OPINIONS

Οι ‘Αντώνηδες’ του Big Brother δεν είναι στο περιθώριο, γίνονται πλανητάρχες

Για την ύπαρξη Αντώνηδων δεν υπάρχει καμία έκπληξη, ειδικά όταν ο Donald Trump εξελέγη σε ανώτατο αξίωμα μετά το «χαζολόγημα αποδυτηρίων». Τι θα γίνει όμως με αυτούς που γελάνε ή σιωπούν μπροστά σε τέτοιες δηλώσεις;

Ο Αντώνης Αλεξανδρίδης απομακρύνθηκε από το σπίτι του ‘Big Brother’ και αφαιρέθηκε εντελώς από το μονταρισμένο επεισόδιο της Δευτέρας. Μοναδικό ίχνος της ύπαρξής του στο παιχνίδι ήταν μία καρτέλα που ενημέρωνε τους θεατές ότι ο παίκτης αποβλήθηκε λόγω παραβίασης των κανονισμών. Ως θεατής που ασχολήθηκε με το επεισόδιο για να δει τα μεθεόρτια του περιστατικού, ένιωσα ενοχλημένη.

Από τη μία πλευρά ξέρω πως δεν θα έχω ποτέ την ανάγκη να αντικρίσω ξανά τη μορφή του συγκεκριμένου ανθρώπου. Το να εκμεταλλευτεί, επίσης, το κανάλι το γεγονός για να ενισχύσει την τηλεθέασή του, τον έναν και μοναδικό γνώμονα που είχε προφανέστατα το SKAI όταν επέλεγε το καστ της εκπομπής με μανδύα τη “διαφορετικότητα”, θα καταδείκνυε μια αμετανόητη συμπεριφορά που το κανάλι δεν έχει κανένα περιθώριο να υποστηρίξει. Σκεπτόμενη λοιπόν τι αναζητούσα στην πραγματικότητα σε αυτή τη φάση από το ‘Big Brother’ και γνωρίζοντας πως δεν μπορεί να υπάρξει αληθινή επανόρθωση όταν ο SKAI διάλεξε να συμπεριλάβει στην εκπομπή του έναν δηλωμένα ομοφοβικό άνθρωπο σαν να μην τρέχει τίποτα – διακινδυνεύοντας άρα μια ενδεχόμενη έκθεση των gay παικτών του σε ρητορική μίσους – συνειδητοποίησα ότι μου έλειπε η αντίδραση των συμπαικτών του.

Η συγγνώμη από μία παραγωγή που ήξερε πολύ καλά την ωρολογιακή βόμβα που τοποθετούσε στο ‘Big Brother’, που δεν αντέδρασε όταν ο ίδιος παίκτης έλεγε πως κυκλοφορεί με μαχαίρι, πως φοβάται μήπως βγάλει λαρύγγια, που έλεγε ότι οι χοντρές γυναίκες δεν είναι γυναίκες και ότι δεν μπορεί να κάνει παρέα με ομοφυλόφιλους, που πίστευε ότι η συμπαίκτριά του, Χριστίνα, «χρειάζεται κ***ί για να στρώσει», και που έδινε οδηγίες στους διδύμους για το πώς να την προσεγγίσουν ταυτόχρονα στο τζακούζι που δεν φτάνουν οι κάμερες, δεν θα μου πει απολύτως τίποτα. Ήθελα όμως να είχα δει ποιοι από τους συμπαίκτες του θα καταδίκαζαν αυθόρμητα τα λόγια του μετά την ενημέρωση για την αποβολή του, και ποιοι θα πίστευαν ότι ήταν μεν μία λογική κίνηση από την παραγωγή, αλλά ότι ο Αλεξανδρίδης δεν εννοούσε αυτό που είπε, ότι έκανε ατυχές χιούμορ, ότι είναι ένα Καλό Παιδί που έπεσε σε σφάλμα (παρότι με ένα γρήγορο υπολογισμό από τις δηλώσεις που έχει κάνει παρουσία συμπαικτών του, έχει υποβιβάσει τον πληθυσμό του μισού πλανήτη). Είμαι άδικη που περίμενα και τέτοια σχόλια ανάμεσα στα καταδικαστικά, ειδικά όταν τα διαβάζουμε στα social media τις δύο τελευταίες ημέρες, ειδικά όταν συμπαίκτες του χασκογέλασαν με το εξαναγκαστικό άδειασμα του πακέτου του;

Για τους αρνητές της κουλτούρας βιασμού, το σκάνδαλο του ‘Big Brother’ είναι ένα άψογο παράδειγμα εκδήλωσής της. Ένας άνθρωπος αστειεύτηκε – κατά τα φαινόμενα – για μία παραβατική, ποινικά κολάσιμη πράξη που καταπατά τα γυναικεία δικαιώματα και που συμβαίνει ακόμα σε τρομακτικά ποσοστά, και η ανταπόκριση από τους φίλους του ήταν το γέλιο. Από μια μερίδα του ίντερνετ ήταν και η απόπειρα δικαιολόγησης με διάφορα επιχειρήματα, ανάμεσά τους ότι είπε αυθόρμητα αυτό που θα ακουγόταν σε πολλές αντρικές παρέες χωρίς την ύπαρξη κάμερας. Ήθελα να δω λοιπόν, αν κάποιοι από τους υπόλοιπους παίκτες θα υποβάθμιζαν τη σοβαρότητα του συμβάντος, και τι λύσεις θα μπορούσε ποτέ να δώσει μία ανεύθυνη παραγωγή απέναντι σε ένα συστημικό πρόβλημα που η ίδια τροφοδότησε. Σαδιστική η διάθεσή μου, αλλά η αποβολή του Αλεξανδρίδη και του κάθε Αλεξανδρίδη μπορεί να είναι μονάχα βραχυπρόθεσμη ανακούφιση. Με τα άτομα που θα γελάσουν και θα δικαιολογήσουν, τι θα κάνεις τώρα που τσίγκλισες το θηρίο, Big Brother; Για να σε δούμε.

Τα αποδυτήρια του ‘Big Brother’

donald trump AP Images

Και κάπως έτσι φτάνουμε αμέσως στο πιο αντιπροσωπευτικό παράδειγμα κουλτούρας βιασμού στη δημόσια σφαίρα την τελευταία πενταετία.

Ένα μήνα πριν τις αμερικανικές εκλογές του 2016, είχε έρθει στην επιφάνεια ένα ηχητικό ντοκουμέντο από το 2005 όπου ο Donald Trump έλεγε ανέμελα τα εξής ανατριχιαστικά: «Ξέρεις, έλκομαι αυτόματα από τις όμορφες – απλά αρχίζω να τις φιλάω. Είναι σαν μαγνήτης. Απλά φιλάω. Δεν περιμένω καν. Και όταν είσαι σταρ, σε αφήνουν να το κάνεις. Μπορείς να κάνεις τα πάντα. Να τις αρπάξεις από το μ***ί. Μπορείς να κάνεις τα πάντα». Μιλούσε τότε πίσω από τις κάμερες στον τηλεπαρουσιαστή Billy Bush που, όχι μόνο δεν είχε σταματήσει τον Trump, αλλά ακουγόταν κιόλας να συμπληρώνει τις φράσεις του. «Κάνεις ό,τι θες», είχε προσθέσει εκείνος.

Οι αντιδράσεις ήταν καταιγιστικές και ο τότε υποψήφιος Trump είχε αποδώσει τα λόγια του στη λογική των αποδυτηρίων. Όχι στην ανωριμότητα. Όχι σε μια εποχή που δεν θα έπρεπε πλέον να εκφράζει ούτε την κουλτούρα μας ούτε και τον ίδιο. Όχι σε κάποια ατυχή στιγμή που μετανιώνει οικτρά. «Ήταν χαζολόγημα αποδυτηρίων», είχε δηλώσει στη Washington Post. «Μία ιδιωτική συζήτηση που έγινε πριν πολλά χρόνια. Ο Bill Clinton μού έχει πει πολύ χειρότερα στο γήπεδο του γκολφ – δεν πλησιάζουν καν. Ζητώ συγνώμη εάν κάποιος προσβλήθηκε».

Προσπερνώντας στο παρόν άρθρο όλα όσα είναι λάθος με τις δημοφιλείς στους σελέμπριτι, εάν-κάποιος-προσβλήθηκε απολογίες (για να πρέπει να ζητήσεις συγνώμη κάποιοι έχουν ήδη προσβληθεί, οπότε απλώς ανάλαβε τις ευθύνες σου και τελείωνε), θα σταθώ ξανά όπως είχαμε σταθεί χιλιάδες άνθρωποι τότε στο γεγονός ότι το χαζολόγημα αποδυτηρίων, οι ‘αντρικές κουβέντες’, η δικαιολογία μιας ιδιωτικής συζήτησης, ήταν αρκετά για να περάσει η μπόρα για τον Trump και να εκλεγεί τελικά Πρόεδρος της Αμερικής. Πλανητάρχης. Ηγέτης της μεγαλύτερης υπερδύναμης στον κόσμο.

Για τα εκατομμύρια των υποστηρικτών του που είχαν ήδη ακούσει τις ρατσιστικές επιθέσεις του ενάντια στους μετανάστες από το Μεξικό και στα άτομα με ειδικές ανάγκες, η εξήγησή του υπήρξε επαρκής γιατί η αντικειμενοποίηση της γυναίκας και η κανονικοποίηση της καταπάτησης των δικαιωμάτων μας είναι καθημερινότητα. Το πρόβλημα ουσιαστικά δεν ήταν πως ο Trump είχε πει ό,τι είχε πει και ότι είχε νιώσει πως μπορούσε καν να το πει. Το πρόβλημα ήταν κυρίως ότι τα λόγια του δημοσιοποιήθηκαν. Κατά τα άλλα, εντάξει. Boys will be boys.

“Boys will be boys”

«Δεν θέλουμε να φανούμε υπερόπτες, απρεπείς ή αγενείς», είχε αναφέρει ο καθηγητής φιλοσοφίας, Christopher Freiman, στο Psychology Today όταν είχε ρωτηθεί σχετικά με τους άντρες που θεωρούν προβληματική μια τέτοια αντιμετώπιση των γυναικών, αλλά φαίνονται να σιγοντάρουν ή να σιωπούν μπροστά σε τέτοια σχόλια. «Οπότε καταπίνουμε τις αντιρρήσεις μας αντί να μιλήσουμε. Η επιθυμία μας να είμαστε αποδεκτοί πνίγει την αφοσίωσή μας στην ηθική αξιοπρέπεια. Πάμε πάσο για να τα πηγαίνουμε καλά με τον άλλον, αψηφώντας όσα πραγματικά πιστεύουμε ότι έχουν αξία γιατί δεν θέλουμε μπελάδες».

Αν είσαι όντως ανάμεσα σε αυτούς που δεν πιστεύουν ότι έχει πλάκα ο βιασμός, η παρενόχληση και η αντικειμενοποίηση της γυναίκας, και ότι δεν υπάρχουν συγκεκριμένα κριτήρια και συνθήκες υπό τις οποίες μπορεί να κανονικοποιείται μία ανάρμοστη συμπεριφορά, έχει έρθει η σειρά σου να μιλήσεις (αν δεν το κάνεις ήδη). Όχι μόνο εναντίον του Αλεξανδρίδη που μας το έκανε εύκολο χρησιμοποιώντας τη λέξη ‘βιασμός’, αλλά ακόμα και απέναντι σε αγαπημένα σου πρόσωπα, εάν τυχόν σε φέρνουν σε δύσκολη θέση με σεξιστικά ή μισογύνικα σχόλια. Σε προσωπικές σου σχέσεις που μπορεί να ψυχραθούν, που μπορεί να σε πουν ξενέρωτο επειδή δεν γελάς πια με σεξιστικά αστεία και επειδή δεν αντιμετωπίζεις τον μισογυνισμό ως κώδικα δεσίματος μιας αντροπαρέας.

Θα είσαι λιγότερο κουλ στα μάτια των λιγότερο κουλ ανθρώπων, αλλά θα είσαι επιτέλους και μέρος της λύσης.