπαρκτές δυνάμεις που φαίνεται να εμποδίζουν τις γυναίκες να προχωρήσουν και να φτάσουν στα υψηλότερα επίπεδα της καριέρας τους στον κλάδο της εστίασης.
Η Ελπίδα Λυκούδη εργάζεται στον χώρο της εστίασης τα τελευταία δέκα χρόνια και σήμερα βρίσκεται στη θέση της sommelier στο εστιατόριο Gallina στο Κουκάκι. Από τη δική της εμπειρία, τα στερεότυπα στον κλάδο παραμένουν έντονα.
Όπως λέει, οι γυναίκες συχνά αντιμετωπίζονται ως λιγότερο «σκληρές» για απαιτητικές θέσεις, ενώ οι άντρες εξακολουθούν να επιλέγονται σε κομβικούς ρόλους, όπως του head sommelier ή του head chef. Συχνά θεωρούνται αυτονόητα πιο κατάλληλοι για θέσεις ευθύνης ή εξειδίκευσης, με αποτέλεσμα η επαγγελματική αξιολόγηση να μην γίνεται πάντα με τα ίδια κριτήρια.
Αυτή η αντίληψη αντανακλάται συχνά και στη συμπεριφορά των πελατών. Όταν πολλοί φαντάζονται έναν σομελιέ, σκέφτονται έναν άντρα, συνήθως μεγαλύτερης ηλικίας. Έτσι, όταν βλέπουν μια γυναίκα σε αυτόν τον ρόλο, υπάρχει μερικές φορές μια στιγμιαία έκπληξη ή και μια αμφισβήτηση.
Δεν πρόκειται απαραίτητα για εχθρική στάση, αλλά δείχνει πόσο βαθιά ριζωμένα παραμένουν αυτά τα στερεότυπα. «Ως γυναίκα στον χώρο», σημειώνει η ίδια, «χρειάζεται συχνά να δείξεις περισσότερη αντοχή, αυτοπεποίθηση και επαγγελματισμό για να αποδείξεις ότι είσαι το ίδιο ικανή με έναν άντρα».
Στην πράξη, τα όρια των καθηκόντων στη σάλα είναι συχνά ρευστά. Οι ανάγκες μιας βάρδιας μπορεί να σε οδηγήσουν να κάνεις περισσότερα από όσα περιγράφει ο ρόλος σου. Στην εστίαση υπάρχει συχνά η λογική ότι πρέπει να κάνεις ό,τι χρειαστεί για να λειτουργήσει σωστά το μαγαζί.
«Στην πρώτη μου δουλειά στην εστίαση έπαιρνα 3 ευρώ την ώρα και ύστερα από χρόνια ανακάλυψα ότι μου δήλωναν ένα ένσημο την εβδομάδα ενώ δούλευα 5 με 6 ημέρες σίγουρα. Στην ίδια εργασία μέσα στα καθήκοντα ήταν να καθαρίζεις όλο το μαγαζί συν τις τουαλέτες και μία μέρα μου ζήτησαν να βγάλω και να καθαρίσω τα φίλτρα του aircondition. Ε, κάπου εκεί παραιτήθηκα», θυμάται η Μ.Κ.
Για την Ελπίδα Λυκούδη, σημαντική προϋπόθεση για την ομαλή λειτουργία ενός μαγαζιού και για την αποφυγεί εντάσεων, είναι η σύσταση μιας καλής ομάδας. Τα απρόβλεπτα –είτε από πελάτες είτε από την πίεση της στιγμής– είναι κομμάτι της καθημερινότητας, και το βασικό εργαλείο για να τα διαχειριστείς είναι η ψυχραιμία. Για την ίδια, η μεγαλύτερη πρόκληση δεν είναι τόσο τα καθήκοντα, όσο τα νυχτερινά ωράρια και η σωματική κόπωση που αυτά συνεπάγονται.
Η Μ.Κ. υποστηρίζει ότι όλες οι γυναίκες, είτε εργάζονται στην εστίαση είτε όχι, γνωρίζουν καλά πως η εργασία στον καπιταλισμό δεν είναι πάντοτε αμειβόμενη και δεν αρχίζει ούτε τελειώνει στην είσοδο ενός καφέ-μπαρ.
Επισημαίνει ότι, εκτός της σφαίρας του κεφαλαίου, η γυναικεία εργασία συχνά παρουσιάζεται ως προσωπική υπηρεσία: η μητέρα που πλένει τα ρούχα, η γιαγιά που σερβίρει το αγαπημένο φαγητό στο κυριακάτικο τραπέζι, η σύντροφος που προσφέρει ένα ποτό μετά από μια κουραστική ημέρα. Σύμφωνα με την ίδια οπτική, η παροχή υπηρεσιών, η φροντίδα και γενικότερα το service έχουν συνδεθεί από πολλούς με το γυναικείο φύλο.
Είναι αυτή η «θαλπωρή» του σπιτιού ή του νοικοκυριού —δηλαδή την εργασία των αμισθί εργατικών χεριών— που συχνά αναζητούν και οι πελάτες ενός καταστήματος εστίασης, εντοπίζοντάς την, συνειδητά ή υποσυνείδητα, στο πρόσωπο της σερβιτόρας. Τονίζει, ωστόσο, πως σε αυτή την περίπτωση η εργασία δεν είναι αμισθί· αντίθετα, όταν συνοδεύεται από χαμόγελο και καλή εξυπηρέτηση, εντάσσονται στη σχέση και τα φιλοδωρήματα.
«Ο πελάτης έχει a priori εξουσία πάνω στον εργαζόμενο αφού ανάλογα με την απόδοση του ορίζεται και το ποσό του φιλοδωρήματος βάλε και στην εξίσωση να είσαι γυναίκα, μιλάμε για πάρτι εξουσίας. Πως μεταφέρονται τα παραπάνω στην ερώτηση περί φυλετικών διακρίσεων; Οι εργοδότες έχουν συνήθως παραπάνω απαιτήσεις από τις γυναίκες εργαζομένες από άποψη συντονισμού, υπευθυνότητας, ευγενικής εξυπηρέτησης, καθαριότητας κλπ ενώ οι άντρες έχουν το συγχωροχάρτι λόγω ιδιότητας (boys wil be boys etc)».
Οι ιστορίες από τη σάλα είναι συχνά απρόβλεπτες. Μία από τις πιο ακραίες στιγμές που θυμάται η Ελπίδα Λυκούδη ήταν όταν μια πελάτισσα δοκίμασε ένα Chablis και, επειδή δεν της άρεσε το προφίλ του, το έφτυσε επιδεικτικά πίσω στο ποτήρι της μέσα στη σάλα, λέγοντας ότι της φάνηκε πολύ ξινό και αλμυρό. «Στην πραγματικότητα το κρασί δεν είχε κάποιο ελάττωμα· απλώς είχε τον χαρακτηριστικό ορυκτό χαρακτήρα του. Είναι από εκείνες τις στιγμές που σε φέρνουν σε αμηχανία, αλλά ταυτόχρονα σου θυμίζουν πόσο σημαντικός είναι ο επαγγελματισμός σε αυτή τη δουλειά».
Όταν τα όρια είναι θολά
Σύμφωνα με πρόσφατα δεδομένα, περίπου 1 στους 3 εργαζόμενους/ες (31,4%) στην Ελλάδα έχει υποστεί σεξουαλική παρενόχληση στον χώρο εργασίας. Το πρόβλημα είναι εκτεταμένο, με το 75% των θυμάτων να είναι γυναίκες, ενώ μόνο ένα πολύ μικρό ποσοστό (περίπου 1,6% – 6,4%) προχωρά σε επίσημη καταγγελία, λόγω φόβου επιδείνωσης της κατάστασης (πηγή: ertnews.gr).
«Θα έλεγα ότι η λεκτική βία είναι το ορεκτικό και η σεξουαλική παρενόχληση το κυρίως πιάτο για μία γυναίκα εργαζόμενη στην εστίαση. Το ορεκτικό συνήθως σερβίρετε από τους εργοδότες και το κυρίως πιάτο από τους πελάτες, και ενίοτε vice versa», τονίζει η Μ.Κ.
Παρόλο που η Ελπίδα Λυκούδη δεν έχει βιώσει προσωπικά σεξουαλική παρενόχληση στα χρόνια που εργάζεται στον χώρο – κάτι για το οποίο αισθάνεται τυχερή – γνωρίζει ωστόσο ότι πρόκειται για ζήτημα που εξακολουθεί να υπάρχει και που πολλές γυναίκες έχουν αντιμετωπίσει.
Έχει βρεθεί σε επαγγελματικά περιβάλλοντα όπου τέτοιες συμπεριφορές εμφανίζονταν –και κάποιες φορές ακόμη και υποθάλπονταν– γεγονός που δείχνει πόσο καθοριστική είναι η στάση της διοίκησης. Όπως τονίζει, η λεκτική πίεση ή η απαξιωτική συμπεριφορά, είτε από πελάτες είτε από συναδέλφους, συνδέεται συχνά με βαθύτερα στερεότυπα γύρω από το φύλο και τους ρόλους στον χώρο εργασίας.
Γι’ αυτό θεωρεί ότι το σωστό management έχει μεγάλη ευθύνη: να προστατεύει τους εργαζόμενους, να θέτει σαφή όρια και να διασφαλίζει ότι τέτοιες συμπεριφορές δεν θεωρούνται φυσιολογικές ή ανεκτές. Η αλλαγή, άλλωστε, δεν μπορεί να έρθει μόνο από τους εργαζόμενους, αλλά απαιτεί μια κουλτούρα σεβασμού και ισότιμης μεταχείρισης.
Οι φωνές και τα ξεσπάσματα από πελάτες είναι δυστυχώς μέσα στο πρόγραμμα για τις εργαζόμενες, αλλά υπάρχουν δυστυχώς πολύ χειρότερα περιστατικά. Στην περίπτωση της Μ.Κ., ήταν όταν παράλληλα με τις σπουδές της σε μία επαρχιακή πόλη, εργαζόταν σε ένα μπαρ.
«Ένα βράδυ έκλεινα μόνη μου και είχε μείνει μόνο ένας πελάτης μεθυσμένος ο οποίος περίμενε να φύγουν όλοι και άρχισε να με πλησιάζει απειλητικά και να προσπαθεί να μπει πίσω από το μπαρ, λέγοντάς μου διάφορα αισχρά λόγια. Είχα τρομοκρατηθεί και κλείστηκα στο μπάνιο γιατί δεν μπορούσα να πάω κάπου αλλού. Τηλεφώνησα στην εργοδότρια μου η οποία κάλεσε την αστυνομία. Τελικά, ήταν γιος αστυνομικού, γνωστού στην περιοχή, και απλώς τον άφησαν να φύγει».
Η εμπειρία της Ε.Π. επιβεβαιώνει ότι η διαφορετική αντιμετώπιση απέναντι στις γυναίκες είναι συχνή. Από την πλευρά των πελατών, λέει, η αμφισβήτηση αφορά συχνά τις γνώσεις και την κατάρτιση μιας γυναίκας στο αντικείμενό της. Ταυτόχρονα, η ευγένεια μιας εργαζόμενης παρεξηγείται πολλές φορές ως φλερτ, κάτι που οδηγεί πολλές γυναίκες να γίνονται πιο αυστηρές στον τρόπο που επικοινωνούν.
Σε επίπεδο εργοδοτών, η ίδια έχει διαπιστώσει ότι είναι πιο δύσκολο για μια γυναίκα να διεκδικήσει αύξηση ή προαγωγή, ενώ οι άντρες ξεχωρίζουν συχνά πιο εύκολα.
Από την πλευρά της, θα ήθελε οι πελάτες να θυμούνται ότι οι άνθρωποι που εργάζονται σε εστιατόρια και wine bar έχουν πραγματική εξειδίκευση στο αντικείμενό τους. «Δεν χρειάζεται να εμπιστευτείτε τον φίλο σας που “ξέρει από κρασί” ή το ChatGPT που είναι η νέα τάση», λέει χαρακτηριστικά.
Όπως προσθέτει, θα μπορούσε να μιλάει για ώρες για τις συμπεριφορές που συναντά: «Οι παντογνώστες, αυτοί που δεν σε αφήνουν να μιλήσεις, αυτοί που νομίζουν πως αγοράζοντας ένα μπουκάλι κρασί αγοράζουν κι εσένα».
Η ίδια πιστεύει ότι δύσκολα υπάρχει γυναίκα στον χώρο που να μην έχει βιώσει κάποια στιγμή παρόμοιες καταστάσεις. Στη δική της περίπτωση έχουν υπάρξει περιστατικά τόσο από πελάτες όσο και από εργοδότες, σε επιχειρήσεις που δεν την προστάτευσαν. Αυτές οι εμπειρίες, όπως λέει, δεν σε αφήνουν να είσαι ο εαυτός σου: χάνεις τον αυθορμητισμό σου και απομονώνεσαι.
«Πίσω από κάθε πρόταση που κάνει η ομάδα της σάλας υπάρχει γνώση, εμπειρία και προετοιμασία. Λίγη περισσότερη ευγένεια και αμοιβαίος σεβασμός μπορούν να κάνουν την εμπειρία πιο ευχάριστη για όλους. Μια μικρή συζήτηση με τη σομελιέ ή την ομάδα του σέρβις μπορεί να αποκαλύψει λεπτομέρειες για το φαγητό και το κρασί που κάνουν το τραπέζι πραγματικά πιο ενδιαφέρον», επισημαίνει η Ελπίδα Λυκούδη.
Για την Α.Σ., τα στερεότυπα εμφανίζονται ακόμη και στις πιο μικρές στιγμές της καθημερινότητας. Όπως θυμάται, έχει συμβεί να προτείνει η ίδια ένα κρασί και οι πελάτες να ζητούν τελικά να μιλήσουν με τον άντρα συνάδελφό της. Σε μία από τις πρώτες της δουλειές, μάλιστα, όταν ο σύντροφός της βρέθηκε για λίγο στον χώρο για να βοηθήσει με κάποια γεμίσματα, οι εργοδότες έδωσαν σε εκείνον τα κλειδιά της επιχείρησης, παρότι η ίδια εργαζόταν εκεί επί μήνες.
Κατά τη γνώμη της, όταν υπάρχει manager, συχνά προτιμάται ένας άντρας για ευθύνες, αυξήσεις ή ευκαιρίες. Σε γενικές γραμμές, λέει, οι παλιές κακές συμπεριφορές εξακολουθούν να συντηρούνται. Κάθε περιβάλλον είναι διαφορετικό, αλλά στην πλειοψηφία τους αυτές οι νοοτροπίες παραμένουν.
Η ίδια έχει προσπαθήσει να βρει μια ισορροπία ανάμεσα στη φιλικότητα που απαιτεί το σέρβις και στα όρια που χρειάζεται να θέτει. Έχει διαπιστώσει ότι αρκετοί πελάτες –κυρίως άντρες– προσπαθούν να μεταφέρουν τη συζήτηση σε πιο προσωπικά θέματα, ρωτώντας για την ηλικία της ή άλλες λεπτομέρειες που δεν σχετίζονται με τη δουλειά. Όπως λέει, πολλές φορές απαντούσε απλώς για να απομακρυνθεί ή ακόμη και χωρίς να λέει την αλήθεια.
«Όταν δεν βολεύεις, μιλάς πολύ»
Ανάμεσα στους πιο δύσκολους πελάτες, ξεχωρίζει τους θαμώνες που θεωρούν ότι έχουν «μερίδιο» στο μαγαζί επειδή έρχονται συχνά ή επειδή γνωρίζουν τους ιδιοκτήτες. Θυμάται ένα περιστατικό σε wine bar όπου εργαζόταν, όταν ζήτησε από έναν πελάτη να περάσει μέσα για να τηρηθούν οι ώρες κοινής ησυχίας. Εκείνος αντέδρασε ρωτώντας «ποιος το λέει;» και αργότερα έμαθε ότι προσπαθούσε να πείσει άλλους να τη διώξουν από τη δουλειά. Εξίσου δύσκολους θεωρεί τους «νεόπλουτους» πελάτες, τους οποίους –όπως λέει– μπορείς να ξεχωρίσεις εύκολα από τον τρόπο που συμπεριφέρονται.
Η Alessia Bondar, assistant restaurant manager στο Ζιγκοάλα, βλέπει το ζήτημα των ανισοτήτων ως βαθιά δομικό. Όπως λέει, όταν μια γυναίκα μπαίνει σε έναν ανδροκρατούμενο χώρο εργασίας από μικρή ηλικία, συχνά βρίσκεται στη σκιά κάποιου άλλου. «Για να προχωρήσεις πρέπει να σε συμπαθήσει ένας άντρας και να σε πάρει από το χεράκι. Και δεν πιστεύω στις συμπάθειες», λέει.
Η ίδια αναγνωρίζει ότι η εμφάνισή της –είναι ξανθιά, γαλανομάτα, με έντονο χαμόγελο– έχει παίξει ρόλο στον τρόπο που την αντιμετωπίζουν οι πελάτες. Παρότι αυτό μπορεί να έχει βοηθήσει επαγγελματικά, δεν το θεωρεί απαραίτητα θετικό. Αντίθετα, πιστεύει ότι οι γυναίκες δεν αντιμετωπίζονται όλες με τον ίδιο τρόπο, ειδικά όταν δεν ταιριάζουν σε συγκεκριμένα πρότυπα εμφάνισης. Αναφέρει, για παράδειγμα, περίπτωση φίλης της που δέχτηκε σχόλιο για τα φρύδια της από υπεύθυνη σε μεγάλο κατάστημα εστίασης.
Στην καριέρα της έχει συναντήσει και θετικές και αρνητικές συμπεριφορές από εργοδότες και συναδέλφους. Το βασικό για εκείνη ήταν πάντα να ακουστεί η φωνή της. «Όταν δεν βολεύεις, μιλάς πολύ», λέει, επισημαίνοντας ότι το ζήτημα είναι βαθιά έμφυλο και αντανακλάται ακόμη και στις προσωπικές σχέσεις.
Παρότι βλέπει περισσότερες γυναίκες να παίρνουν ηγετικές θέσεις, αναρωτιέται με ποιο κόστος. Όπως λέει, πολλές φορές για να επιβιώσεις στον χώρο πρέπει να προσαρμοστείς υπερβολικά, κάτι που δημιουργεί έντονο ανταγωνισμό.
Η ίδια δεν έχει βιώσει προσωπικά σεξουαλική παρενόχληση, αλλά έχει ακούσει πολλές ιστορίες από άλλες γυναίκες. Θυμάται μάλιστα μια εμπειρία από όταν ήταν φοιτήτρια, όταν μια εργοδότρια της είπε «να ξέρεις ότι εδώ δεν κάνουμε κονσομασιόν», μόνο και μόνο επειδή φορούσε κόκκινο κραγιόν. Έχει επίσης ακούσει για περιπτώσεις όπου εργοδότες ξεπέρασαν τη γραμμή ανάμεσα στο προσωπικό και το επαγγελματικό. Όπως λέει, αυτά τα περιστατικά υπάρχουν ακόμη, ειδικά σε χώρους που δεν βρίσκονται στο επίκεντρο της δημοσιότητας.
Τα πιο προβεβλημένα μαγαζιά ίσως προσέχουν περισσότερο, σημειώνει, επειδή πλέον η κοινωνία είναι πιο ευαισθητοποιημένη και η δημόσια εικόνα παίζει μεγάλο ρόλο. Παρ’ όλα αυτά, πιστεύει ότι το σύνολο της κοινωνίας επηρεάζει τις αλλαγές στον κλάδο.
Όσο για τους πελάτες, θεωρεί τους εγωιστές τους πιο δύσκολους. Για την ίδια, το βασικό είναι να θυμόμαστε ότι «όλα λύνονται». Στην εστίαση, λέει, οι άνθρωποι είναι εκεί για να βοηθήσουν και να βρουν μια λύση.
«Σε ένα μαγαζί που εργαζόμουν παλιότερα, κάποιος από μία παρέα που είχα συμπαθήσει πολύ, είχε γενέθλια. Πετάχτηκα λοιπόν για να αγοράσω κεράκια και να τα βάλω πάνω στο γαλακτομπούρεκο που θα τους έβγαζα. Δεν το είδα ως αγγαρεία αλλά ως κομμάτι της εμπειρίας που ήθελα να τους προσφέρω».
Η Αννέτα Κακκαβά εστιάζει σε μια ακόμη πτυχή που συχνά μένει αόρατη: τις βιολογικές και σωματικές απαιτήσεις της δουλειάς. Όπως λέει, η έμμηνος ρύση δεν αναγνωρίζεται ουσιαστικά σε κανέναν εργασιακό χώρο, πόσο μάλλον στην εστίαση, όπου η δουλειά είναι βαριά και χειρωνακτική. Βιώνοντας κάθε μήνα δυσμηνόρροια, θυμάται πόσο δύσκολο ήταν να εργάζεται μέχρι αργά το βράδυ, να κουβαλά τραπέζια και να αντέχει την πίεση της βάρδιας.
Παρά τις συζητήσεις που γίνονται τα τελευταία χρόνια, δεν νιώθει ότι οι συνθήκες έχουν αλλάξει ουσιαστικά, ούτε με νεότερους ούτε με πιο «αριστερούς» εργοδότες. Αναφέρει μάλιστα παράδειγμα από wine bar όπου εργαζόταν, όπου στο απαιτητικό πόστο του μπαρ τοποθετούνταν μόνο γυναίκες, με την πρόφαση ότι είχαν το κατάλληλο ύψος ή ευκινησία – κάτι που η ίδια θεωρεί αβάσιμο.
Όπως λέει, η μεγάλη κινητικότητα προσωπικού στην εστίαση έχει να κάνει και με την έλλειψη προοπτικής. Όταν η ομάδα κρατά όρθιο ένα μαγαζί σε δύσκολες βάρδιες και η μοναδική αναγνώριση είναι ένα μήνυμα ότι «έχουμε να συζητήσουμε πολλά πράγματα την επόμενη εβδομάδα», τότε –όπως σημειώνει– δεν υπάρχει πραγματικό κίνητρο να παραμείνεις.
Και τι σκέφτονται τελικά οι άνθρωποι του σέρβις για τους πελάτες; «Τα χειρότερα», λέει με σοβαρότητα, για να προσθέσει ότι οι πιο δύσκολοι είναι οι «εικονικοί πλούσιοι», εκείνοι που συχνάζουν στα «κουλτουριάρικα μαγαζιά της Αθήνας» και συμπεριφέρονται με επίδειξη. Η ίδια έχει δεχτεί ακόμη και πρόταση με χρήματα για να «κοιμηθεί με κάποιον πελάτη», ο οποίος είχε αφήσει «φιλοδώρημα 180 ευρώ, μαζί με το τηλέφωνό του».
«Κάθε μέρα υποδύεσαι έναν ρόλο», λέει. «Ακούς συνέχεια “εσείς οι γυναίκες κι εσείς οι γυναίκες”». Παρότι υπάρχει συχνά αλληλεγγύη ανάμεσα στις γυναίκες, υπάρχει και η αντίθετη πλευρά: γυναίκες που αποστασιοποιούνται από τις άλλες γυναίκες, υιοθετώντας στερεοτυπικές αντιλήψεις. Για την ίδια, αυτό είναι ένα ακόμη κομμάτι της πατριαρχίας – και ίσως ένα από τα πιο δύσκολα να αντιμετωπιστούν.
Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.