ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Τάσο Λάγγη, μπορεί η σύγχρονη Αθήνα να παραμείνει ένας τόπος κοινής ζωής;

Ο δημιουργός του ντοκιμαντέρ Η Δημόσια Ιδιωτική Οικία: 9 στροφές για την Αθήνα μιλά για την αθηναϊκή πολυκατοικία, την αστική συνύπαρξη και την ταυτότητα της σύγχρονης πόλης.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: STILLS ΑΠΟ ΤΟ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ

Σε μια εποχή όπου η έννοια της κατοίκησης μετασχηματίζεται ραγδαία, ο Τάσος Λάγγης επιχειρεί, μέσα από το ντοκιμαντέρ Η Δημόσια Ιδιωτική Οικία: 9 στροφές για την Αθήνα, να επαναδιατυπώσει ένα φαινομενικά απλό αλλά βαθιά πολιτικό ερώτημα: τι σημαίνει να ζεις σε μια πόλη όπως η Αθήνα;

Με αφετηρία την αρχιτεκτονική της πολυκατοικίας, αυτό το κατεξοχήν σύμβολο της αστικής ζωής στην Ελλάδα, η ταινία εξερευνά τα όρια και τις διασταυρώσεις ανάμεσα στο ιδιωτικό και το δημόσιο, εκεί όπου η καθημερινότητα αποκτά συλλογική διάσταση.

Στην Αθήνα της αντιπαροχής, της μικτής χρήσης και της διαρκούς γειτνίασης, το σπίτι δεν είναι ποτέ απομονωμένο από την πόλη. Αντίθετα, λειτουργεί ως ένα πορώδες πεδίο, όπου οι ζωές, οι ήχοι, οι επιθυμίες και οι ανάγκες διαπλέκονται. Ο Λάγγης προσεγγίζει αυτή τη συνθήκη όχι μόνο ως αρχιτεκτονικό φαινόμενο αλλά ως κοινωνική και υπαρξιακή εμπειρία, συνδέοντας προσωπικές ιστορίες με ευρύτερες πολιτικές και οικονομικές μεταβολές.

Μέσα από ένα υβριδικό κινηματογραφικό βλέμμα που συνδυάζει θεωρία, παρατήρηση και βιωμένη εμπειρία, το ντοκιμαντέρ αναδεικνύει την πόλη ως έναν ζωντανό οργανισμό σε διαρκή μετάβαση. Και ταυτόχρονα θέτει ένα κρίσιμο ερώτημα: μπορεί η σύγχρονη Αθήνα να παραμείνει ένας τόπος κοινής ζωής;

Πώς προέκυψε η ιδέα για το ντοκιμαντέρ Η Δημόσια Ιδιωτική Οικία: 9 στροφές για την Αθήνα; Τι ήταν αυτό που σε ενέπνευσε να εξερευνήσεις το θέμα των δημόσιων και ιδιωτικών χώρων στην Αθήνα;

Η ιδέα προέκυψε από την ανάγκη να ξανασκεφτούμε τι σημαίνει «κατοικώ» σε μια πόλη σαν την Αθήνα. Αφορμή στάθηκαν δύο εκδόσεις για την αθηναϊκή πολυκατοικία, αλλά γρήγορα το ερώτημα έγινε πιο υπαρξιακό: πώς ζούμε μαζί μέσα σε έναν χώρο που είναι ταυτόχρονα ιδιωτικός και δημόσιος.

Η πολυκατοικία είναι ένα παράδοξο αρχιτεκτονικό αντικείμενο. Είναι ιδιωτική ιδιοκτησία, αλλά παράγει συνεχώς δημόσιες σχέσεις: κοινόχρηστους χώρους, γειτνιάσεις, βλέμματα, ήχους, μικρές καθημερινές διαπραγματεύσεις. Αυτό το όριο ανάμεσα στο μέσα και στο έξω ήταν το σημείο εκκίνησης της ταινίας.

Η Αθήνα φαίνεται να έχει μια ιδιαίτερη σχέση με την αρχιτεκτονική και την κοινωνική της ιστορία. Πώς η πόλη αυτή επηρεάζει τη σύγχρονη αντίληψη των δημόσιων και ιδιωτικών χώρων, και πώς το ντοκιμαντέρ το αποτυπώνει;

Η Αθήνα είναι μια πόλη που δεν σχεδιάστηκε κεντρικά αλλά προέκυψε μέσα από χιλιάδες μικρές αποφάσεις κατοίκησης. Η πολυκατοικία, με την αντιπαροχή, δημιούργησε μια ιδιότυπη μορφή αστικής ζωής: κοινωνικές τάξεις, επαγγέλματα και χρήσεις συνυπάρχουν στο ίδιο κέλυφος.

Έτσι ο δημόσιος και ο ιδιωτικός χώρος δεν είναι ποτέ πλήρως διαχωρισμένοι. Το μπαλκόνι, η είσοδος, το μαγαζί στο ισόγειο, το διαμέρισμα από πάνω -όλα συνδέονται σε ένα συνεχές.

Στην Αθήνα η σχέση δημόσιου και ιδιωτικού χώρου λειτουργεί ως μια «ωσμωτική σφαίρα», όρος προερχόμενος από τη βιολογία που σημαίνει τον ενδιάμεσο χώρο -τα κατώφλια- της αθηναϊκής πολυκατοικίας, όπου το δημόσιο (το μαγαζί, ο δρόμος, η πόλη) και το ιδιωτικό (το διαμέρισμα) δεν χωρίζονται από έναν σκληρό τοίχο αλλά αλληλεπιδρούν. Οι νομικοί και οικονομικοί κανόνες (όπως η αντιπαροχή και οι πρώτοι ΓΟΚ) δημιούργησαν έτσι έναν μοναδικό τύπο αστικής δημοκρατίας.

Η ταινία αποτυπώνει το πώς η αρχιτεκτονική της Αθήνας -ιδίως το διαμέρισμα και η αστική αγορά- καθώς βασίζονται στη μίξη και στη διεπαφή (interface), αποτελούν ηθική και πολιτική υποδομή αυτής της συγκεκριμένης -ορισμένης ιστορικά και πολιτικά- κοινωνίας, και πώς η σημερινή μεταμόρφωση της πόλης σηματοδοτεί την αποτυχία της νεωτερικότητας και την υποχώρηση της δημοκρατικής ζωής.

Η οπτική γωνία του ντοκιμαντέρ εξετάζει τις διαχωρισμένες λειτουργίες των δημόσιων και ιδιωτικών χώρων. Πώς κατάφερες να δημιουργήσεις αυτή την αντίθεση και ποιες είναι οι βασικές εντυπώσεις σου από την κοινωνική δυναμική αυτών των χώρων στην Αθήνα;

Στην ταινία δεν με ενδιέφερε τόσο η αντίθεση όσο η διαπερατότητα. Το ιδιωτικό γίνεται δημόσιο και το δημόσιο ιδιωτικό μέσα από τις καθημερινές πρακτικές των ανθρώπων.

Για παράδειγμα, τέσσερις νέες γυναίκες συγκατοικούν σε ένα ρετιρέ στην Αχαρνών. Το σπίτι τους είναι ένας ιδιωτικός χώρος, αλλά ταυτόχρονα λειτουργεί σαν μικρό κοινωνικό κέντρο: φίλοι, ζώα, αντικείμενα, συζητήσεις. Μέσα από αυτό το μικρό σύμπαν βλέπουμε πώς η πόλη περνά μέσα στο σπίτι.

Το ντοκιμαντέρ συνδυάζει αρχεία, συνεντεύξεις και προσωπικές μαρτυρίες. Ποιες προκλήσεις αντιμετώπισες κατά την έρευνα και την παραγωγή του έργου, και πώς αυτές οι προκλήσεις επηρέασαν τη δημιουργική διαδικασία;

Η κεντρική ιδέα της αφήγησής μου είναι ότι η ζωή είναι μια μεταφυσική της μίξης. Η βασική πρόκληση ήταν να συνυπάρξουν διαφορετικοί λόγοι χωρίς ιεραρχικές προτιμήσεις: ακαδημαϊκοί, προσωπικές μαρτυρίες, παρατήρηση της καθημερινότητας. Δεν ήθελα η θεωρία να επιβληθεί πάνω στη ζωή ούτε το αντίστροφο.

Έτσι η ταινία οργανώθηκε σαν ένα δοκίμιο σε εννέα «στροφές», όπου η αρχιτεκτονική, η ανθρωπολογία, η τέχνη και η καθημερινή εμπειρία μπαίνουν σε διάλογο. Και γι’ αυτό ήθελα να απομακρυνθώ από τη συμβατική δομή αφήγησης. Αντί για κεφάλαια, η ταινία ξεδιπλώνεται σε «στροφές», όπως ένα μουσικό κομμάτι ή ένα ποίημα. Και όπως μια οικία είναι ένας χώρος που το σώμα κατοικεί, έτσι και κάθε «στροφή» της ταινίας αποτελεί έναν νοητικό χώρο, όπου η θεωρία συναντά την εμπειρία, μέσα από τη ζωή των ανθρώπινων και μη προσώπων που φιλοξενεί.

Μιλάς για την ιστορία της πόλης μέσα από το πρίσμα του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού. Ποια είναι τα κύρια σημεία που αναδεικνύεις στην ιστορία της Αθήνας μέσω αυτών των χώρων;

Ένα βασικό σημείο είναι η μεταπολεμική περίοδος και η αντιπαροχή, που δημιούργησε τη σημερινή μορφή της πόλης.

Αλλά με ενδιαφέρει κυρίως κάτι πιο άυλο: πώς μέσα σε αυτή τη διαδικασία δημιουργήθηκε μια ιδιαίτερη μορφή αστικής ζωής, όπου η γειτνίαση, η μικτή χρήση και η καθημερινή συνύπαρξη έγιναν βασικά στοιχεία της πόλης. Βλέπω τα κτίρια και τις χρήσεις ως ηθικές επιλογές, πάντα και σε σχέση με τον διαμοιρασμό των υλικών προϋποθέσεων που χρειάζονται οι άνθρωποι για να είναι ευτυχισμένοι.

Στην ταινία θα συναντήσετε τις Στροφές της Εργασίας και του Έρωτα. Και για μένα αυτό είναι το διακύβευμα σήμερα. Γιατί πιστεύω ότι ο έρωτας είναι εδώ και αιώνες διαιρεμένος σε δύο μορφές που έχουν καθορίσει την ψυχολογική και κοινωνική του ύπαρξη: αυτή της οικογένειας – δηλαδή ο έρωτας για τους ανθρώπους -και αυτή της οικονομίας- δηλαδή ο έρωτάς μας για τα πράγματα, τα αγαθά. Και μόνο επανεξετάζοντας την άρθρωση αυτών των δύο μορφών του έρωτα και αυτών των δύο θεσμών (και αναστέλλοντας τη διαίρεσή τους) θα μπορέσουμε να καταλάβουμε τις μεταμορφώσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη σήμερα, είτε στην Αθήνα είτε οπουδήποτε.

Η ταινία εξετάζει και την έννοια της οικειότητας στον αστικό χώρο. Ποιο ρόλο παίζουν τα σπίτια και οι δημόσιοι χώροι στην καθημερινή ζωή των Αθηναίων και πώς αυτή η ισορροπία διαμορφώνει την ταυτότητα της πόλης;

Η οικειότητα είναι κεντρική έννοια της ταινίας. Το σπίτι δεν είναι απλώς ένα κτίριο αλλά ένας τόπος φροντίδας. Εκεί μαθαίνουμε να ζούμε με άλλους – ανθρώπους αλλά και άλλα είδη.

Παράλληλα, η αγορά και τα μικρά καταστήματα της πόλης υπήρξαν χώροι κοινωνικής διαπραγμάτευσης και δημοκρατίας. Αυτή είναι για μένα η ταυτότητα της πόλης: ένας χώρος κοινής ζωής που έχει σχηματιστεί από την ανάγκη να έχουμε κοντά μας τα αγαθά που εξασφαλίζουν την οικιακή μας ευτυχία. Αυτό δεν είναι μια αποκλειστικά ανθρώπινη ανάγκη. Στην ταινία εμφανίζονται ακόμη και πουλιά που έχουν εγκατασταθεί στην Αθήνα. Και αυτά, αθέατα αλλά σταθερά, αλλάζουν τη μορφή του κέντρου της, θυμίζοντάς μας με έναν τρόπο ότι η πόλη είναι πάντα μια κοινότητα πολλών μορφών ζωής. Δεν προσαρμόζονται απλώς στο περιβάλλον: το αλλάζουν προσπαθώντας να καλύψουν τις ίδιες ανάγκες.

Η Αθήνα έχει περάσει από σημαντικές κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές τις τελευταίες δεκαετίες. Πώς αυτές οι αλλαγές αντικατοπτρίζονται στο αρχιτεκτονικό και κοινωνικό τοπίο που εξετάζεις στο ντοκιμαντέρ;

Η οικονομική κρίση, η τουριστικοποίηση και η εκτίναξη των ενοικίων αλλάζουν ριζικά το τοπίο της κατοίκησης. Τα σπίτια μετατρέπονται όλο και περισσότερο σε επενδυτικά προϊόντα. Υπάρχει παντού μια αρχιτεκτονική της υστερίας του wellness και του optimal που μάλιστα έχει φτάσει μέχρι τα νησιά, όπου βλέπεις εσωτερικά σπιτιών ίδια με της πόλης, αλλά με θέα θάλασσα, στη μέση του πουθενά. Παράλληλα σήμερα, με την ψηφιοποίηση και τον αφανισμό των μικρών μαγαζιών, αυτοί οι χώροι ανταλλαγής και συνάντησης εξαφανίζονται. Γίνονται απλώς χώροι σέρβις των τουριστών που ζητάνε το «λόκαλ βάϊμπ». Και όσο η Αθήνα οδηγείται σε ερήμωση του δημόσιου χώρου τόσο οδηγείται και η δημοκρατία σε αποδυνάμωση.

Αυτό απειλεί τις μορφές κοινωνικότητας που χαρακτήριζαν την πόλη και επηρεάζει όλες τις γειτονιές. Η ταινία προσπαθεί να καταγράψει αυτή τη μετάβαση ενώ συμβαίνει.

Πώς χρησιμοποιείς τη μορφή του ντοκιμαντέρ για να συνδέσεις την προσωπική και την κοινωνική διάσταση των δημόσιων και ιδιωτικών χώρων; Υπάρχουν ιστορίες ή χαρακτήρες που θεωρείς κεντρικούς στην αφήγηση αυτής της ιστορίας;

Η κάμερα αρχικά κινείται σαν προέκταση του σώματός μου, δείχνοντας όχι απλώς εικόνες αλλά τις ίδιες τις σχέσεις που είχα με τα πρόσωπα, τα κτίρια και τους χώρους. Στην πορεία όμως αλλάζει χέρια.

Στην παράδοση του εθνογραφικού κινηματογράφου που προσπαθούσε να αποποιηθεί την αποικιοκρατική και ρατσιστική καταγωγή της επιστήμης της ανθρωπολογίας, πολλοί εθνογράφοι ανθρωπολόγοι έδιναν τις κάμερες στους ιθαγενείς, με σκοπό να καταγράψουν την πραγματικότητά τους όσο το δυνατόν πιο «αυθεντικά». Είχα την ιδέα λοιπόν τα παιδιά να καταγράψουν τη ζωή τους με τα κινητά τους, σαν άλλοι «ιθαγενείς».

Η κάμερα παύει να είναι εργαλείο παρατήρησης και γίνεται πεδίο συμβίωσης. Έτσι η προσωπική εμπειρία γίνεται ένας τρόπος να μιλήσουμε για την πόλη συνολικά.

Ποιο μήνυμα θέλεις να αποκομίσει ο θεατής μετά την παρακολούθηση του ντοκιμαντέρ;

Ίσως μια απλή -αλλά δύσκολο να απαντηθεί- ερώτηση: πώς μπορούμε να ξανακάνουμε τις πόλεις κατοικήσιμες.

Η Αθήνα, παρά τα προβλήματά της, έχει ακόμη μέσα της μια γνώση και μια κουλτούρα συνύπαρξης. Η πολυκατοικία -αυτή η ατελής αλλά ευέλικτη κατασκευή- μας θυμίζει ότι η πόλη μπορεί να είναι ένας τόπος κοινής ζωής.

Αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που ασχολείσαι με την Αθήνα και τις (πολυ)κατοικίες της. Τι σε τραβά τόσο πολύ σε αυτές;

Η μίξη ως βιωμένη εμπειρία. Η πολυκατοικία είναι ίσως το πιο παρεξηγημένο κτίριο της ελληνικής πόλης. Συχνά τη βλέπουμε μόνο ως αισθητικό πρόβλημα.

Στην πραγματικότητα είναι ένα κοινωνικό μηχάνημα: μέσα της συνυπάρχουν ζωές, επαγγέλματα, οικογένειες, μετακινήσεις, επιθυμίες. Είναι ένα κέλυφος που μας επιτρέπει να μεταμορφωθούμε.

Τελικά, το gentrification θα καταστρέψει την Αθήνα;

Το gentrification δεν είναι από μόνο του το πρόβλημα. Οι πόλεις πάντα αλλάζουν. Το ζήτημα είναι ποιος μπορεί να μείνει σε αυτές.

Αν η κατοικία μετατραπεί αποκλειστικά σε επενδυτικό προϊόν, τότε η πόλη χάνει τον βασικό της λόγο ύπαρξης: να είναι τόπος ζωής και συνάντηση μορφών-της-ζωής με αναπάντεχο τρόπο.

Η Αθήνα όμως έχει ακόμη μια ανθεκτικότητα, γιατί η πολυκατοικία της είναι εξαιρετικά προσαρμοστική. Το ερώτημα είναι αν θα αφήσουμε αυτή τη δυναμική να συνεχίσει να λειτουργεί. Αλλά πρώτα πρέπει να την αντιληφθούμε.

***

Συντελεστές
Μια ταινία του Τάσου Λάγγη
Παραγωγή: Οnassis Culture
Executive producers: Αφροδίτη Παναγιωτάκου, Δημήτρης Θεοδωρόπουλος, Πάσκουα Βοργιά
Eκτέλεση παραγωγής: Γιάννης Καραχάλιος
Επιστημονικός Σύμβουλος: Πάνος Δραγώνας
Ήχος: Στέφανος Ευθυμίου, Βασίλης Γεροδήμος, Γιάννης Ζερβάκος
Σχεδιασμός Ήχου: Περσεφόνη Μήλιου
Κινούμενα Γραφικά: Podenco
Σκίτσα: Nicolas Hubesch
Colorist: Γρηγόρης Αρβανίτης

Συμμετέχουν με την σειρά που εμφανίζονται: Λευτέρης Σταύρακας, Άννα Λιβιεράτου, Πήτερ, Λένα Αχτζαλωτίδου, Ξε, Μεστίσα, Μιχάλης Λάνγκενφας, Richard Woditsch, Θωμάς Μαλούτας, Myiopsitta Monachus, Michael Herzfeld, Old World Sparrow, Nicolas Hubesch, Columbidae, Elvira Münster, Μπούμπης, Σούνα, Psittacula Krameri, Χριστίνα Θωμαΐδου, Hirundo Rustica

Βασισμένο στα βιβλία “The Public Private House: Modern Athens and Its Polykatoikia” του Richard Woditsch και «37 ιστορίες αθηναϊκών πολυκατοικιών» σε επιμέλεια των Θωμά Μαλούτα, Νικολίνας Μυωφά, Δημήτρη Μπαλαμπανίδη, Ιφιγένειας Δημητράκου, σε έκδοση του Ιδρύματος Ωνάση, και στην έρευνα του Δημήτρη Καρύδη «Εναλλακτική προσέγγιση στο σχέδιο της Αθήνας του 1833» δημοσιευμένη στον Κοινωνικό Άτλαντα της Αθήνας.

Το ντοκιμαντέρ Η Δημόσια Ιδιωτική Οικία: 9 στροφές για την Αθήνα παρουσιάστηκε στις 9 Μαρτίου 2026 στο 28ο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης.

Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.