Πάνος Γιαννακόπουλος
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Ο Γιώργος Λιανός νιώθει ότι δεν ξέφυγε ποτέ

Ο 46χρονος παρουσιαστής τα καταφέρνει πάντα καλά και χωρίς ποτέ να χάνει το coolness του. Φέτος, ετοιμάζεται για νέες τηλεοπτικές περιπέτειες στη συχνότητα του ΣΚΑΙ με το I'm a Celebrity... Get Me Out of Here! Ποιος όμως είναι όταν σβήνουν οι προβολείς, πόσο του λείπει το τραγούδι, πού βρίσκει το κέφι στις 7 η ώρα το πρωί και τι κάνει όταν ξεπεραστούν τα όρια σε ένα συμβούλιο του ριάλιτι επιβίωσης;

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: ΠΑΝΟΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

«Εντάξει, αν σας κάνει βγάλτε τη». Αυτές ήταν οι τελευταίες λέξεις του Γιώργου Λιανού στο τηλέφωνο. Αναφερόταν στη συνέντευξη που μόλις είχε δώσει στο OneMan. Η ατάκα ήταν παρμένη από το βιβλίο με το χαλαρό χιούμορ που κουβαλά πάντα μαζί του. Ο γνωστός παρουσιαστής είναι και τηλεφωνικά ό,τι δείχνει στο γυαλί: ένας πολύ cool τύπος που σιχαίνεται τα μεγάλα λόγια και τις δραματικές παύσεις. Το να συζητάς μαζί του είναι σαν να μιλάς με κάποιον φίλο γύρω από μία κούπα καφέ.

Τον γνωρίσαμε ως έναν διαγωνιζόμενο του Fame Story 3 το μακρινό πια 2004-2005. Τον είδαμε να κάνει τουρνέ σε όλη την Ελλάδα με την κιθάρα του, να αναλαμβάνει μικρότερα και μεγαλύτερα projects και εκπομπές στην ελληνική TV, να γίνεται κεντρικός παρουσιαστής στην prime time ζώνη και να συνδέεται με το Survivor.

Φέτος, μαζί με την Καλομοίρα θα παρουσιάσουν το I’m a Celebrity… Get Me Out of Here! από τη συχνότητα του ΣΚΑΙ. Και έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε, όπως ισχύει όλα αυτά τα χρόνια, ότι θα είναι για άλλη μία χρονιά μία ευχάριστη νότα στη βραδινή τηλεόραση παρόλα αυτά που συμβαίνουν γύρω του. Άλλωστε, ο 46χρονος τραγουδιστής/ραδιοφωνικός παραγωγός/ παρουσιαστής δε μας απογοητεύει ποτέ.

Ο Γιώργος Λιανός τα καταφέρνει πάντα καλά και χωρίς ποτέ να χάνει την ψυχραιμία του. Ποιος όμως είναι όταν σβήνουν οι προβολείς, πόσο του λείπει το τραγούδι, πού βρίσκει το κέφι στις 7 η ώρα το πρωί και τι κάνει όταν ξεπεραστούν τα όρια σε ένα συμβούλιο του ριάλιτι επιβίωσης;

Έχεις βαρεθεί τον Άγιο Δομίνικο;

Είναι περίεργο αλλά πολύ γοητευτικό μέρος. Μετά από έξι μήνες παραμονής εκεί, κάθε φορά που τελειώνει το Survivor, και ενώ όλοι λέμε ότι δεν αντέχουμε άλλο και θέλουμε να γυρίσουμε στο σπίτι μας, τελικά ύστερα από έναν μήνα στην Αθήνα αρχίζει να σου λείπει το νησί. Παίρνουμε ο ένας τον άλλο τηλέφωνο, και λέμε ατάκες όπως «σου έλειψε και σένα; Μια ταλαιπωρία θα την ήθελα». 

Έχεις καταφέρει να δεις κανονικά το νησί;

Ναι, και έχει τρομερά μέρη. Εκτός όμως από παραλίες με «δαντελένια άμμο», για να πω ένα κλισέ, έχει πραγματικά τρομερή, μοναδική φύση. Έχω προλάβει να δω σημαντικό μέρος από τον Άγιο Δομίνικο, ιδιαίτερά όταν ήμουν κάπως σαν δεύτερος παρουσιαστής στο Survivor μαζί με τον Σάκη [Τανιμανίδη], αφού τότε είχα αρκετές μέρες οφ. (Να’ ναι καλά ο άνθρωπος). 

Και τώρα όμως, όταν έχω ένα διήμερο κενό (τόσο είναι, ποτέ δεν είναι περισσότερο), επειδή αρρώστησε κάποιος παίκτης ή αντιμετωπίζουμε δυσκολίες με τον καιρό, προλαβαίνω και πηγαίνω σε ορεινές τοποθεσίες, καταρράκτες και, γενικά, πολύ ωραία μέρη. 

Μόνο ένα απωθημένο έχω ακόμη: Υπάρχει ένας Κόλπος που λέγεται Σαμάνα, και εκεί καταφτάνουν κάθε Φλεβάρη πολλές φάλαινες φυσητήρες για να ζευγαρώσουν. Μπορείς να πας εκεί με βαρκάκι και να τις παρακολουθήσεις από κοντινή απόσταση, χωρίς φυσικά να ενοχλήσεις. Αν καταφέρω μία μέρα να το δω, τότε σίγουρα θα έχω διαγράψει μία εμπειρία από το ταξιδιωτικό μου bucket list.

Τι να περιμένουμε από το I’m a Celebrity… Get Me Out of Here; Τι διαφορετικό φέρνει στην ελληνική τηλεόραση;

Ούτε εγώ δεν ξέρω ακόμη τι να περιμένω με σιγουριά από την εκπομπή. Είναι ένας τελείως διαφορετικό format από το Survivor – δεν υπάρχουν στίβοι μάχης, δεν υπάρχουν συμβούλια, δεν υπάρχει ριάλιτι. Δηλαδή, για να καταλάβεις, τα επεισόδια είναι δίωρα και το ριάλιτι διαρκεί λίγα λεπτά, χωρίς εμείς οι παρουσιαστές να συμμετέχουμε καν.

Επί της ουσίας, αυτό που παρακολουθούμε είναι η διαβίωση των παικτών στο νησί. Υπάρχουν δύο καμπ: το ένα είναι λίγο καλύτερο, το άλλο είναι -για να το πω ευγενικά- πολύ κοντά στη φύση. Οι ομάδες ανάλογα με το αν κερδίσουν ή αν χάσουν μεταφέρονται στο «καλό» ή στο «κακό» καμπ. 

Κάθε επεισόδιο θα έχει τρεις δοκιμασίες, ομαδικές συνήθως. Υπάρχει μία αστεία δοκιμασία (το λεγόμενο funny game), μία που παίζει με τις φοβίες μας (όπως για παράδειγμα η υψοφοβία) και μία τρίτη όπου οι παίκτες νομίζουν ότι θα έρθουν αντιμέτωποι με άγρια θηρία – χωρίς όμως να είναι ακριβώς έτσι. 

Περισσότερο είναι κάτι του τύπου «άγγιξα κάτι περίεργο». Για να φέρω ένα παράδειγμα: οι παίκτες θα κληθούν να βάλουν τα χέρια τους σε μία κατασκευή όπου θα πρέπει να βιδώσουν δύο μπουλόνια. Εκεί, βέβαια, μπορεί να υπάρχουν διάφορα «πράγματα» τα οποία ούτε θέλεις να τα ενοχλήσεις, ούτε θέλεις φυσικά να σε ενοχλήσουν… Βασικά σε αυτό το παιχνίδι, όλα είναι μία ιδέα.

«Όσο απουσιάζω από τον χώρο του τραγουδιού, τόσο περισσότερο αγχώνομαι. Θα είμαι το ίδιο καλός όταν επιστρέψω;»

Άρα δε σκεφτόσουν εξαρχής την τηλεόραση αντί για το τραγούδι όταν ξεκίνησες. Σωστά;

Όχι, προέκυψε. Και κακά τα ψέματα μου έδινε πολύ περισσότερα χρήματα από ότι οι live εμφανίσεις. Με το τραγούδι γύρισα 10-12 φορές την Ελλάδα ανάποδα, μέσα στο αντίστοιχο διάστημα χρόνων, παίζοντας σε μικρές σκηνές μαζί με τον Γιάννη τον Βαρδή. Το τραγούδι πάντα το έκανα σε πιο ρομαντικό επίπεδο.

Μάλιστα, το ότι έχω σταματήσει τον τελευταίο χρόνο -δεν έχω κάνει παρά ελάχιστες εμφανίσεις- θεωρώ πως μου κάνει καλό. Θέλω να συγκεντρωθώ και όταν με το καλό τραγουδήσω ξανά -δεν σκέφτομαι σε καμία περίπτωση να το παρατήσω- να επανέλθω με μία δικιά μου διαφορετική πρόταση.

Τι να περιμένουμε δηλαδή;

Θέλω να ταιριάξω το τραγούδι που αγαπώ με το στοιχείο του χιούμορ σε μία, κατά κάποιον τρόπο, μουσικοθεατρική παράσταση. Οκ, δεν είμαι ηθοποιός, ούτε μπορώ να φτάσω το επίπεδο σχολιασμού του Τζίμη Πανούση, αλλά κάτι στο δικό μου στυλ, με αυτή τη διάθεση, θα το έκανα πάρα πολύ ευχάριστα και είμαι απόλυτα σίγουρος ότι θα με γέμιζε. Δε θέλω πια να διασκεδάζω τον κόσμο για να πιει ένα ποτάκι. Θέλω αυτό που κάνω να έχει λίγο παραπάνω ταυτότητα.

Σου λείπει το τραγούδι;

Ναι, πάρα πολύ! Μάλιστα, όσο απουσιάζω από τον χώρο, τόσο περισσότερο αγχώνομαι. Θα είμαι το ίδιο καλός όταν επιστρέψω;

Πού βρίσκεις το κέφι στις 7 η ώρα το πρωί όταν κάνεις ραδιόφωνο;

Δεν ξέρω, πραγματικά δεν ξέρω. Αλλά να σου πω κάτι: είναι θέμα παρέας μωρέ. Είμαστε κάθε πρωί με τον Γρηγόρη Αρναούτογλου, τη Νάνσυ Αντωνίου, τον Παναγή Τζωρτζάτο και τον Νίκο Καλούδη και περνάμε καλά. Αλήθεια, περνάμε πραγματικά καλά. Είναι μία εκπομπή που δεν καταφέραμε ποτέ να τη βάλουμε σε καλούπι, όσο και αν προσπαθήσαμε. Το χύμα μάς πάει πάρα πολύ. 

Πηγαίνουμε εκεί πέρα και γελάμε πάρα πολύ. Άλλωστε, γνωρίζουμε πολύ καλά ο ένας τις παραξενιές του άλλου. Κλείνουμε πια 13 χρόνια στο Sfera. Σκέψου είναι τόσο μεγάλη η διαστροφή μου, ώστε όταν πηγαίνω στον Άγιο Δομίνικο την κάνω την εκπομπή 1 με 3 μετά τα μεσάνυχτα. Κάθομαι στο κουζινάκι, στήνω τον πομπό και ξεκινάμε.

Τι κάνεις όταν ξεπεραστούν στα όρια σε ένα συμβούλιο του Survivor;

Τα περισσότερα από όσα κάνω για να προστατεύσω το παιχνίδι και τους παίκτες δεν έχουν παιχτεί στην τηλεόραση. Έχει τύχει πολλές φορές να σταματήσουμε, να βάλουμε καμιά φωνή παραπάνω, να μιλήσουμε πιο χύμα ο ένας στον άλλο, ακόμα και να φύγω από το γύρισμα για λίγα λεπτά μέχρι να ηρεμήσουν τα πνεύματα.

Είναι ένα παιχνίδι με πολλές πτυχές και πολλοί παίκτες μπαίνουν και σε διαδικασία υπερβολικού ανταγωνισμού. Κάποιοι προσπαθούν να «αμαυρώσουν» όσο περισσότερο γίνεται την εικόνα ενός αντιπάλου, έτσι ώστε να τον βγάλουν εκτός παιχνιδιού.

Επειδή, όμως, οι συνθήκες είναι αρκετά ζόρικες (πείνα, κακουχίες και άλλα) υπάρχουν ελαφρυντικά σε αυτές τις συμπεριφορές. Μάλλον, μεγάλο μέρους του κοινού δεν έχει αντιληφθεί πως αν μία ομάδα χάσει 10-9, θα περάσει το υπόλοιπο της μέρας πεινασμένη, τρώγοντας δύο κουταλιές ρύζι, έτσι ώστε να έρθει στον επόμενο αγώνα, για να διεκδικήσει άλλο ένα έπαθλο το οποίο θα τη στυλώσει στα πόδια της. Οπότε, ναι, οι αντιδράσεις είναι συχνά κάπως υπερβολικές.

Πολλές φορές έχουμε σταματήσει το γύρισμα προκειμένου να ηρεμήσουν τα πνεύματα και να γυρίσουμε όλοι στα «σύγκαλά» μας. Εντάξει, εγώ προσωπικά δε βάζω χέρι σε κανέναν, απλά αποχωρώ για λίγα λεπτά από το γύρισμα. Γενικά, θέλω να είμαι συγκαταβατικός και να τους χαλαρώνω, γιατί μόνο να φανταστώ μπορώ το πώς είναι η διαβίωση των παικτών.

Τελικά, η κουβέντα πάντα καταλήγει κάπως έτσι: «Γιώργο, καλά τα λες εσύ, αλλά έχουμε και εμείς τα δικά μας».

Το τραγούδι πώς μπήκε στη ζωή σου;

Ήταν από πάντα ένας τρόπος διαφυγής για μένα, από τότε που ήμουν μικρό παιδί στο χωριό μου στη Θεσπρωτία. Ήταν αρχικά ο τρόπος για να πηγαίνω στα πάρτι των «μεγάλων», αφού ήταν λίγο δύσκολο για ένα παιδί της Α’ Γυμνασίου να παίξει στα πάρτι της Γ’ Λυκείου. Ήταν, κατά κάποιον τρόπο για μένα, το Freedom Pass μου – μιας και τα διάφορα “pass” είναι πολύ της μόδας τώρα τελευταία. Ήταν το εισιτήριο μου για να μην είμαι πια «φλώρος», να είμαι με τους «μεγάλους».

 Ήταν κάτι που με συντρόφευσε και στα φοιτητικά μου χρόνια. Ήδη από το πρώτο εξάμηνο έπαιζα τέσσερις μέρες την εβδομάδα στην Αθήνα. Ήταν ο τρόπος για να έχω την οικονομική μου ανεξαρτησία κάνοντας αυτό που γουστάρω πάνω από όλα. Κατά κάποιον τρόπο, με καλούσε αυτό και όχι εγώ εκείνο.

Ποια ήταν η πρώτη μουσική σκηνή όπου εμφανίστηκες;

Το πρώτο μαγαζί που εμφανίστηκα στην Αθήνα ήταν το Blue Cafe στην οδό Πατησίων. Εμφανιζόμουν ως μουσικός, δεν τραγουδούσα. Ή μάλλον πιο σωστά: τραγουδούσα στο διάλειμμα δυο-τρία ξένα κομμάτια. Ήταν η εποχή της ελληνικής ροκ και έτσι ο «νέος» τραγουδούσε στα Αγγλικά. (γέλια). 

Οι μιμήσεις πώς προέκυψαν;

Είναι κάτι που έβγαινε αβίαστα. Προκαλούσε γέλια, οπότε γιατί όχι; Δε νομίζω βέβαια ότι έκανα ποτέ ίδιες τις φωνές των τραγουδιστών που μιμούμουν. Πλησίαζα αλλά δεν το πετύχαινα ποτέ απόλυτα. Περισσότερο μου άρεσε να φέρνω κοντά αντίθετες καταστάσεις. Πώς θα ακουγόταν δηλαδή ένα ποπ κομμάτι αν το έλεγε ο Γιώργος Νταλάρας;

Εντάξει, αν πρέπει να διαλέξω μία μίμηση την οποία πετύχαινα καλύτερα από τις άλλες, τότε θα έλεγα τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου. Ξέρεις, τους χαρακτηριστικούς λαρυγγισμούς και την κίνηση των χεριών.

Υπήρξε κάποια στιγμή που έγινε ένα κλικ στην τηλεοπτική σου καριέρα και άλλαξαν όλα;

Ο παραγωγός του Fame Story 3 μου έκανε αρκετές προτάσεις για «δοκιμαστικά», επειδή κάτι έβλεπε σε μένα. Ίσως, την άγνοια κινδύνου μπροστά στις κάμερες σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν υπήρχαν πολλοί άντρες παρουσιαστές στην ελληνική τηλεόραση εκείνη την εποχή.

Κάπως έτσι, λίγο τυχαία, ξεκίνησε το φλερτ μου με την τηλεόραση. Έχω κάνει δοκιμαστικά για σχεδόν τα πάντα, σε ό,τι έβγαινε εκείνη την περίοδο (από ριάλιτι μέχρι τηλεπαιχνίδι) το οποίο ήταν καινούργια πρόταση. Ήθελαν φρέσκα πρόσωπα τότε – και θεωρούσαν τη δικιά μου φάτσα, που είναι λίγο σαν χαλβάς, φρέσκια. (γέλια).

Η συνεργασία μου σε εκπομπή του Σαββατοκύριακου με τη Σοφία Αλιμπέρτη ήταν ο καλύτερος πρόλογος για μένα. Η Σοφία είναι ο πιο ακομπλεξάριστος άνθρωπος που μπορεί να γνωρίσει κάποιος στη ζωή του. Έτσι, όλα γίνονταν αβίαστα.

Αυτό που μου δίδαξε η συγκεκριμένη συνεργασία είναι το εξής: «αν δεν γουστάρεις, μην το κάνεις». Ήταν τόσο απλό και κάπως έτσι πορεύτηκα. Η αλήθεια είναι ότι έκανα αρκετές δουλειές απλά επειδή μου τις πρότειναν, χωρίς να σκεφτώ «μου ταιριάζει, δε μου ταίριαζε» –  κάθισα και σε πάνελ, έκανα πρωινάδικα, έκανα και μικρά παιχνίδια διαφορετικά.

Είχα όμως και τη χαρά να ταξιδέψω στο εξωτερικό για να κάνω το Wipeout, να πάω στο Βελιγράδι για να κάνω το Galileo, να πάω στη Ρώμη να κάνω τα Ρεκόρ Guinness. Είχε αρκετό ταξίδι όλο αυτό το πράγμα, και μου άρεσε, με κρατούσε σε εγρήγορση.

Τελικά, το μεγάλο «κλικ» έγινε με την πρόταση για το Ελλάδα έχεις ταλέντο. Όταν, με άλλα λόγια, μπήκα στην Acun Medya, αφού πρώτα πέρασα από κανονικό interview, όπως δηλαδή συμβαίνει στις μεγάλες εταιρείες. Τους έκανα και με εμπιστεύτηκαν – τόσο απλά. Με έβγαλαν λίγο πιο μπροστά, επειδή θεώρησαν ότι ταιριάζω.

«Λέω στον εαυτό μου ότι για να έχω παιδέψει το μυαλό μου και να έχω τελειώσει ένα Πολυτεχνείο, μπορώ να ανταπεξέλθω και σε άλλες καταστάσεις»

Πόσο απέχουν οι σπουδές αεροναυπηγικής από το Fame Story 3;

Δεν είναι καθόλου μακρινοί αυτοί οι δύο κόσμοι. Σκέψου ότι το πτυχίο μου το πήρα όσο ήμουν μέσα στο σπίτι του Fame Story. Με πήγαν με συνοδεία, με ασφάλεια για να πάρω το πτυχίο! Αστείες στιγμές, πραγματικά αστείες.

Είναι πράγματα που έβλεπα στα Fame Story και γελούσα. Εμένα με έβαλαν κάτι φιλαράκια μου επειδή ήμουν χωρισμένος και απελπισμένος. Μου είπαν «πήγαινε εκεί για να γελάσουμε». Και πήγα.

Καλά βγήκε πάντως.

Ναι, καλά βγήκε. Εγώ δεν καταδικάζω καμία εμπειρία που έρχεται στη ζωή μου, γιατί σίγουρα κάτι σου δίνει. Για παράδειγμα, πήρα το πτυχίο μου αλλά δε δούλεψα ούτε μία μέρα ως αεροναυπηγός. Σίγουρα, όμως, με έκανε καλύτερο μέσα μου.

Πολλές φορές, όταν σκάει κάτι δύσκολο, σκέφτομαι: «Ρε φίλε, έχεις γράψει και έχεις περάσει εφαρμοσμένα μαθηματικά. Άρα, αυτό που περνάς αυτήν τη στιγμή είναι σίγουρα πιο εύκολο». Ή όπως έλεγε και ένας μαθηματικός που είχα: «Δεν μπορείτε να με ξεγελάσετε. Είμαι έξυπνος και έχω χαρτιά που το αποδεικνύουν». Πάντα γελάω με αυτήν την ατάκα.

Οπότε, ναι, λέω στον εαυτό μου ότι για να έχω παιδέψει το μυαλό μου και να έχω τελειώσει ένα Πολυτεχνείο, μπορώ να ανταπεξέλθω και σε άλλες καταστάσεις.

Πώς συνδυάζεται η οικογενειακή ζωή με τα τρελά ωράρια του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης;

Πώς γίνεται ε; Ξεποδαριαζόμαστε και χαλάμε πολλά λεφτά σε βενζίνες. Προσπαθώ να προλάβω τα πάντα, αφού τα τρία παιδιά που έχω από τον πρώτο μου γάμο ζουν στο Λαγονήσι, εγώ μένω Νέα Πεντέλη για να μοιράσω κάπως τις αποστάσεις, και το στούντιο του ραδιοφώνου είναι στους Άγιου Αναργύρους.

Το πιο δύσκολο όμως από όλα είναι ότι λείπω πολύ καιρό εκτός Ελλάδας. Έτσι, όταν είμαι εδώ θέλω να προλάβω πολλά πράγματα, με αποτέλεσμα να περνώ το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας μέσα στο αυτοκίνητο, αφού θέλω να πάω να πάρω τα παιδιά από το σχολείο για να τα πάω στο σπίτι κάτω στο Λαγονήσι.

Είναι, δηλαδή, αυτές οι τύψεις που νιώθει και ο ναυτικός όταν μπαρκάρει για εξάμηνο ή εννιάμηνο.

Δε σε θυμόμαστε ούτε μία φορά να έχεις χάσει στο γυαλί την ψυχραιμία ή το coolness σου. Πώς τα καταφέρνεις;

Αντέχω ακόμη. Το μόνο που μπορεί να με βγάλει εκτός εαυτού και να δείξω λίγο ενόχληση είναι το στυλ της δημοσιογραφίας που πολλές φορές επικρατεί. Το να σου πει ο δημοσιογράφος, δηλαδή, καλημέρα και μετά κατευθείαν να σε ρωτήσει για ένα θέμα που φανερά σε ενοχλεί. Οκ, καταλαβαίνω ότι πολύ συχνά αυτή είναι η «καθοδήγηση» που έχει πάρει αλλά γίνεται πλέον απροκάλυπτα. Δεν υπάρχει, δηλαδή, ο χρόνος πια σε μία συνέντευξη να τα πεις, και να φτάσει ο άλλος σιγά-σιγά και μεθοδικά σε ένα θέμα το οποίο ίσως σε τσιγκλάει.

«Καλημέρα, μάθαμε χωρίσατε». «Καλημέρα, το παιδιά σας δεν τρώει κρέμα το μεσημέρι. Έχετε νεύρα;». «Ο τάδε τα έφτιαξε με την πρώην σας. Η πρώην σας περνάει καλύτερα;». Οι ερωτήσεις έχουν φτάσει σε τέτοιο σημείο, σαν να προσπαθούν να σε βγάλουν εκτός εαυτού. Τέλος πάντων, το διασκεδάζω προς το παρόν. Τι να κάνω;

Γενικά, προσπαθώ να βλέπω τα πράγματα απ’ έξω. Οι πολύ κοντινοί μου άνθρωποι γνωρίζουν ότι κατά βάση είμαι λίγο απαισιόδοξος, όπως όλοι οι κωμικοί. Δεν την έχω δει «πωπω, φίλε κάνω Survivor και έτσι». Ξέρω πολύ καλά ότι αύριο το πρωί μπορεί να μην κάνω τίποτα. Δεν είναι στο χέρι μου αυτές οι αποφάσεις. Πολλοί μου λένε να το διασκεδάσω λίγο παραπάνω και να μην είμαι συνέχεια απαισιόδοξος, να μη φέρνω τόσο εύκολα την καταστροφή. Αλλά δεν μπορώ να κάνω αλλιώς, είναι φαίνεται στον χαρακτήρα μου.

Με φόβο να ακουστεί κάπως ψωνίστικο, θα σου πω το εξής: θεωρώ ότι δεν ξέφυγα ποτέ. Μου το λένε και οι κόλλητοί μου αυτό: «Ρε φίλε, όπως ήσουν στην Πάτρα, τότε που πίναμε καφέδες και ούζα στον Λάκη και ήμασταν χύμα, έτσι είσαι και σήμερα». Εγώ, ελπίζω να είναι έτσι τα πράγματα.

Το χιούμορ σε συνοδεύει και στην καθημερινότητα ή το αφήνεις στα τηλεοπτικά πλατό;

Το έχω και το είχα πάντα μαζί μου. Χειρίζομαι και περίεργες καταστάσεις με το χιούμορ, πολλές φορές και εκεί που δεν πρέπει. Παλιά ήταν προστασία, επειδή ήμουν πολύ ευαίσθητος, ήταν η ασπίδα μου απέναντι σε κάποια πράγματα. Τώρα, τρολάρω οτιδήποτε συμβαίνει γύρω μου. Και περνάω πολύ καλά με αυτό.