iStock
ΡΕΠΟΡΤΑΖ

Πόσο εύκολο είναι να πληρώνεις για ψυχοθεραπεία στην Ελλάδα σήμερα;

Τι κάνεις όταν πρέπει να επιλέξεις ανάμεσα στην έξοδο με φίλους ή την πληρωμή της συνεδρίας σου; Τέσσερις νέοι απαντούν.

«Είναι εντάξει να μην είσαι εντάξει». Αυτό ήταν το μήνυμα της Κομισιόν το 2023 -λίγους μήνες πριν δηλαδή-, μετά από μία όχι και τόσο ενθαρρυντική έκθεση για την ψυχική υγεία των νέων. Αυτό που δεν είναι καθόλου «εντάξει», όμως, είναι να μην έχεις χρήματα να πληρώσεις τον/την ψυχοθεραπευτή σου για να σε κάνει -μαζί φυσικά με τη δική σου πολύτιμη συνεισφορά-, λίγο πιο «εντάξει».

Μία ακόμη έκθεση του 2023, από την ΕΥ Ελλάδος, την Hellas EAP και το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών αυτή τη φορά, εστίασε στην ψυχική υγεία των εργαζόμενων στη χώρα μας. Οι τρεις πηγές άγχους είναι οι εξής: H εργασία τους, η διαχείριση των οικονομικών τους και η ανησυχία για το μέλλον.

Και οι τρεις αυτές πηγές άγχους αποτελούν στην ουσία την αλυσίδα της σύγχρονης καθημερινότητάς μας. Εργαζόμαστε ώστε να κερδίζουμε χρήματα κι αν αυτά τα χρήματα δεν είναι αρκετά, τότε δημιουργείται αυτόματα μία ανησυχία για το αύριο, ένα αύριο ίδιο με το προηγούμενο, διογκώνοντας το πρόβλημα εφόσον δεν υπάρχει βελτίωση.

Αλήθεια, όμως, χρειαζόμαστε τις έρευνες για να καταλάβουμε ότι πολλοί άνθρωποι γύρω μας προβληματίζονται και ανησυχούν για το πώς θα τα βγάλουν πέρα από τη στιγμή που σε πολλές καθημερινές συζητήσεις, ακούμε στις ίδιες προτάσεις τις λέξεις «ακρίβεια» και «ψυχοθεραπευτής»;

Με λίγα λόγια, χρειαζόμαστε τις έρευνες για να εμπεδώσουμε ότι πολλοί άνθρωποι γύρω μας, λόγω της ακρίβειας -σε συνδυασμό με τους μισθούς τους- δεν έχουν τη δυνατότητα να πληρώσουν τον ψυχοθεραπευτή τους, μένοντας πίσω στο κομμάτι της ψυχικής υγείας; Μάλλον όχι, δεν τις χρειαζόμαστε.

Ένα ποτό στο κέντρο ή ένα μήνυμα σε φίλους ή γνωστούς, είναι αρκετό για να πάρεις τις απαντήσεις που ζητάς. Άλλωστε, δεν είναι μυστικό: Η ψυχοθεραπεία είναι ακριβό σπορ, τουλάχιστον έτσι τη βλέπει η Φωτεινή (31). Και δεν είναι η μόνη.

Η πρώτη γνωριμία και το κατάλληλο match

Η Φωτεινή έκανε για πρώτη φορά ψυχοθεραπεία στα 21 της, όταν το άγχος, όπως λέει η ίδια, έφτασε να επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό την καθημερινότητά της. Κράτησε κοντά στους έξι μήνες, αντιμετώπισε κάποια συμπτώματα, ωστόσο δεν βρήκε την αιτία. Έτσι, ξεκίνησε ψυχοθεραπεία ξανά στα 30 της.

«Δεν είναι εύκολο να βρεις τον ψυχοθεραπευτή που σου ταιριάζει», λέει η Φωτεινή. «Προσωπικά το βλέπω λίγο όπως όλες τις ανθρώπινες σχέσεις, στις οποίες πρέπει να υπάρχει χημεία και επικοινωνία χωρίς πολλές επεξηγήσεις και παρερμηνείες. Είναι σημαντικό, ειδικά όταν πληρώνεις με την ώρα».

Το ίδιο πιστεύει και η Ελένη (26), η οποία ξεκίνησε ψυχοθεραπεία περίπου ένα χρόνο πριν, έκανε μια μικρή παύση και τώρα συνεχίζει πάλι, με άλλη ψυχοθεραπεύτρια. «Από κουβέντες με φίλους, δεν είναι και τόσο εύκολο και μάλλον θέλει και λίγη τύχη να βρεις το κατάλληλο άτομο. Εγώ προσωπικά με τον πρώτο μου ψυχοθεραπευτή τα πήγαμε πολύ καλά μέχρι ένα σημείο και μετά κατάλαβα πως δεν μπορούσα να συνεχίσω μαζί του, καθώς ένιωθα ότι δεν σημειώνεται πρόοδος».

Ο Στέλιος (34) και ο Νίκος (33), μπορεί να «κόλλησαν» κατευθείαν με τον ψυχοθεραπευτή και τον εξειδικευμένο ψυχίατρο αντίστοιχα, ωστόσο καταλαβαίνουν για ποιο λόγο το να βρεις τον κατάλληλο, μπορεί να είναι δύσκολο. «Πρέπει να υπάρχει αμφίδρομα καλή χημεία μεταξύ του ασθενούς και του γιατρού προκειμένου να μπορέσει να λειτουργήσει η ψυχοθεραπεία, αλλά θεωρώ πως η βασικότερη προϋπόθεση είναι να υπάρχει αποφασιστικότητα και θέληση από πλευράς του ασθενούς», σημειώνει ο Νίκος.

Οι οικονομικές δυσκολίες

Αν κάτι γίνεται αμέσως κατανοητό μετά από μια συζήτηση με τους γνωστούς ή τους φίλους σου, είναι πως οι περισσότεροι έχουν επηρεαστεί από την ακρίβεια, ακόμα και στις καθημερινές αγορές. Μία βόλτα στο σούπερ μάρκετ της γειτονιάς σου, για παράδειγμα, μπορεί να μετατραπεί σε μία βόλτα που θα συρρικνώσει τον τραπεζικό σου λογαριασμό. Αναπόφευκτα, λοιπόν, επηρεάζεται και η επιλογή κάποιου να απευθυνθεί σε έναν ειδικό.

«Η ψυχοθεραπεία είναι σαν να πηγαίνεις σε μια πανεπιστημιακή σχολή», λέει ο Στέλιος. «Πας για να μάθεις μηχανισμούς αντιμετώπισης αντίξοων καταστάσεων, για να διαχωρίζεις τα συναισθήματά σου, για να τα βρεις με τον εαυτό σου και για να κάνεις καλύτερη τη ζωή σου. Σημασία έχει ποσό αποφασισμένος είσαι να δουλέψεις με τον εαυτό σου. Εννοείται πως έχω πιεστεί και ζοριστεί με το οικονομικό, αλλά τα μακροχρόνια οφέλη που σου προσφέρει αξίζουν πολύ περισσότερο από χρήματα».

Τι συμβαίνει, όμως, όταν τα χρήματα δεν φτάνουν για να βγεις με τους φίλους σου (ή να γεμίσεις το ψυγείο), αλλά και για να πληρώσεις τις συνεδρίες σου; Σταματάς ή κόβεις από αλλού; Η Ελένη ανήκει στα άτομα που αναγκάστηκε να πατήσει pause.

«Δυστυχώς, στις περισσότερες περιπτώσεις, η ψυχοθεραπεία είναι κοστοβόρο χόμπι. Αν μπορώ να τη χαρακτηρίσω έτσι. Με έχει προβληματίσει πολλές φορές το οικονομικό κομμάτι και γι’ αυτό έκανα παύση για ένα καιρό. Κατέληξα όμως στο συμπέρασμα πως είναι επένδυση και δεν θα ήθελα να το αφήσω. Το συναίσθημα ανακούφισης και ελευθερίας μετά από κάθε συνεδρία, αξίζει τα λεφτά του και με το παραπάνω».

Για επένδυση μιλάει τόσο η Φωτεινή όσο και ο Νίκος, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν έχουν αντιμετωπίσει και εκείνοι διάφορες οικονομικές δυσκολίες. «Προφανώς και δυσκολεύομαι οικονομικά, θα προτιμήσω όμως να μειώσω τις εξόδους μου ή κάποια άλλη αγορά από το να μειώσω τις συνεδρίες μου. Βέβαια, αυτό δε σημαίνει πως δεν χάρηκα κρυφά, όταν τυχαία αρρώστησα κι εγώ και η ψυχοθεραπεύτριά μου τον ίδιο μήνα που ήθελα να βάψω τα μαλλιά μου, με αποτέλεσμα να χάσω δύο συνεδρίες».

Ο Νίκος, σε αντίθεση με τη Φωτεινή, όχι απλά το έχει σκεφτεί, «αλλά δυστυχώς έχω αναγκαστεί να σταματήσω τις συνεδρίες καθώς το κόστος της συνεδρίας δεν είναι αμελητέο. Παρ’όλα αυτά κάνω ό,τι μπορώ για να μη φτάσω σε αυτό το σημείο. Θα προτιμήσω να κόψω από αλλού παρά απ’ αυτό».

Το κόστος, φυσικά, διαφέρει από ειδικό σε ειδικό, με τις τιμές να ξεκινούν συνήθως από το 30 ευρώ και να φτάνουν ή να ξεπερνούν τα 50 ευρώ ανά συνεδρία.

Οι δημόσιες δομές και η προκατάληψη

Δικαίωμα στην ψυχοθεραπεία, ανεξαρτήτως οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης, έχουμε όλοι. Γι’ αυτό άλλωστε υπάρχουν και οι δημόσιες υπηρεσίες που μπορεί κάποιος να επισκεφτεί δωρεάν ή με το ταμείο του. Παρ’ όλα αυτά, ο Νίκος, η Φωτεινή, η Ελένη και ο Στέλιος, προτίμησαν τον ιδιωτικό τομέα. Το ερώτημα είναι γιατί, από τη στιγμή που σε πολλές περιπτώσεις τα χρήματα για τις συνεδρίες αποτελούν πρόβλημα.

«Θεωρώ πως υπάρχει μια γενικότερη δυσπιστία και ένας φόβος προς οτιδήποτε αφορά το δημόσιο στη χώρα μας», λέει αρχικά ο Στέλιος, για να συμπληρώσει πως «είναι απολύτως κατανοητό. Δες πώς και αν δουλεύουν οι δημόσιες υπηρεσίες υγείας στη χώρα μας. Όσο πιο ιδιωτικό και προστατευμένο είναι κάτι, τόσο περισσότερο σε κάνει να νιώθεις ασφαλής».

Το πέπλο της άγνοιας για το τι υπάρχει εκεί έξω, καλύπτει επίσης και ένα μεγάλο μέρος των δημόσιων δομών ψυχικής υγείας. Η Φωτεινή δεν γνώριζε την ύπαρξή τους, όμως και πάλι, «θα επέλεγα κάποιον ιδιώτη, γιατί ναι, έχω αυτή τη ριζωμένη προκατάληψη πως αν πληρώνεις κάποιον θα σε προσέξει πιο πολύ».

To ίδιο ισχύει και για την Ελένη. «Δεν σου κρύβω πως δεν είχα ψαχτεί με τα δωρεάν κέντρα ψυχικής υγείας. Πάντως, αυτή η προκατάληψη ισχύει κυρίως από άτομα που δεν κάνουν ψυχοθεραπεία και μάλλον δεν θα τους ενδιέφερε και κάτι τέτοιο».

Ο Νίκος, επίσης δεν έκανε κάποια έρευνα για τα δωρεάν κέντρα, «αλλά όχι από προκατάληψη ή οτιδήποτε τέτοιο. Ο λόγος που επέλεξα να πάω σε ιδιωτικό γιατρό ήταν κυρίως επειδή επέλεξα εξειδικευμένο ψυχίατρο αντί ψυχολόγου στο κομμάτι της γνωσιακής συμπεριφορικής θεραπείας».