Η φροντίδα της ψυχικής υγείας δεν πρέπει να είναι ατομική υπόθεση
Η ουσιαστική ενίσχυση της ψυχικής υγείας μέσα από δημόσιες πολιτικές που θα την πλαισιώνουν και θα την καθιστούν προσβάσιμη στο σύνολο του πληθυσμού, είναι πιο απαραίτητη από ποτέ.
- 16 ΦΕΒ 2026
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) ορίζει την υγεία ως «κατάσταση πλήρους σωματικής, ψυχικής και κοινωνικής ευεξίας και όχι απλώς απουσία νόσου ή αναπηρίας». Αντίστοιχα, η ψυχική υγεία ορίζεται ως «κατάσταση ψυχικής ευεξίας που επιτρέπει στους ανθρώπους να αντιμετωπίζουν τα στρες της ζωής, να αξιοποιούν τις ικανότητές τους, να μαθαίνουν και να εργάζονται καλά και να συνεισφέρουν στην κοινότητά τους».
Κάθε φορά που ένα περιστατικό βίας ενηλίκων, βίας μεταξύ ανηλίκων, παιδικής κακοποίησης, παραμέλησης, δολοφονίας, γυναικοκτονίας ή εγκαταλειμμένων δομών έρχεται στην επικαιρότητα, σοκαριζόμαστε. Σαν ένα χαστούκι που μας ήρθε από το πουθενά. Όμως, μόλις το αρχικό σοκ υποχωρήσει, επανερχόμαστε στις βεβαιότητές μας πως αυτά αφορούν άλλους, μέχρι το επόμενο περιστατικό να μας ταρακουνήσει ξανά.
Η φροντίδα της ψυχικής υγείας δεν μπορεί να επαφίεται αποκλειστικά στην ατομική ευθύνη. Απαιτείται η ουσιαστική ενίσχυσή της μέσα από δημόσιες πολιτικές που θα την πλαισιώνουν και θα την καθιστούν προσβάσιμη στο σύνολο του πληθυσμού. Μόνο έτσι μπορεί να πάψει να αποτελεί προνόμιο ανώτερων οικονομικών στρωμάτων και να μετατραπεί σε εφόδιο και δικαίωμα για εκείνους που, λόγω οικονομικών περιορισμών, αποκλείονται από την πρόσβαση σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας.
Σύμφωνα με το State of Health in the EU – Greece: Country Health Profile 2023, οι συχνότερες ψυχικές διαταραχές στην Ελλάδα είναι οι καταθλιπτικές διαταραχές (που εκτιμάται ότι αφορούν το 7% του πληθυσμού), οι αγχώδεις διαταραχές (6%) και οι διαταραχές που σχετίζονται με τη χρήση αλκοόλ και ουσιών (2%). Το οικονομικό κόστος της κακής ψυχικής υγείας είναι ιδιαίτερα υψηλό, με άμεσες και έμμεσες δαπάνες που εκτιμώνται σε ποσοστό άνω του 3% του ΑΕΠ.
Τα σχολεία αποτελούν βασικά διαμορφωτικά κύτταρα ψυχικής υγείας, κοινωνικής αλληλεπίδρασης, ειρηνικής συνύπαρξης και αποδοχής της διαφορετικότητας. Παρ’ όλα αυτά, δεν είναι στελεχωμένα με μόνιμο προσωπικό επαγγελματιών ψυχικής υγείας σε σταθερή και θεσμικά κατοχυρωμένη βάση. Ως αποτέλεσμα, οι παρεμβάσεις που υλοποιούνται είναι συχνά επιφανειακές, αποσπασματικές και βεβιασμένες, χωρίς να στηρίζονται στη δημιουργία σταθερής και ουσιαστικής σχέσης μεταξύ επαγγελματία ψυχικής υγείας και παιδιού ή εφήβου.
Η πρόσβαση στην ψυχοθεραπεία στην Ελλάδα παραμένει έως σήμερα αποσπασματικά ρυθμισμένη και θεσμικά ασαφής. Απουσιάζει ένα ενιαίο και σαφές κανονιστικό πλαίσιο. Η περιορισμένη δυνατότητα παροχής ψυχοθεραπευτικών υπηρεσιών στο δημόσιο σύστημα υγείας οδηγεί σημαντικό μέρος του πληθυσμού στην αναζήτηση υπηρεσιών αποκλειστικά στον ιδιωτικό τομέα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η φροντίδα ψυχικής υγείας μετατρέπεται σε αγαθό που εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την οικονομική δυνατότητα του ατόμου, ενισχύοντας τις κοινωνικές ανισότητες.
Παράλληλα, παρατηρούνται στρεβλώσεις και σε επίπεδο επαγγελματικής και φορολογικής μεταχείρισης. Επαγγελματίες όπως οι κοινωνικοί λειτουργοί, οι οποίοι διαθέτουν την επιστημονική κατάρτιση και τη δυνατότητα παροχής ψυχοθεραπευτικών υπηρεσιών, κατόπιν σχετικής ειδίκευσης, αντιμετωπίζουν άνιση φορολογική μεταχείριση και αποκλεισμό απο τις αποζημιώσεις του ΕΚΠΥ , σε σύγκριση με άλλες επαγγελματικές ειδικότητες του πεδίου της ψυχικής υγείας.
Η άνιση αυτή αντιμετώπιση δημιουργεί μείωση των επιλογών των ληπτών των υπηρεσιών ψυχικής υγείας. Επιπλέον, η απουσία ενός σαφούς ρυθμιστικού πλαισίου αφήνει περιθώρια για την εμφάνιση ατόμων χωρίς τα απαραίτητα τυπικά και επιστημονικά προσόντα ως «ψυχοθεραπευτών». Άτομα χωρίς βασικές σχετικές ακαδημαϊκές σπουδές που αντίστοιχα δεν είναι κάτοχοι άδειας άσκησης επαγγέλματος, δεν μπορούν να ελεγχθούν πειθαρχικά.
Η έλλειψη ξεκάθαρων κριτηρίων πιστοποίησης και ελέγχου δεν θέτει μόνο ζητήματα επαγγελματικής δεοντολογίας, αλλά και ουσιαστικής προστασίας των πολιτών. Άτομα που αναζητούν υποστήριξη σε περιόδους ψυχικής ευαλωτότητας ενδέχεται να εκτεθούν σε πρακτικές μη τεκμηριωμένες επιστημονικά ή ακόμη και επιβλαβείς. Η θεσμική θωράκιση του πεδίου της ψυχοθεραπείας συνιστά ζήτημα δημόσιας υγείας, κοινωνικής δικαιοσύνης και προστασίας των δικαιωμάτων των ληπτών υπηρεσιών ψυχικής υγείας.
Η διαμόρφωση ενός ενιαίου πλαισίου που θα καθορίζει σαφώς τα επαγγελματικά προσόντα των ψυχοθεραπευτών, θα διασφαλίζει ισότιμη φορολογική μεταχείριση και θα ενισχύει την πρόσβαση σε δημόσιες δομές ψυχικής υγείας ή σε ιδιώτες με ευνοϊκότερες οικονομικές συνθήκες, αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για μια κοινωνία που επιδιώκει να αντιμετωπίζει την ψυχική υγεία ως καθολικό και όχι προνομιακό δικαίωμα.
Τα ιδρύματα αποτέλεσαν για πολλά χρόνια, υπό διαφορετικά ιστορικά και κοινωνικά πλαίσια, φορείς φροντίδας για ανθρώπους αφρόντιστους σε πολλαπλά επίπεδα. Ωστόσο, με την πάροδο του χρόνου και εξαιτίας παραγόντων όπως η υποστελέχωση, η ανεπαρκής εκπαίδευση προσωπικού και η απουσία ουσιαστικού εποπτικού ελέγχου, μετατράπηκαν συχνά σε δευτερογενείς κακοποιητικές εστίες.
Με οδυνηρές συνέπειες για τους ίδιους τους φιλοξενούμενους, ανέδειξαν την αναποτελεσματικότητά τους ως προϊόν της εξέλιξης της επιστήμης και των αναγκών που πλέον αναγνωρίζονται. Χωρίς μια σαφή και ρυθμισμένη πολιτική ανάπτυξης επαρκών κοινοτικών δομών, τα ιδρύματα παραμένουν ένας αναχρονιστικός θεσμός παρωχημένης και συχνά κακοποιητικής φροντίδας για ανθρώπους που χρειάζονται στήριξη και ποιοτικές υπηρεσίες ψυχικής υγείας.
Η υιοθεσία και η αναδοχή, όταν λειτουργούν μέσα από εποπτευόμενες και ρυθμισμένες διαδικασίες, μπορούν να προσφέρουν στα παιδιά υγιή οικογενειακά περιβάλλοντα. Περιβάλλοντα στα οποία τα τραύματα μπορούν να επουλωθούν και να φροντιστούν, χωρίς να καθίστανται ταυτόσημα με την προσωπική τους ταυτότητα. Η ύπαρξη σαφούς στοχοθεσίας και επαρκών προληπτικών πολιτικών στον τομέα της παιδικής προστασίας αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη συγκρότηση υγιέστερων κοινωνιών.
Παιδιά, ευάλωτοι πληθυσμοί και γυναίκες που έχουν υποστεί περιστατικά βίας και κακοποίησης αναγκάζονται συχνά να μεταφέρουν τη μαρτυρία τους από υπηρεσία σε υπηρεσία, επανατραυματιζόμενοι. Αυτό αποτελεί άμεση συνέπεια της ελλιπούς διασύνδεσης μεταξύ των συναρμόδιων υπηρεσιών. Η ύπαρξη ειδικών χώρων υποδοχής, στους οποίους τα θύματα θα λαμβάνουν στήριξη και συνηγορία των δικαιωμάτων τους, είναι καθοριστικής σημασίας για την ψυχική τους προστασία και ενδυνάμωση.
Άτομα που αντιμετωπίζουν εξαρτήσεις συχνά φιλοξενούνται σε δομές χωρίς επαρκή ψυχιατρική υποστήριξη, γεγονός που καθιστά αδύνατη την ολοκληρωμένη αντιμετώπιση της συννοσηρότητας. Παράλληλα, η σταδιακή επικράτηση στενά ιατροκεντρικών προσεγγίσεων υποβαθμίζει την απεξάρτηση και την ψυχοκοινωνική αποκατάσταση σε δευτερεύοντα ρόλο.
Οι ακούσιες νοσηλείες αποτελούν διαχρονικά έναν βασικό μηχανισμό διαχείρισης οξέων επεισοδίων ψυχικής υγείας. Ωστόσο, χωρίς σταθερή και συνεχή φροντίδα μετά το εξιτήριο, καθώς και χωρίς τη δημιουργία θεραπευτικών συμμαχιών ανάμεσα στο άτομο, το περιβάλλον του και τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας, διαμορφώνεται πρόσφορο έδαφος για υποτροπές και επανεγκλεισμό.
Τέλος, η κοινοτική ψυχοεκπαίδευση παραμένει κρίσιμο αλλά υποτιμημένο πεδίο. Η κοινωνία εξακολουθεί να φέρει στερεότυπα, προκαταλήψεις και παγιωμένα μοτίβα που περιορίζουν τόσο εκείνους που τα υιοθετούν όσο και εκείνους που τα υφίστανται. Στοχευμένες δράσεις εκπαίδευσης γύρω από την έμφυλη βία, τον ρατσισμό, τη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση, τον σχολικό και διαδικτυακό εκφοβισμό, τα όρια, τα δικαιώματα και την εργασιακή κακοποίηση μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στη συγκρότηση μιας κοινωνίας που περιλαμβάνει τη διαφορετικότητα με οριζόντια δικαιώματα και υποχρεώσεις.
Ο Αλέξανδρος Αλαμάνος είναι κοινωνικός λειτουργός.
Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις