4 αθηναϊκές ταβέρνες για να επιστρέφουμε ξανά και ξανά
Δεν σε ξεγελούν με υπερβολές, δεν αλλάζουν κάθε σεζόν, αλλά προσφέρουν τίμιο και νόστιμο φαγητό που σέβεται την παράδοση και τον πελάτη.
- 21 ΙΑΝ 2026
Λίγα πράγματα στην πόλη μάς δίνουν την ίδια αίσθηση θαλπωρής και γεύσης όπως μια καλή ταβέρνα. Αναφέρομαι στις κλασικές, αυθεντικές ταβέρνες, που αποτελούν κομμάτι της γειτονιάς που τις αγκάλιασε. Ανάμεσα σε μια πληθώρα επιλογών και νέων αφίξεων, υπάρχουν κάποιες διευθύνσεις που δεν χάνουν την ουσία τους και παραμένουν σταθερές αξίες: οι ταβέρνες που επιστρέφουμε ξανά.
Δεν έχουν τελειωμό οι ιστορίες της κυρίας Γεωργίας, της ψυχής του Σπανού (Αριστείδου Οικονόμου 12) στα Κάτω Πατήσια, και πώς να έχουν άλλωστε αφού η ταβέρνα είναι το σπίτι της. Μαζί με τον σύζυγό της Παναγιώτη Σπανό, ανέλαβαν το μαγαζί το 1981, και παρόλο που το μαγαζί έχει περάσει στη νεότερη γενιά, θα τους βρεις εδώ.
Μια νησιώτικη φροντισμένη αυλή σε υποδέχεται, σειρά έχει η ψησταριά, όπου γυρνούν οι σούβλες σαν να είναι κάθε μέρα Πάσχα και στο τέλος η σάλα, ζεστή, γεμάτη λαογραφικά αντικείμενα, βιβλία και κεντήματα, «προίκα» της κυρίας Γεωργίας. Τα κρασοβάρελα στο πατάρι έχουν πια διακοσμητικό ρόλο αλλά για 38 χρόνια γέμιζαν με μούστο. Αν υπάρχει όμως κάτι που είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την ιστορία του μαγαζιού, αυτό είναι το τζουκ μποξ.
Μπορεί να μην παίζει πια, αλλά στέκει εκεί να θυμίζει όλα τα γλέντια που έχουν γίνει αλλά και ότι για πολλά χρόνια λειτουργούσε ως επιπλέον εισόδημα για να πληρώνουν οι ιδιοκτήτες το ενοίκιο του μαγαζιού. Η κουζίνα είναι πεντακάθαρη και τακτοποιημένη και η κυρία Γεωργία έχει το γενικό πρόσταγμα για όλα. Σπεσιαλιτέ του μαγαζιού τα αρνίσια παϊδάκια και το αγρινιώτικο κοκορέτσι. Όλα τα κρέατα έρχονται φρέσκα από τη Βόνιτσα, τόπο καταγωγής του κυρίου Παναγιώτη.
Πιάτο θρυλικό όμως είναι και τα σαλιγκάρια, κληροδότημα από τους παλιούς ιδιοκτήτες της ταβέρνας, που η ίδια κράτησε. Τα προμηθεύεται από την Κρήτη, τα προσέχει ιδιαίτερα στο καθάρισμα και το πλύσιμο και τα φτιάχνει κοκκινιστά. Χόρτα, χωριάτικη σαλάτα, κολοκυθοκεφτέδες, φάβα, τυροκαυτερή και πατάτες τηγανητές συμπληρώνουν το μενού. Για επιδόρπιο, ο σιμιγδαλένιος χαλβάς με πορτοκάλι και κανέλα είναι ένα «θεϊκό» κλείσιμο στο γεύμα. Εδώ υπάρχει ακόμα το αίσθημα της γειτονιάς, οι κάτοικοι χαιρετιούνται μεταξύ τους. Και παρότι η περιοχή δεν αποτελούσε πόλο έλξης για τους τουρίστες, φαίνεται ότι όλο και περισσότεροι αναζητούν ελληνικό, παραδοσιακό φαγητό.
Η συνοικία Κυπριάδου, ανάμεσα στα Άνω Πατήσια και το Γαλάτσι, δημιουργήθηκε στον Μεσοπόλεμο από τον μηχανικό Επαμεινώνδα Κυπριάδη. Η κηπούπολη συγκέντρωσε το ενδιαφέρον διανοούμενων και καλλιτεχνών της εποχής, με αποτέλεσμα να εγκατασταθούν και να στήσουν τα εργαστήριά τους γνωστοί ζωγράφοι της γενιάς του ’30, καθώς και της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. Σε αυτή την ιστορική συνοικία, όπου τα χαμηλά οικοδομήματα είναι πια λιγοστά – σαν κι αυτό που στεγάζεται η ταβέρνα από το 1975 – βρίσκεται και ο Σπύρος Αντώνης (Γαβριηλίδου 24). Η ταβέρνα οφείλει το όνομά της στους πρώτους ιδιοκτήτες: Ο Σπύρος έφυγε από τη ζωή, ο Αντώνης έχει πια αποσυρθεί από την επιχείρηση.
Ο κύριος Δημήτρης που έτρεχε την επιχείρηση για σαράντα χρόνια, έδωσε τη σκυτάλη στον γιο του. Στο εσωτερικό, τα τραπέζια, στρωμένα με καρό τραπεζομάντηλα, δημιουργούν μία ατμόσφαιρα οικεία και ζεστή. Όταν ο καιρός το επιτρέπει, η εσωτερική αυλή έχει την τιμητική της. Έχει μία υπέροχη ησυχία που σπάει ευχάριστα από τα ηχεία που παίζουν λαϊκά σε ντεσιμπέλ που δεν καλύπτουν τις συζητήσεις ούτε σε αναγκάζουν να φωνάζεις.
Σπεσιαλιτέ είναι τα ψητά της ώρας, με κρέατα ολόφρεσκα, ελληνικά, αλλά και τα πεντανόστιμα μαγειρευτά που φτιάχνουν καθημερινά. Μοσχάρι κοκκινιστό και λεμονάτο, κόκορας κρασάτος, μουσακάς, λαχανοντολμάδες, μπακαλιάρος, ντολμαδάκια, μαγειρίτσα και σαλιγκάρια στιφάδο είναι μόνο μερικά από αυτά και θα δυσκολευτείς να διαλέξεις. Θα βρεις και κρεμ καραμελέ για το τέλος, που εδώ την κάνουν ελαφριά, ό,τι πρέπει για κλείσιμο.
Στις ανηφοριές του Πολυγώνου, ο Αξώτης (Παπαρσενή 15) είναι μια συνοικιακή ταβέρνα με ιστορία από το 1956. Ξεκίνησε ως στέκι οικοδόμων, έγινε αγαπημένο στέκι της γειτονιάς και σήμερα βλέπει τους θαμώνες του να ανανεώνονται.
Ο χαρακτήρας της παραμένει αυθεντικός και φιλικός, δεν υπάρχουν υπερβολές, μόνο καλό φαγητό και ατμόσφαιρα που σε καλεί να καθίσεις. Εδώ, τρώμε τις καλύτερες τηγανητές πατάτες, παϊδάκια στη σχάρα, μοσχαρίσιο λουκάνικο, τυροκαυτερή και τζατζίκι που – ναι – καίνε ελαφρώς. Παρά τα χρόνια λειτουργίας και τις νοσταλγικές φωτογραφίες στους τοίχους, το μαγαζί λάμπει και δεν έχει αφεθεί στη φθορά του χρόνου.
Ο Μαύρος Γάτος (Πολέμωνος 4) στο Παγκράτι είναι η ταβέρνα που στα διπλανά τραπέζια συναντάς παλιούς θαμώνες, που θυμούνται ακόμα τον χώρο με τα βαρέλια κάποτε, νέους μάγειρες που τους βρίσκεις στις κουζίνες των πιο επιδραστικών εστιατορίων της πόλης, σομελιέ που τρώνε παϊδάκια με τα χέρια ενώ ανοίγουν Cuvée, καλλιτέχνες, οικογένειες της διπλανής πόρτας και ζευγάρια που έρχονται για ραντεβουδάκι.
Το μαγαζί στέκει αειθαλές από το 1964 και παρά την ανακαίνιση που έκανε η νεότερη γενιά, οι τοιχογραφίες του Ντόρις Παπαγεωργίου, με τον μαύρο γάτο να γλεντά, να τρώει, να πίνει και να χορεύει, έμειναν ανέπαφες. Το 1991, ο Γιώργος και η Παναγιώτα Κολεζώη αγόρασαν την επιχείρηση και ξεκίνησε μια νέα εποχή, με τα μαγειρευτά και τις χειροποίητες πίτες να γίνονται σπεσιαλιτέ. Όταν ο Γιώργος συνταξιοδοτήθηκε, άφησε τον Μαύρο Γάτο στην κόρη του, τη Βασιλική.
Μαζί με τον σύζυγό της, Γιάννη Μάνθο, όχι μόνο διατήρησαν ένα ιστορικό μαγαζί, αλλά κέρδισαν τη νέα γενιά, και τους απανταχού καλοφαγάδες. Τα παϊδάκια είναι πια φημισμένα και όσοι τα δοκιμάζουν επιστρέφουν γι’ αυτά. Τα κρέατα είναι ελληνικά, διαλεγμένα από όλη τη χώρα, από Μυτιλήνη μέχρι Αμφιλοχία. Όλα φτιάχνονται μέσα στο μαγαζί. Οι λαχανοντολμάδες παραμένουν ανάμεσα στις σπεσιαλιτέ, ενώ τα τελευταία χρόνια μπήκε και το συκώτι με μπόλια.
Η ταβέρνα, όπως λένε, πρέπει να είναι προσιτή για τον οποιοδήποτε. Για τον πελάτη που θέλει να πιει χύμα κρασί και να φάει ένα μεζέ, την οικογένεια που θέλει να χορτάσει και να μην ξεφύγει οικονομικά αλλά και εκείνον που θέλει το κάτι παραπάνω.
Και οι τέσσερις ταβέρνες έχουν κάτι κοινό: δεν σε ξεγελούν με υπερβολές, δεν αλλάζουν κάθε σεζόν, αλλά προσφέρουν τίμιο και νόστιμο φαγητό που σέβεται την παράδοση και τον πελάτη. Είναι μέρος της καθημερινότητάς μας, της γειτονιάς, της πόλης και πάνω απ’ όλα είναι μέρη όπου οι άνθρωποι μαζεύονται για να μοιραστούν φαγητό, κουβέντα και χρόνο.
Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.