GUIZIOU FRANCK/Hemis/AFP
ΑΙΩΝΟΒΙΑ

5 αθηναϊκά εστιατόρια που μετρούν περισσότερο από έναν αιώνα ζωής

Μέρη με μεγάλη ιστορία συνεχίζουν να σερβίρουν το φαγητό τους, γίνονται πόλος έλξης για τις νεότερες γενιές και τους τουρίστες και αποτελούν τον συνδετικό κρίκο μεταξύ του τότε και του τώρα. Τα μαγαζιά στα οποία έτρωγαν ακόμα και οι παππούδες μας.

Όσο η γαστρονομική σκηνή της Αθήνας γνωρίζει τη δική της άνθιση, με νέα μαγαζιά να ανοίγουν σε κάθε περιοχή της πόλης, υπάρχουν κάποια μέρη που μετρούν ολόκληρες δεκαετίες. Στον αντίποδα της ταχείας ανάπτυξης και της αναζήτησης τάσεων, εστιατόρια που μετρούν 100 χρόνια και ήταν εκεί σε σημαντικά γεγονότα της ιστορίας, συνεχίζουν την πορεία τους σε πείσμα των καιρών.

Το «Βασίλαινας» κλείνει 100 χρόνια ζωής, το «Δίπορτο» στεγάζεται σε ένα κτίριο που μετράει πάνω από 150 χρόνια και ο «Λόλος» είναι ένα από τα πιο παλιά καφενεία της Αθήνας. Μαγαζιά που έτρωγαν οι παππούδες μας, υποδέχονται τις νεότερες γενιές, πατώντας πάνω στην αποκτηθείσα γνώση τους και αγκαλιάζοντας τις σύγχρονες ανάγκες με σεβασμό στο παρελθόν.

5 μαγαζιά στην Αθήνα που έτρωγαν και οι παππούδες μας

Μέρη με μεγάλη ιστορία συνεχίζουν να σερβίρουν το φαγητό τους, γίνονται πόλος έλξης για τις νεότερες γενιές και τους τουρίστες και αποτελούν τον συνδετικό κρίκο μεταξύ του τότε και του τώρα.

Βασίλαινας

παλιά μαγαζιά αθήνα

Μία εκατονταετή διαδρομή μετράει ο «Βασίλαινας», το εστιατόριο που συνεχίζει να παρέχει comfort ψαροφαγία και να ξεχωρίζει για την ποιότητά του. Από το 1928, ο «Βασίλαινας» καθιερώνει το πρώτο menu degustation στην Ελλάδα που την εποχή εκείνη ονομαζόταν table d’ hote. Στο εστιατόριο δε σερβιριζόταν άλλο φαγητό εκτός από το μενού.

«Δεν υπάρχει περίπτωση να παραγγείλεις κάτι καλύτερο απ’ αυτό που σου σερβίρω» έλεγε ο ιδρυτής Θανάσης Βασίλαινας στους επίμονους ανυποψίαστους πελάτες του που ήθελαν «κάτι άλλο». Εκτός από τους σταθερούς πελάτες που ήταν σαν δεύτερη οικογένεια, υπήρξαν και πολλοί διάσημοι επισκέπτες όπως ο Winston Churchil, ο Elia Kazan, ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Μάνος Χατζιδάκις, η Ειρήνη Παππά, η Μελίνα Μερκούρη, ο Νίκος Χατζηκυριάκος – Γκίκας, ο Γιώργος Σεφέρης, ο Στρατής Μυριβήλης κ.α.

Η σκυτάλη βρίσκεται πλέον στην 3η γενιά στα χέρια του Θανάση Βασίλαινα. Ο «Βασίλαινας» με τη μακρά του ιστορία, προτείνει ιδιαίτερα πιάτα με φινέτσα και σύγχρονη άποψη που βασίζονται πάντα στις καλύτερες πρώτες ύλες. Σε μια καλαίσθητη, φιλόξενη ατμόσφαιρα το δημιουργικό του μενού αποκτά μια casual προσωπικότητα και ο «Βασίλαινας» παρουσιάζει γευστικές προτάσεις όπως το μπαρμπούνι σε κρούστα σαβόρο με σταφίδες, δεντρολίβανο, ντομάτα, παλαιωμένο ξύδι και το ψητό καλαμάρι με φάβα, γλυκόξινο σταμναγκάθι, μελάνι σουπιάς και σουτζούκι και η σφυρίδα με χόρτα εποχής, ψητή σελινόριζα και αβγολέμονο μάραθου.

Φυσικά, δε λείπουν τα πιάτα της εκατονταετούς διαδρομής του, όπως η διάσημη ταραμοσαλάτα του, ενώ το μενού εμπλουτίζεται συνεχώς με πολλά πιάτα ημέρας, ανάλογα με την αγορά και την εποχή. Η αφοσίωση και το μεράκι στον “Βασίλαινα” παραμένουν αναλλοίωτα στο χρόνο, όπως και η αγάπη για το καλό κρασί.

Καραβίτης

Στην πόρτα της αυλής, που βρίσκεται ακριβώς απέναντι από το εστιατόριο και ανοίγει όταν έρχεται η άνοιξη, υπάρχουν τρύπες πολυβόλων από τον Εμφύλιο. Στην ίδια αυλή, ήταν σήμα κατατεθέν ένας φοίνικας από το 1900, που όμως έπρεπε να κοπεί λόγω παλαιότητας. Δίπλα από την αυλή υπάρχει ένα ερειπωμένο νεοκλασικό που το έχτισε ένας πλούσιος Έλληνας από την Αμερική και έξω από αυτό έγινε ανταλλαγή πυρών στα Δεκεμβριανά.

Όλη η πορεία του Καραβίτη μοιάζει να είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με ιστορικά γεγονότα της Ελλάδος. Ο κύριος Βαγγέλης, ένα από τα μέλη της οικογένειας που έχει αναλάβει την επιχείρηση μαζί με τα αδέρφια του, ήταν ο τελευταίος που γεννήθηκε ενός του μαγαζιού, καθώς μέχρι το ’60 τα πίσω δωμάτια ήταν το σπίτι της φαμίλιας.

Ο Θόδωρος Λινάρδος και ο γαμπρός του Παναγιώτης Καραβίτης, ξεκίνησαν το μαγαζί το 1926 ως καρβουνιάρικο, που τότε δούλευαν με καυσόξυλα και έκαναν κανένα πρόχειρο μεζέ μαζί με κρασί. Έτσι, συνέχισαν μέχρι τη δεκαετία του ’40 ενώ μετά το ’50 σταμάτησε το κάρβουνο και το γύρισαν σε ταβέρνα. Λόγω της περιοχής, που τα Ανάκτορα ήταν πολύ κοντά, ο Καραβίτης έστελνε κρασί και οι εργάτες του Παναθηναϊκού Σταδίου ήταν θαμώνες. «Η Βασιλέως Κωνσταντίνου χωρίζει τους Πατρικίους με τους πληβείους τρόπον τινά» λέει ο κύριος Βαγγέλης.

Ο ίδιος ανέλαβε το μαγαζί τέλη της δεκαετίας του ’70 μαζί με τα αδέρφια του, αφήνοντας ίδιο το μαγαζί που ο πατέρας του έχτισε πέτρα – πέτρα. Από τα χρόνια που ήταν παιδί μέχρι σήμερα έχει να θυμηθεί πολλές ιστορίες. Από τους καλλιτέχνες που σύχναζαν εδώ, από τον Μάνο Χατζιδάκι και τη Μελίνα Μερκούρη, μέχρι όλους τους πολιτικούς – πλην του Ανδρέα Παπανδρέου όπως τονίζει – όλοι πέρασαν από τον Καραβίτη.

«Παλιά δούλευαν γυναίκες και συγγενείς και είχαμε πάντα σπιτικό καλό φαγητό, οικογενειακό. Στην αρχή ήταν μαγειρευτά γιατί τότε δεν υπήρχε και η δυνατότητα να φας κρέας. Αυτό άλλαξε από τις αρχές του ‘60 και μετά που άρχισε η οικονομική ανάπτυξη. Θυμάμαι επί χούντας κάθε Πέμπτη απαγορευόταν η πώληση χοιρινού, δεν ξέρω και γιατί. Παλιά στις εκλογές μάς έκλειναν το Σαββατοκύριακο να μην πίνει ο κόσμος αλκοόλ, σιγά σιγά άρχισε αυτό άρχισε να ατονεί, μας έλεγαν ‘άνοιξε αλλά μη σερβίρεις αλκοόλ’ και τελικά σταμάτησε εντελώς» θυμάται ο κύριος Βαγγέλης.

Η πελατεία πλέον έχει αλλάξει, υπάρχει συνεχώς ανανέωση στις ηλικίες και αυτό μόνο καλό μπορεί να είναι. Οι μερίδες μεγάλες, value for money, και το φαγητό πεντανόστιμο, από τα ζουμερά μπιφτέκια, τις πατάτες τηγανητές και τα δημοφιλή παϊδάκια.

«Η πελατεία μας ανανεώνεται. Τώρα, έχει μάθει ο κόσμος και κάνει κρατήσεις, κάπως μου κακοφαίνεται. Παλιά ξέραμε ανάλογα με τη μέρα που είναι ποιος θα έρθει και πού θα καθίσει». Όση ώρα μιλάμε, βλέπουμε στο YouTube το βιντεοκλίπ του Μάκη Χριστοδουλόπουλο για το κομμάτι του, Δεν κοιμάμαι τώρα πια τα βράδια. Οι θαμώνες, θα αναγνωρίσουν την ταβέρνα.

Λόλος

Όταν ο Θανάσης, ο ένας εκ των δύο νεαρών ιδιοκτητών του Λόλου, ήταν παιδί, το Κουκάκι ήταν αρκετό διαφορετικό. Μόνο στην οδό Ολυμπίου που βρίσκεται το καφενείο, υπήρχαν τέσσερα μαγαζιά, ενώ τώρα μετράει 26. Η τρίτη γενιά που έχει στα χέρια της την επιχείρηση από το 2016, την παρέλαβε από τον κύριο Θόδωρο, ο οποίος την έτρεξε για 25 χρόνια. Πιο πριν, τον Λόλο είχε ο Γρηγόρης για περίπου 20 χρόνια.

Στην πρώιμη λειτουργία του, ο Λόλος ήταν ένα καθαρόαιμο καφενείο της εποχής, που συνδύαζε και μια χαρτοπαιχτική λέσχη. «Το τραπέζι που έπαιζαν χαρτιά, το κρατήσαμε κι εμείς. Έφυγε λίγο πριν τον κορονοϊό» λέει ο Θανάσης. Με τον συνέταιρό του τον Νίκο, έχουν αφήσει απείραχτο το σκηνικό, πέρα από τον εκσυγχρονισμό της κουζίνας. Στους τοίχους, φιγουράρουν φωτογραφίες του ηθοποιού Διονύση Παπαγιαννόπουλου, ο οποίος εκτός από θαμώνας ήταν και θείος του Θόδωρου.

«Ο Θόδωρος έβαλε και μεζεδάκια, αλλά εμείς το εξελίξαμε» λέει ο Θανάσης, τονίζοντας ότι εδώ τρώει κάποιος κάθε λογής φρέσκο ψάρι, καθώς επίσης θαλασσινά και μαγειρευτά, από τα χεράκια της κυρίας Παναγιώτας, που είναι και η πεθερά του.

Στα τραπέζια του Λόλου, οι θαμώνες αλλάζουν ανάλογα με την ώρα της ημέρας. Το πρωί, τα τραπέζια καταλαμβάνουν οι παλιοί, οι παππούδες που περιμένουν το μεζεδάκι τους χωρίς να παραγγείλουν. Όσο περνάει η ώρα, οι ηλικίες είναι σαφώς νεότερες. «Η μετάβαση έγινε πολύ ομαλά. Ο πατέρας μου ήταν φίλος με τον Θόδωρο, τον βοηθούσε και στο σέρβις καμία φορά. Κι εγώ ερχόμουν εδώ με την παρέα μου για ρακές» θυμάται ο Θανάσης.

Τόσο ο ίδιος όσο και ο Νίκος έχουν καταφέρει να κρατήσουν την παρεϊστικη ατμόσφαιρα του μαγαζιού. Εκτός από την επιμονή στην ποιότητα, τη γεύση και τις τιμές, δίνουν σημασία στην προσωπική επαφή. «Είναι η ειδοποιός διαφορά από τα άλλα μαγαζιά» καταλήγει ο Θανάσης. Όσο για τους παππούδες, θεωρούν σίγουρα το μαγαζί πιο δικό τους από τους νέους ιδιοκτήτες.

Δίπορτο

διπορτο Eurokinissi

Στη λίστα τους με τίτλο “Where to eat in Athens” το διάσημο δίδυμο Anders Husa – Kaitlin Orr, συμπεριέλαβε το «Δίπορτο» στα μέρη που πρέπει να επισκεφτεί κάποιος που βρίσκεται στην Αθήνα. Η ταβέρνα – κουτούκι στεγάζεται σε ένα κτίριο που ξεπερνάει τα 150 χρόνια ζωής και παραμένει πόλος έλξης για τους απανταχού ταξιδιώτες αλλά και όλους όσοι αναζητούν μια αυθεντική ελληνική γωνιά.

Το Δίπορτο εξακολουθεί να μην έχει πινακίδα που να σε προϊδεάζει • αρκεί να κατέβεις τα σκαλιά προσέχοντας το κεφάλι σου για να βρεθείς στην ταβέρνα. Το σκηνικό ίδιο και απαράλλαχτο, με τα βαρέλια να αποτελούν βασικό χαρακτηριστικό του μέρους. Οι παρέες στα τραπέζια εναλλάσσονται (δεν είναι άλλωστε και πολλά), το κοινό ετερόκλητο και το μενού της ημέρας.

Όσπρια, όπως γίγαντες, ρεβίθια και φάβα, σαλάτες και λαχανικά, ψάρια και θαλασσινά, όπως σουπιές με σπανάκι είναι μερικά από τα πιάτα που θα φας. Στο Δίπορτο μπορεί να μην φας το καλύτερο φαγητό της ζωής σου, αλλά είσαι σε ένα μέρος όπου η ιστορία έχει γραφτεί στους τοίχους του.

Μαύρος Γάτος

Στο ίδιο σημείο παραμένει από το 1964 η ταβέρνα, με τους σύγχρονους ιδιοκτήτες να έχουν διατηρήσει τη γνώριμη ατμόσφαιρα. Στους τοίχους, οι τοιχογραφίες του ζωγράφου Ντόρις Παπαγεωργίου, έχουν μείνει ανέπαφες, με τον μαύρο γάτο να επιδίδεται σε γλέντια, φαγοπότια και χορούς με γυναίκες.

Η ιστορία λέει ότι ο Ντόρις, ο οποίος στα τελευταία χρόνια της ζωής του είχε ξεμείνει από χρήματα, ζωγράφισε τους τοίχους με αντάλλαγμα από τον παλιό ιδιοκτήτη, φαγητό και κρασί (κυρίως το δεύτερο). Ο ζωγράφος έφερε στην ταβέρνα μία εσάνς από τα παριαζιάνικα καμπαρέ και ο πρωταγωνιστής των τοιχογραφιών συνέδεσε το όνομά του με αυτό του μαγαζιού.

Το 1991, ο Γιώργος και η Παναγιώτα αγόρασαν την επιχείρηση κι έτσι ξεκίνησε μια νέα εποχή, με τα μαγειρευτά της δεύτερης και τις χειροποίητες πίτες. Όταν ο κύριος Γιώργος αποφάσισε να βγει στη σύνταξη, άφησε τον Μαύρο Γάτο στην κόρη του Βασιλική. Η ίδια θυμάται να βοηθάει τους γονείς της όσο ήταν στο δημοτικό και όταν ήρθε η ώρα να πάρει τα ηνία, τη δουλειά την ήξερε πολύ καλά. Με τον σύζυγό της, Γιάννη, κατάφεραν όχι μόνο να διατηρήσουν ένα ιστορικό μαγαζί, αλλά να κερδίσουν τη νέα γενιά και να κερδίσουν τους απανταχού καλοφαγάδες.

«Όταν συνταξιοδοτήθηκε ο θείος μου που έψηνε, ο Γιάννης ανέλαβε τη θέση του και από τότε εξέλιξε κατά πολύ το κρέας, τις κοπές και το κρασί, τόσο το χύμα όσο και τα εμφιαλωμένα» λέει η Βασιλική. Το ζευγάρι είναι υπεύθυνο και για τα φημισμένα παϊδάκια, που όσοι τα έχουν δοκιμάσει, επιστρέφουν γι’ αυτά ξανά και ξανά. Τα κρέατα είναι ελληνικά, καλοδιαλεγμένα από όλη την Ελλάδα, όπως Μυτιλήνη και Αμφιλοχία, όπως διαλεχτές είναι όλες οι πρώτες ύλες. Οι λαχανοντολμάδες είναι ανάμεσα στις σπεσιαλιτέ των μαγειρευτών.

Από αλλαγές, έχουν φύγει μόνο τα βαρέλια που πιθανότατα να θυμούνται οι παλιότεροι. Ο Μαύρος Γάτος διατήρησε την ταυτότητά του ακόμα και σε περιόδους κρίσης, με τη Βασιλική να κρατάει γερά, όταν γύρω τις ξεφύτρωναν μεζεδοπωλεία. «Να που οι διαχρονικές αξίες μένουν» λέει και δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω μαζί της. Στον Μαύρο Γάτο όλοι είναι φίλοι και γνωστοί, μια παρέα που θέλει να τρώει και να περνάει καλά. Ακριβώς όπως και ο γάτος του Ντόρις.

Το OneCity είναι ο νέος οδηγός της Αθήνας. Γειτονιές, πρόσωπα, εστιατόρια και street food, τάσεις και αφίξεις σε διασκέδαση και πολιτισμό. Ό,τι συμβαίνει στην πόλη βρίσκεται στο OneCity by OneMan!