Φραντζέσκα Γιαϊτζόγλου Watkinson
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Katherine Whittaker, μία Νεοϋορκέζα στην Κυψέλη

Η πρώην food editor του Saveur που εγκατέλειψε τη Νέα Υόρκη για χάρη της Αθήνας μας μίλησε για τις γαστρονομικές της εμπειρίες, τι αγαπάει στην πόλη και την κουλτούρα του φαγητού σήμερα.

Ανέκαθεν έβρισκα ενδιαφέρον να βλέπω την Αθήνα μέσα από τα μάτια των άλλων, πόσο μάλλον όταν πρόκειται για ανθρώπους που άφησαν τη χώρα τους για να εγκατασταθούν σε μία άγνωστη πόλη. Στην περίπτωση της Katherine Whittaker μάς χωρίζει μία ολόκληρη ήπειρος, αφού η ίδια πήρε την απόφαση να αποχωριστεί τη Νέα Υόρκη -και το comfort zone της- και να γίνει κάτοικος Αθηνών. Κυψέλης, πιο συγκεκριμένα.

Η Katherine είναι υπεύθυνη για όλα αυτά τα νόστιμα που ανεβαίνουν στους λογαριασμούς των Vezene και Birdman/Ekiben. Είναι δηλαδή η social media manager των εστιατορίων του Άρη Βεζενέ, μία δουλειά που απαιτεί multi-tasking, έξυπνο πνεύμα και την ικανότητα του να βλέπεις πιο μπροστά, αν θέλεις πραγματικά να ξεχωρίσεις. Η ιστορία της Katherine στην Ελλάδα ξεκινά από τη Θεσσαλονίκη, όπου μετακόμισε μετά τις σπουδές της στη Νέα Υόρκη για να εργαστεί σε ένα ιδιωτικό σχολείο. Στη συνέχεια, έφυγε και πάλι για την Αμερική, όπου συνέχισε με το μεταπτυχιακό της, πριν πάρει τελικά την απόφαση να επιστρέψει – αυτή τη φορά στην Αθήνα.

«Ενώ δεν ήμουν πεπεισμένη ότι ήθελα να συνεχίσω να εργάζομαι ως δασκάλα ή σε ένα σχολείο, ήξερα ότι ήθελα να επιστρέψω στην Ελλάδα, ήλπιζα να μπορέσω να κάνω κάτι στο οποίο ήμουν καλή. Πήγα πίσω στις ΗΠΑ και σκέφτηκα πολύ για το τι θα μπορούσα να κάνω αν γυρνούσα στην Ελλάδα. Έκανα μεταπτυχιακό στο NYU και ενώ ήμουν εκεί, δούλεψα σε πολλά διαφορετικά μίντια (σ.σ. μεταξύ άλλων και στο Saveur), αλλά ο στόχος ήταν ακόμα ο ίδιος: να επιστρέψω στην Ελλάδα».

katherine whitaker Katherine Whittaker, social media manager στο Birdman. Φωτογραφίζεται έξω από το "Birdman". Τρίτη 23 Μαρτίου 2021. Φωτογραφίες: Oneman.gr / Φραντζέσκα Γιαϊτζόγλου Watkinson
Katherine Whittaker, social media manager στο Birdman. Φωτογραφίζεται έξω από το “Birdman”. Τρίτη 23 Μαρτίου 2021.
Φωτογραφίες: Oneman.gr / Φραντζέσκα Γιαϊτζόγλου Watkinson

Το 2018, η Katherine άφησε όλα της τα υπάρχοντα στο σπίτι των γονιών της στη Νέα Υόρκη και έβγαλε ένα εισιτήριο για την Ελλάδα χωρίς να έχει κάποιο μεγάλο πλάνο για τη ζωή της εδώ. Νοίκιασε το πρώτο της διαμέρισμα στην πλατεία Βαρνάβα στο Παγκράτι και στη συνέχεια μετακόμισε στην Κυψέλη. «Είναι διασκεδαστικό να περπατάς. Έχουν περάσει μόνο λίγοι μήνες, αλλά έχω παρατηρήσει τόσες πολλές βιτρίνες και φανταστικά νέα μαγαζιά που είναι ανοιχτά τώρα ή θα ανοίξουν σύντομα. Και για να είμαι ειλικρινής, αυτό είναι κάτι που με συναρπάζει στην Αθήνα γενικά. Είναι τόσο ζωντανή, αλλάζει συνέχεια και υπάρχει πάντα κάτι να περιμένουμε».

«Το να εργαστώ στο Saveur ήταν σίγουρα η πιο σημαντική επαγγελματική εμπειρία που είχα ποτέ. Ξεκίνησα εκεί ως ασκούμενη ενώ ήμουν στο μεταπτυχιακό μου και θυμάμαι να προσφέρομαι να κάνω τα πάντα. Όταν με προσέλαβαν ως digital editor, κατέληξα να έχω τόσες πολλές καταπληκτικές ευκαιρίες, και ένα μεγάλο μέρος αυτού οφείλεται στο αφεντικό μου, Max Falkowitz, στον οποίο είμαι ιδιαίτερα ευγνώμων. Ταξίδεψα στην Ελλάδα (πολλές φορές), στην Αργεντινή, στο Μεξικό, στο τροπικό δάσος του Περού και στο Τέξας (περισσότερες από μία φορές), για να αναφέρω μόνο μερικά, και έγραψα αφιερώματα για το περιοδικό, φωτογράφησα και επεξεργάστηκα βίντεο για τα οποία είμαι μέχρι και σήμερα πολύ περήφανη και έμαθα για πρώτη φορά τα social media. Αυτό άλλαξε εντελώς τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζω την αφήγηση και τα είδη των ιστοριών που βρίσκω ενδιαφέροντα. Και, ειλικρινά, αν δεν είχα εργαστεί στο Saveur, δεν είμαι σίγουρη ότι θα ήμουν εδώ που βρίσκομαι σήμερα. Με ενέπνευσε επίσης να γίνω λίγο πιο τολμηρή στην κουζίνα.

Έτρωγα τα πάντα (δοκίμασα ένα ποτό που έχει υποστεί ζύμωση στον Αμαζόνιο και ονομάζεται chicha de muko, το οποίο απαιτεί να μασήσεις και να φτύσεις το καλαμπόκι που θα γίνει η ζύμωση και έφαγα περισσότερα έντομα από όσα μπορώ να μετρήσω), αλλά δεν ήξερα τίποτα για το μαγείρεμα. Όταν ήμουν στο κολέγιο, δεν είχα επιφάνεια κοπής ή ένα καλό μαχαίρι και έφτιαχνα κυρίως ζυμαρικά. Στο Saveur, είχα γύρω μου μερικούς από τους καλύτερους σεφ στον κόσμο και την ευκαιρία να δοκιμάσω μερικά από τα πιο εκπληκτικά φαγητά που είχα φάει ποτέ. Παρακολουθώντας όλα αυτά, έμαθα πολλά. Συνεχίζω να φτιάχνω pasta, αλλά είμαι πιο ανοιχτή στον πειραματισμό με μπαχαρικά και τους συνδυασμούς γεύσεων».

«Νομίζω ότι ένας food writer πρέπει να δει όλη την ιστορία. Να βρει τους χαρακτήρες και να επισημάνει τι είναι ενδιαφέρον για εκείνον και να αποφασίσει πώς θα πει όσο το δυνατόν καλύτερα την ιστορία. Ένας food editor, ωστόσο, πρέπει να ακολουθήσει μια πιο συγκεκριμένη προσέγγιση, κοιτάζοντας το σύνολο από την προοπτική ενός τρίτου και να αποφασίσει ποιο είναι το πιο σημαντικό ή το πιο συναρπαστικό κομμάτι. Όταν γράφεις, μερικές φορές έχεις επενδύσει τόσο πολύ σε κάτι, αλλά ένας συντάκτης πρέπει να κοιτάξει τα πάντα με μία άλλη οπτική και να κόψει ό,τι δεν λειτουργεί – ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, ό,τι είναι πολύ μεγάλο.

Οι καλοί συντάκτες πρέπει να μπορούν να βρουν την ισορροπία και να πουν σε έναν γραφιά τι να κόψει και που να επικεντρωθεί χωρίς να τον κάνουν να νιώσει ότι η δουλειά του δεν ήταν αρκετά καλή ή να βρουν τρόπους να την αναδείξουν. Αλλά στο σημερινό κλίμα των μέσων ενημέρωσης, πρέπει πραγματικά να ξέρεις να κάνεις τα πάντα. Οι food writers πρέπει να προσπαθήσουν να γίνουν οι καλύτεροι food editors, και οι συντάκτες πρέπει επίσης να βρουν ιδέες, να βγουν στον κόσμο και να εξερευνήσουν για να δουν ποια θα είναι η επόμενη ιστορία. Τα όρια γίνονται όλο και πιο θολά».

Φραντζέσκα Γιαϊτζόγλου Watkinson

Η καθημερινότητά της Katherine ως social media manager διαφέρει από μέρα σε μέρα, αλλά το εστιατόριο αποτελεί τη βάση της. Η ίδια λέει χαριτολογώντας ότι κρέμεται από την κουζίνα, περιμένοντας να συμβούν πράγματα που μπορεί να φωτογραφίσει και να ποστάρει. «Νέα πιάτα, σημαίνει μία μεγάλη φωτογράφηση. Προσπαθώ επίσης να τραβάω φωτογραφίες και βίντεο της διαδικασίας του μαγειρέματος για να δώσω στο κοινό μας μια εσωτερική ματιά στο πώς συνδυάζονται όλα αυτά. Ζητώ από τους ανθρώπους να κρατάνε συνεχώς φαγητά – αν κοιτάξετε συγκεκριμένα τους λογαριασμούς Birdman / Ekiben, θα βρείτε πολλούς από τους ανθρώπους που εργάζονται στο εστιατόριο να κάνουν διπλή δουλειά ως μοντέλα χεριών. Δεδομένου ότι γράφω και στα sites, υπάρχει πολλή δουλειά και έρευνα στον υπολογιστή. Αλλά κυρίως, προσπαθώ να σκεφτώ φρέσκους τρόπους λήψης και προώθησης των πιάτων. Να είναι διασκεδαστικοί και ειλικρινείς.

Δύσκολο να διαλέξω το αγαπημένο μου εστιατόριο από τον Άρη Βεζενέ. Προάγουν όλα το ίδιο ήθος στις πρώτες ύλες, αλλά είναι πραγματικά διαφορετικά. Λατρεύω το Birdman – θα μπορούσα να τρώω ένα Birdman Smash κάθε μέρα – αλλά μου λείπει πραγματικά το φαγητό από το Vezene που έκλεισε στην αρχή του πρόσφατου lockdown. Χτένια τραχανά, αρνί, ζυμαρικά με αχινό και, φυσικά, οποιαδήποτε από τις κοπές κρεάτων – θα μπορούσα να τα φάω όλα αυτά τώρα».

Το φαγητό, τα social media και η κουλτούρα γύρω από αυτό

«Θεωρώ ότι κατά κάποιον τρόπο οι διαχειριστές κοινωνικών μέσων πρέπει να έχουν τα ίδια προσόντα με όσους εργάζονται στα food media. Πρέπει να είναι σε θέση να βρίσκουν συνεχώς ιδέες που ταιριάζουν στο brand με το οποίο συνεργάζονται. Να καταλάβουν πώς να ενσωματώσουν τα πολυμέσα στη δουλειά τους, λαμβάνοντας υπόψη τι ενδιαφέρεται να μεταφέρει ο πελάτης, ενώ σκέφτονται επίσης τους τρόπους με τους οποίους θα θέλει να τα δεχτεί όλα αυτά το κοινό.

Πιστεύω επίσης ότι τώρα, τα κοινωνικά μέσα απομακρύνονται από την τέλεια, καλογυαλισμένη εικόνα και ακολουθούν μια πιο ρεαλιστική προσέγγιση, που αγκαλιάζει τις ιδιομορφίες της προσωπικότητας ή του brand πίσω από τον λογαριασμό. Είναι υπέροχο που συμβαίνει αυτό γιατί κανείς δεν είναι τέλειος και αυτές οι ιδιορρυθμίες και οι εκκεντρικότητες είναι που διατηρούν ένα brand ενδιαφέρον. Οι άνθρωποι ανταποκρίνονται στην ανθρώπινη φύση και στην ιστορία πίσω από μια φωτογραφία, οπότε είναι σημαντικό να σκεφτείς πώς να αναδείξεις την ανθρώπινη πλευρά του πελάτη σου, παρουσιάζοντας παράλληλα την καλύτερη εκδοχή του».

Μιλώντας αναπόφευκτα για φαγητό και social media, η Katherine θίγει ένα πολυσυζητημένο θέμα. Την πίεση που νιώθουμε να φωτογραφήσουμε το πιάτο μας και φυσικά να δείχνει όμορφο. Το ίδιο ισχύει για τις φωτογραφίες από τα ταξίδια μας και τις selfies. Στην πραγματικότητα όμως τίποτα δεν είναι τόσο τέλειο. «Πραγματικά, αν είναι νόστιμο και σημαίνει κάτι για εσένα ποιος νοιάζεται; Νομίζω ότι η ιστορία πίσω από ένα πιάτο και οι ατέλειές του είναι αυτά που έχουν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Βλέποντας όμως τη θετική πλευρά, νομίζω ότι τα social media επέτρεψαν επίσης σε άτομα που είναι εξαιρετικά nerd με την κουλτούρα των συνταγών να περάσουν πολύ καλά.

Για μένα, είναι εξίσου σημαντικό να μάθω από πού προέρχεται μια συνταγή και την πολιτιστική της σημασία, και ενώ πλατφόρμες όπως το Instagram μπορούν σίγουρα να οδηγήσουν σε απαλλοτρίωση όταν πρόκειται για φαγητό, μπορούν επίσης να δώσουν μία εικόνα των ανθρώπων και του τόπου. Μερικά παραδείγματα που μπορώ να σκεφτώ είναι οι Austin Bush, Betty Liu, Priya Krishna, Katie Parla και Samin Nostrat – παρέχουν κάτι περισσότερο από απλές συνταγές, σου διδάσκουν από πού προέρχεται το πιάτο και γιατί είναι σημαντικό. Και τώρα που το σκέφτομαι, όλοι αυτοί έχουν πραγματικά καταπληκτικά βιβλία, στα περισσότερα ενσωματώνουν κάποιο ταξίδι και την κουλτούρα ενός τόπου, έτσι μπορείς να διαβάσεις τα βιβλία τους, αλλά να δεις επίσης πώς ξετυλίγεται όλο αυτό στα παρασκήνια, μέσα από τους λογαριασμούς τους στα social media. Έτσι, υπό αυτήν την έννοια, βλέπεις την πραγματική διαδικασία μαγειρέματος.

Άλλη περίπλοκη πτυχή των κοινωνικών μέσων μαζικής ενημέρωσης και του φαγητού είναι όταν κάτι γίνεται viral. Συγκεκριμένα, σκέφτομαι το trend feta pasta με το οποίο τρελάθηκαν στο TikTok. Από τη μία πλευρά, αυτό είναι καταπληκτικό, επειδή έχεις μια εντελώς νέα ομάδα ανθρώπων που μαγειρεύουν κάτι και ενθουσιάζονται για ένα προϊόν που ίσως δεν ήξεραν πριν. Από την άλλη όμως, τι είδους φέτα αγοράζουν; Αυτό είναι ένα πρόβλημα στις ΗΠΑ, επειδή στην πλειονότητα, η φέτα που βρίσκεις στο σούπερ μάρκετ είναι προϊόν κακής ποιότητας.

Οι άνθρωποι το κάνουν επειδή είναι δημοφιλές, αλλά δεν μαθαίνουν πραγματικά κάτι γι΄ αυτό. Υποθέτω ότι είναι εντάξει να κάνεις κάτι μόνο για να το κάνεις, αλλά νομίζω ότι αυτή είναι μια χαμένη ευκαιρία να μάθεις. Κατά τη διάρκεια της πανδημίας, τα social media ένωσαν τους ανθρώπους και το φαγητό με νέους τρόπους. Θυμάστε το banana bread; Ή το ψωμί γενικά; Θα ξεκινούσα συζητήσεις με ανθρώπους που δε γνώριζα προσωπικά μόνο και μόνο γιατί είδα κάτι που μαγείρευαν. Με έκανε να νιώθω λιγότερη απομόνωση».

Σκέφτομαι πολύ τη σύνδεση φαγητoύ και κουλτούρας. Ο νεωτερισμός μάς ωθεί να αλλάξουμε τι τρώμε και πώς, το οποίο προφανώς έχει τεράστια επίδραση στις παραδοσιακές μεθόδους παραγωγής. Πάρε για παράδειγμα το τυρί. Η βιομηχανοποιημένη παραγωγή είναι γρήγορη, φθηνή και εύκολη και ο μέσος καταναλωτής δυσκολεύεται να δικαιολογήσει τα επιπλέον ευρώ που θα δώσει για ένα χειροποίητο προϊόν που έγινε σε μία φάρμα, όπου τα ζώα τρέφονται με βότανα και χορτάρι. Επομένως, αυτό δεν επηρεάζει μόνο αυτό που τρώνε οι άνθρωποι, αλλά κι έναν ολόκληρο τομέα εργασίας – οι αγρότες αναγκάζονται να προσαρμοστούν ή πρέπει να σταματήσουν, και εάν αφήνουν πίσω τους αυτές τις παραδοσιακές μεθόδους παραγωγής, αυτή είναι μια ολόκληρη πτυχή του πολιτισμού που απλώς εξατμίζεται.

Υπάρχει βέβαια μια παγκόσμια τάση, που θέλει τους ανθρώπους να επιστρέφουν σε χωριά και αγροκτήματα για να εργαστούν. Προσπαθούν να γυρίσουν σε έναν πιο υγιεινό τρόπο διατροφής και παραγωγής τροφίμων, που πιστεύω ότι είναι υπέροχο. Το “τρώμε καλά” αποκτά πλέον νέα εργαλεία όπως τα κοινωνικά μέσα και το δημιουργικό branding. Ανυπομονώ να απομακρυνθώ από την κουλτούρα της μάζας και να επιστρέψω σε κάτι πιο δημιουργικό, ωμό και αυθεντικό – και το φαγητό έχει τη δύναμη να το κάνει αυτό».