iStock
ΜΑΣΗΜΕΝΗ ΤΡΟΦΗ

Αλλαντικά: Πώς μεταμορφώνεται το κρέας και μήπως είναι τελικά όλα σαλάμια;

Πώς γίνεται ένα κομμάτι κρέας να αποκτά τόσο διαφορετικό χαρακτήρα μόνο με αλάτι, χρόνο, αέρα, καπνό και μπαχαρικά; Μπαίνουμε στον θαυμαστό κόσμο των αλλαντικών και των γεύσεών τους.

Πάμε να ξεκινήσουμε με λίγη ιστορία: πολύ πριν εμφανιστούν τα ψυγεία και οι σύγχρονες μέθοδοι συντήρησης, οι άνθρωποι έπρεπε να βρουν τρόπους να κάνουν το κρέας να διαρκεί περισσότερο για να μπορούν να το καταναλώσουν. Αλάτι, αέρας, χρόνος, καπνός και ζύμωση έγιναν τα εργαλεία μιας ολόκληρης παράδοσης που σήμερα γνωρίζουμε ως αλλαντοποιία.

Και κάπως έτσι ένα κομμάτι κρέας μπορεί να μεταμορφωθεί σε prosciutto, salami, coppa, bresaola, pancetta ή chorizo, αποκτώντας διαφορετική υφή, άρωμα και ένταση. Έτσι έχουμε αλλαντικά που είναι ωμά και ωριμασμένα, άλλα μαγειρεμένα, καπνιστά και ζυμωμένα.

Στο προηγούμενο άρθρο της «Μασημένης Τροφής», γνωρίσαμε τα τυριά και είδαμε πώς μπορούν να συνυπάρξουν σε ένα σωστά ισορροπημένο πλατό. Τώρα προσθέτουμε στην εξίσωση (και στο πλατό φυσικά) τα αλλαντικά: τι είναι, πώς συντηρούνται, ποια είναι τα πιο γνωστά είδη και πώς μπορούμε να τα συνδυάσουμε ώστε να έχουν ένα γευστικό αποτέλεσμα που να τα αναδεικνύει;

Τι ακριβώς είναι;

Η λέξη «αλλαντικό» είναι αρκετά ευρεία. Δεν περιγράφει μία συγκεκριμένη τεχνική αλλά μια μεγάλη οικογένεια προϊόντων κρέατος που έχουν υποστεί κάποια μορφή επεξεργασίας για συντήρηση, ασφάλεια, γεύση ή αλλαγή υφής. Μπορεί να πρόκειται για ολόκληρο κομμάτι κρέατος, όπως το prosciutto ή η bresaola, για κομμένο και επεξεργασμένο κρέας, όπως η pancetta, ή για κιμά που έχει μπει σε έντερο και έχει υποστεί ζύμωση και ωρίμανση, όπως πολλά σαλάμια.

Οι βασικές τεχνικές περιλαμβάνουν το αλάτισμα, την ωρίμανση, την ξήρανση, το κάπνισμα, το μαγείρεμα και τη ζύμωση. Συχνά χρησιμοποιούνται περισσότερες από μία μαζί. Το αλάτι αφαιρεί μέρος της διαθέσιμης υγρασίας και δημιουργεί ένα περιβάλλον λιγότερο φιλικό για πολλούς ανεπιθύμητους μικροοργανισμούς.


Η ξήρανση μειώνει ακόμη περισσότερο την υγρασία. Η ζύμωση μπορεί να κατεβάσει το pH και να δημιουργήσει χαρακτηριστικές όξινες και αρωματικές νότες. Το κάπνισμα προσθέτει γεύση και, ανάλογα με τη διαδικασία, μπορεί να συμβάλει και στη συντήρηση. Ο χρόνος κάνει τα υπόλοιπα.

Ωρίμανση: το αλλαντικό δεν «παλιώνει» απλώς

Η ωρίμανση είναι μία ελεγχόμενη διαδικασία κατά την οποία το αλλαντικό αλλάζει σταδιακά. Στα ξηρής ωρίμανσης προϊόντα, το νερό απομακρύνεται από το κρέας, ενώ παράλληλα πραγματοποιούνται ενζυμικές και μικροβιολογικές διεργασίες που επηρεάζουν τη γεύση και την υφή.

Το προϊόν γίνεται πιο συμπαγές και η γεύση του πιο συμπυκνωμένη. Στα ζυμωμένα αλλαντικά, όπως πολλά σαλάμια, συγκεκριμένοι μικροοργανισμοί παίζουν σημαντικό ρόλο στη διαδικασία. Η ζύμωση συμβάλλει στην οξίνιση του προϊόντος και δημιουργεί το χαρακτηριστικό γευστικό προφίλ.

Δεν υπάρχει, λοιπόν, μία «σωστή» διάρκεια ωρίμανσης. Εξαρτάται από το προϊόν, το μέγεθος, την τεχνική, τη θερμοκρασία, την υγρασία και το επιθυμητό αποτέλεσμα. Και όπως συμβαίνει και με το τυρί, ο χρόνος δεν σημαίνει αυτομάτως καλύτερο προϊόν. Περισσότερη ωρίμανση σημαίνει διαφορετική υφή και πιο συμπυκνωμένα χαρακτηριστικά, όχι απαραίτητα μεγαλύτερη ποιότητα.


Ξηρής ωρίμανσης, μαγειρεμένα ή καπνιστά;

Ένας εύκολος τρόπος να καταλάβουμε τον κόσμο των αλλαντικών είναι να τα χωρίσουμε με βάση τη διαδικασία που έχουν υποστεί.

Τα ξηρής ωρίμανσης αλλαντικά βασίζονται κυρίως στην αφαίρεση υγρασίας και στον χρόνο. Σε αυτή την κατηγορία βρίσκουμε πολλά από τα διάσημα ευρωπαϊκά αλλαντικά, όπως prosciutto, salami, coppa και bresaola.

Τα μαγειρεμένα αλλαντικά έχουν υποστεί θερμική επεξεργασία. Εδώ συναντάμε προϊόντα όπως η μορταδέλα, αλλά και πολλές διαφορετικές μορφές ζαμπόν και λουκάνικων.

Τα καπνιστά αποκτούν τον χαρακτήρα τους μέσω της έκθεσης σε καπνό, ενώ μπορεί παράλληλα να έχουν αλατιστεί, ωριμάσει ή μαγειρευτεί. Το κάπνισμα μπορεί να γίνει με θερμό ή ψυχρό καπνό, με διαφορετικό αποτέλεσμα στο προϊόν.

Και φυσικά οι κατηγορίες συχνά επικαλύπτονται. Ένα αλλαντικό μπορεί να είναι ταυτόχρονα αλατισμένο, ζυμωμένο, ξηρής ωρίμανσης και καπνιστό.

Τα μεγάλα ονόματα της αλλαντοποιίας

Το ιταλικό prosciutto είναι ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα αλλαντικά στον κόσμο. Πρόκειται για χοιρινό μπούτι που αλατίζεται και ωριμάζει για μεγάλο χρονικό διάστημα. Το prosciutto crudo είναι το ωριμασμένο, μη μαγειρεμένο προϊόν και χαρακτηρίζεται από λεπτές φέτες, απαλή υφή, αλμυρότητα και συχνά πιο γλυκές, σύνθετες νότες.

Το prosciutto cotto, αντίθετα, είναι μαγειρεμένο. Το γνωστότερο παράδειγμα είναι το Prosciutto di Parma, αλλά η Ιταλία έχει πολλές διαφορετικές τοπικές παραδόσεις παραγωγής.

Το salami δεν είναι ένα συγκεκριμένο αλλαντικό αλλά μια τεράστια οικογένεια προϊόντων. Συνήθως παρασκευάζεται από κιμά κρέατος, λίπος, αλάτι και μπαχαρικά, μπαίνει σε περίβλημα και ακολουθεί διαδικασία ζύμωσης και ξήρανσης/ωρίμανσης.

Ανάλογα με την περιοχή μπορεί να είναι ήπιο ή πολύ πικάντικο, χοντροκομμένο ή πιο ομοιογενές. Το salame Milano, το Genoa salami, το Finocchiona με μάραθο και το πικάντικο Calabrese είναι μερικά μόνο παραδείγματα του τεράστιου κόσμου των ιταλικών σαλαμιών.

Η coppa ή capocollo παρασκευάζεται από μυϊκό κομμάτι του χοιρινού λαιμού ή αυχένα, το οποίο αλατίζεται, καρυκεύεται και ωριμάζει. Έχει χαρακτηριστική «μαρμάρωση» από το λίπος, πιο συμπαγή υφή από το prosciutto και έντονα αρώματα μπαχαρικών και ωρίμανσης. Είναι εξαιρετική επιλογή όταν θέλουμε στο πλατό ένα αλλαντικό που να έχει περισσότερη δομή και βάθος.

Η bresaola είναι η διαφορετική παρουσία της παρέας: αντί για χοιρινό, παρασκευάζεται συνήθως από άπαχο μοσχαρίσιο κρέας. Το κρέας αλατίζεται και ξηραίνεται/ωριμάζει, με αποτέλεσμα λεπτές, σκούρες κόκκινες φέτες, με σχετικά ήπια γεύση και χαρακτηριστική υφή. Κλασικός τρόπος σερβιρίσματος στην Ιταλία είναι με ρόκα, λεμόνι, ελαιόλαδο και Parmigiano, ένας συνδυασμός που βασίζεται στην αντίθεση ανάμεσα στο αλμυρό και πλούσιο κρέας, την οξύτητα και τη φρεσκάδα.

Η pancetta προέρχεται από την κοιλιά του χοιρινού και είναι ουσιαστικά ένα προϊόν στο οποίο το λίπος έχει πρωταγωνιστικό ρόλο. Υπάρχουν διαφορετικές μορφές pancetta, ανάλογα με την περιοχή και την επεξεργασία. Μπορεί να σερβιριστεί σε λεπτές φέτες, αλλά χρησιμοποιείται ευρέως και στη μαγειρική, όπου το λίπος της λειτουργεί ως φορέας γεύσης.

Το ισπανικό chorizo ξεχωρίζει κυρίως για την παρουσία της πάπρικας, που του δίνει το χαρακτηριστικό κόκκινο χρώμα και το έντονο άρωμά του. Υπάρχουν πολλές εκδοχές, από πιο γλυκές μέχρι πικάντικες, ενώ διαφέρουν και ως προς το αν είναι φρέσκα ή ωριμασμένα.

Η μορταδέλα είναι ένα μαγειρεμένο ιταλικό αλλαντικό από χοιρινό, χαρακτηριστικό για τη λεία υφή του και τα μικρά κομμάτια λίπους που φαίνονται στο εσωτερικό του. Σήμερα κυκλοφορούν πολλές εκδοχές με διαφορετικά καρυκεύματα, πιπέρι, φιστίκι ή άλλα αρωματικά. Είναι πιο ήπια και βουτυράτη από πολλά αλλαντικά ξηρής ωρίμανσης και γι’ αυτό λειτουργεί καλά ως «γέφυρα» σε ένα πλατό.

Και η Ελλάδα έχει τη δική της αλλαντοποιία

Δεν χρειάζεται να ταξιδέψουμε μέχρι την Ιταλία ή την Ισπανία για να βρούμε ενδιαφέροντα αλλαντικά. Η ελληνική αλλαντοποιία έχει τις δικές της παραδόσεις, πολλές από τις οποίες συνδέονται με την ανάγκη συντήρησης του κρέατος σε διαφορετικά κλίματα και περιοχές.

Το σύγκλινο, ιδιαίτερα γνωστό στη Μάνη, είναι χοιρινό που παλαιότερα συντηρούνταν με τρόπους που συνδύαζαν αλάτισμα, κάπνισμα και διατήρηση σε λίπος.

Το απάκι της Κρήτης είναι χοιρινό που μαρινάρεται και καπνίζεται, αποκτώντας χαρακτηριστικό αρωματικό και καπνιστό χαρακτήρα.

Η λούζα, ιδιαίτερα συνδεδεμένη με τις Κυκλάδες, είναι αλλαντικό από χοιρινό που αλατίζεται και ωριμάζει, με διάφορες τοπικές παραλλαγές.

Ο παστουρμάς έχει τη δική του ιστορία και αποτελεί προϊόν ωρίμανσης κρέατος που καλύπτεται χαρακτηριστικά από το μείγμα μπαχαρικών γνωστό ως τσιμένι. Η έντονη γεύση και το άρωμά του σημαίνουν ότι χρειάζεται μικρότερη ποσότητα για να κάνει αισθητή την παρουσία του.

Και φυσικά υπάρχει ο καβουρμάς, ένα προϊόν με πολλές τοπικές εκδοχές, όπου το κρέας μαγειρεύεται και συντηρείται παραδοσιακά με λίπος.

Αυτά είναι μόνο μερικά παραδείγματα μιας πολύ μεγαλύτερης ελληνικής παράδοσης που διαφέρει από τόπο σε τόπο.


Πώς διαβάζουμε ένα αλλαντικό;

Όταν αγοράζουμε αλλαντικά, η ετικέτα έχει μεγαλύτερη σημασία απ’ όσο νομίζουμε. Κοιτάμε πρώτα τι κρέας χρησιμοποιείται, αν πρόκειται για ολόκληρο κομμάτι ή προϊόν από κιμά και ποια διαδικασία έχει υποστεί. Στα συσκευασμένα προϊόντα, η λίστα συστατικών μάς δίνει επίσης πληροφορίες για αλάτι, μπαχαρικά, συντηρητικά και άλλα πρόσθετα.

Στα αλλαντικά ξηρής ωρίμανσης, η απώλεια υγρασίας είναι βασικό κομμάτι της διαδικασίας, ενώ η ημερομηνία και οι οδηγίες συντήρησης παραμένουν σημαντικές. Σημαντικό είναι να θυμάσαι πως χαρακτηρισμοί όπως: «παραδοσιακό», «artisan», «premium» ή «χωριάτικο» δεν αποτελούν από μόνοι τους εγγύηση ποιότητας. Η ετικέτα και η πραγματική μέθοδος παραγωγής λένε περισσότερα από το marketing.

Και τώρα, για το πλατό

Αν θέλουμε να στήσουμε ένα πλατό αλλαντικών για μια παρέα, ο στόχος είναι η ποικιλία. Για περίπου 6 άτομα, ένα πλατό με 3-4 διαφορετικά αλλαντικά μπορεί να είναι υπεραρκετό, ειδικά αν υπάρχουν τυριά και άλλα συνοδευτικά. Για ποσότητα, περίπου 70-100 γραμμάρια αλλαντικών ανά άτομο είναι ένα χρήσιμο σημείο εκκίνησης για ένα aperitivo όπου το πλατό συνοδεύεται από άλλα φαγητά. Αν τα αλλαντικά αποτελούν ουσιαστικά το κύριο φαγητό, θα χρειαστούμε περισσότερο.

Η σύνθεση μπορεί να ξεκινήσει με ένα ήπιο αλλαντικό, όπως μορταδέλα, να περάσει σε ένα πιο ώριμο όπως prosciutto ή coppa και να κλείσει με κάτι πιο έντονο, όπως chorizo ή ένα πικάντικο salami. Αν θέλουμε ελληνικό χαρακτήρα, μπορούμε να αντικαταστήσουμε ή να συμπληρώσουμε τα παραπάνω με λούζα, απάκι, σύγκλινο ή παστουρμά.

Όπως και με τα τυριά, δεν θέλουμε όλα να έχουν την ίδια ένταση. Τα αλλαντικά είναι συνήθως αλμυρά, λιπαρά και αρκετά συμπυκνωμένα σε γεύση. Γι’ αυτό χρειάζονται δίπλα τους οξύτητα, φρεσκάδα και τραγανότητα. Ελιές, αγγουράκια τουρσί, πιπεριές, λιαστή ντομάτα ή άλλα όξινα συνοδευτικά λειτουργούν εξαιρετικά.

Τα φρέσκα φρούτα φέρνουν γλυκύτητα και νερό, ενώ τα αποξηραμένα προσθέτουν πιο συμπυκνωμένη γεύση. Το ψωμί και τα crackers προσθέτουν την απαραίτητη ουδέτερη βάση, ενώ μουστάρδες, chutneys και μαρμελάδες μπορούν να δώσουν γλυκές ή πικάντικες αντιθέσεις.

Και κάπου εδώ μπαίνουν ξανά τα τυριά. Ένα κρεμώδες, ήπιο τυρί μπορεί να ισορροπήσει ένα πικάντικο σαλάμι. Ένα ώριμο, σκληρό τυρί μπορεί να σταθεί δίπλα σε ένα λεπτοκομμένο prosciutto. Ένα μπλε τυρί χρειάζεται συχνά κάτι γλυκό για να ισορροπήσει την έντασή του.

Δεν σερβίρουμε όλα τα αλλαντικά με τον ίδιο τρόπο. Τα αλλαντικά όπως το prosciutto συνήθως αποδίδουν καλύτερα σε πολύ λεπτές φέτες. Άλλα, όπως η coppa ή το salami, μπορούν να κοπούν λίγο πιο παχιά ώστε να αναδεικνύεται καλύτερα η υφή τους.

Μπορούμε επίσης να διπλώσουμε ή να «τσαλακώσουμε» ελαφρά τις πολύ λεπτές φέτες αντί να τις απλώσουμε εντελώς επίπεδες. Αυτό προσθέτει όγκο στο πλατό και, κυρίως, διευκολύνει το σερβίρισμα.

Ένα πλατό αλλαντικών δεν χρειάζεται να μοιάζει με φωτογραφία από ιταλικό delicatessen, αλλά 3-4 αλλαντικά που να έχουν διαφορετικό χαρακτήρα, μερικά καλά τυριά, κάτι φρέσκο, κάτι όξινο, κάτι τραγανό και ένα καλό ψωμί.

Και τελικά, να μπορούμε να στήσουμε ένα τραπέζι που δεν είναι απλώς γεμάτο, αλλά έχει ρυθμό: κάτι μαλακό, κάτι τραγανό, κάτι αλμυρό, κάτι γλυκό, κάτι όξινο, κάτι έντονο. Το τέλειο πλατό δεν είναι αυτό που προσπαθεί να εντυπωσιάσει με την ποσότητα, αλλά εκείνο που σε κάνει να απλώσεις το χέρι για άλλη μία φέτα.

Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.