ΓΕΥΣΗ

Ο Μαύρος Γάτος είναι η ταβέρνα που αξίζει στην Αθήνα

Στα 61 χρόνια της ιστορίας της, η ταβέρνα του Παγκρατίου έχει ταΐσει γενιές και γενιές παϊδάκια και μαγειρευτά και συνεχίζει να κερδίζει νέο κόσμο στην πόλη.

Κάποια χρόνια πριν, τρώγαμε με μία παρέα στην Παλιά Αθήνα στη Θεσσαλονίκη και ο Μανώλης Γεωργακάκης, ο συμπαθέστατος ιδιοκτήτης και η ψυχή του μαγαζιού, μου είχε πει κάτι που θυμάμαι ακόμα.

«Μπορεί σε ένα τραπέζι να τρώει κάποιος σουτζουκάκι και να πίνει βαρελίσια ρετσίνα και στο διπλανό να ανοίγουν ένα ακριβό κρασί του Ροδανού και να παραγγέλνουν μια κοπή. Όλοι στον ίδιο χώρο. Όλα τα μήκη και πλάτη της κοινωνίας μας μαζί».

Αυτή είναι η φιλοσοφία του ιδιοκτήτη της θρυλικής ταβέρνας από όπου έχει περάσει όλη η Θεσσαλονίκη στον σχεδόν μισό αιώνα λειτουργίας της. Και που μπορεί κανείς να ξοδέψει όσα σηκώνει η τσέπη του κι ένας άλλος να λαχταρίσει να φάει χαλβά του μπακάλη.

Κάθε φορά που κάθομαι στον Μαύρο Γάτο στο Παγκράτι, σκέφτομαι ότι τα λόγια του κυρίου Μανώλη ταιριάζουν γάντι στην περίπτωσή του. Ίσως γιατί είναι ένα μαγαζί τόσο αγαπητό σε ένα τόσο ετερόκλητο κοινό.

Στα διπλανά τραπέζια συναντάς παλιούς θαμώνες που θυμούνται ακόμα τα βαρέλια στον χώρο, νέους μάγειρες που τους βρίσκεις στις κουζίνες των πιο επιδραστικών εστιατορίων της πόλης, σομελιέ που τρώνε παϊδάκια με τα χέρια ενώ ανοίγουν Cuvée, καλλιτέχνες, οικογένειες της διπλανής πόρτας και ζευγάρια που έρχονται για ραντεβουδάκι.

«Μπορείς να φανείς αλλά και να κρυφτείς εδώ. Ακόμα βγαίνουν ραντεβού αλλά την ίδια στιγμή συναντιούνται να μιλήσουν για δουλειά. Η έννοια της συνάντησης είναι ζωντανή στον Μαύρο Γάτο».

Ο φίλος μου ο Αλέξανδρος Μωραΐτης, ιδιοκτήτης του οπωροπωλείου ΦΑΡΜΑ Grocery, ζει την τελευταία δεκαετία στο Παγκράτι και είναι πιστός θαμώνας της ταβέρνας.

Για εκείνον, ο Μαύρος Γάτος παραμένει ένα μαγαζί της γειτονιάς, που δεν χρειάζεται να κλείσεις τραπέζι, αφού πάντα θα σε «βολέψουν» κάπου και που μόλις μπεις θα αρχίσεις να χαιρετάς γνωστούς.

Στην Αθήνα, η ταβέρνα αποτελεί είδος προς εξαφάνιση. Και δεν αναφέρομαι σε οτιδήποτε έχει μπροστά τη λέξη «γαστρό», ούτε στα μαγαζιά που πουλούν τάχα μου απλότητα και παλιό αθηναϊκό εστέτ,  αλλά στην κλασική εκδοχή της.

Αυτή που για να την πετύχεις πρέπει να σου έχει κληροδοτηθεί με κάποιο τρόπο, γιατί συνταγή για να τη φτιάξεις δεν υπάρχει. Βλέπετε, η αθηναϊκή ταβέρνα, (όπως και το καφενείο), δεν ήταν ποτέ απλώς ένας χώρος εστίασης.

Ήταν και παραμένει σημείο συνάντησης, κοινωνικοποίησης, γέλιου, συζητήσεων και ανθρώπινης επαφής.

Στους τοίχους της έχουν αποτυπωθεί στιγμές καθημερινότητας, γιορτής, ακόμα και θλίψης – όλα όσα συνθέτουν τη ζωή. Δεν θα σε σηκώσουν από το τραπέζι μόλις τελειώσεις. Δεν υπάρχουν εκπλήξεις, ούτε προσποιητές πινελιές. Ξέρεις τι να περιμένεις και αυτό ακριβώς είναι το ζητούμενο.

Στο Παγκράτι, μια γειτονιά που αλλάζει με ρυθμούς gentrification, ο Μαύρος Γάτος στέκει αειθαλής από το 1964 στην οδό Πολέμωνος.

Κατεβαίνεις τα δυο σκαλάκια και όλα είναι εκεί. Οι τοιχογραφίες του Ντόρις Παπαγεωργίου στους τοίχους, με τον μαύρο γάτο να γλεντά, να τρώει, να πίνει, να χορεύει.

 

Λένε πως ο Ντόρις, στα τελευταία του, ζωγράφιζε τους τοίχους με αντάλλαγμα φαγητό και κρασί. (Κυρίως κρασί). Έφερε στην ταβέρνα μια εσάνς παριζιάνικου καμπαρέ και συνέδεσε για πάντα τον γάτο με το όνομα του μαγαζιού.

Το 1991, ο Γιώργος και η Παναγιώτα Κολεζώη αγόρασαν την επιχείρηση και ξεκίνησε μια νέα εποχή, με τα μαγειρευτά και τις χειροποίητες πίτες να γίνονται σπεσιαλιτέ. Όταν ο Γιώργος συνταξιοδοτήθηκε, άφησε τον Μαύρο Γάτο στην κόρη του, τη Βασιλική.

Εκείνη θυμάται να βοηθά τους γονείς της από το δημοτικό και μόλις ήρθε η ώρα να αναλάβει, ήξερε τη δουλειά απ’ έξω κι ανακατωτά.

Μαζί με τον σύζυγό της, Γιάννη Μάνθο, όχι μόνο διατήρησαν ένα ιστορικό μαγαζί, αλλά κέρδισαν τη νέα γενιά, και τους απανταχού καλοφαγάδες.

Όταν συνταξιοδοτήθηκε ο θείος που έψηνε, ο Γιάννης ανέλαβε τη θέση και από τότε εξέλιξε το κρέας, τις κοπές και το κρασί – τόσο το χύμα όσο και τα εμφιαλωμένα.

«Εδώ έρχονται ακόμα και για τον σερβιτόρο που είναι τόσα χρόνια στο μαγαζί. Έχουμε προσωπικές σχέσεις πια. Ταβέρνα χωρίς ταβερνιάρη ή ταβερνιάρισσα δεν γίνεται». ©news24/7/Σταύρος Διοσκουρίδης

Τα παϊδάκια είναι πια φημισμένα και όσοι τα δοκιμάζουν επιστρέφουν γι’ αυτά. Τα κρέατα είναι ελληνικά, διαλεγμένα από όλη τη χώρα, από Μυτιλήνη μέχρι Αμφιλοχία. Όλα φτιάχνονται μέσα στο μαγαζί.

Οι λαχανοντολμάδες παραμένουν ανάμεσα στις σπεσιαλιτέ, ενώ τα τελευταία χρόνια μπήκε και το συκώτι με μπόλια – αγαπημένο του φίλου μου του Αλέξανδρου.

Από αλλαγές, έχουν φύγει τα βαρέλια που θα θυμούνται οι παλιότεροι και έχει προστεθεί μία κάβα σε περίοπτη θέση.

Ένας άλλος θαμώνας, ο Αλέκος Φ., ιδιωτικός υπάλληλος, που ζει στο Παγκράτι εδώ και είκοσι χρόνια, θυμάται την πρώτη φορά που επισκέφθηκε το μαγαζί.

Ο Γιάννης στο πόστο του σέρβις τότε, τους κέρασε ένα τσιπουράκι. Με καταγωγή από τη Δράμα και ρίζες από την Ξάνθη, ο Αλέκος νιώθει τη βορειοελλαδίτικη φιλοξενία. Δεν αλλάζει τα μπιφτέκια, αλλά και το φιλέτο κοτόπουλο.

«Ξέρω πώς ακούγεται να διαλέγω κοτόπουλο φιλέτο, αλλά το ψήσιμο κάνει τη διαφορά. Κι εδώ το διατηρούν πολύ ζουμερό».

Λέει ότι στον Μαύρο Γάτο έχεις την αίσθηση του ανήκειν, ότι σε κάνουν να νιώθεις κομμάτι της ομάδας.

Είκοσι χρόνια μετά, ο Αλέκος είναι πλέον φίλος με τους ιδιοκτήτες. «Για όσους γκρινιάζουν με τις παρεμβάσεις, όποιος ξέρει τη Βασιλική και τον Γιάννη, ξέρει τι δουλειά κάνουν και θα πρέπει να χαίρεται με την εξέλιξή τους».

Οι δυο τους γνωρίζουν πολύ καλά  ότι μία ταβέρνα θέλει ψυχή, προσωπική εργασία και καθημερινή παρουσία για να παραμένει αγαπητή και να διατηρεί την ταυτότητά της. Το μοντέλο ενός επενδυτή που θέλει να προσθέσει μία ακόμα επιχείρηση στη συλλογή του δεν τους αφορά.

«Εδώ έρχονται ακόμα και για τον σερβιτόρο που είναι τόσα χρόνια στο μαγαζί. Έχουμε προσωπικές σχέσεις πια. Ταβέρνα χωρίς ταβερνιάρη ή ταβερνιάρισσα δεν γίνεται».

Η ταβέρνα, όπως λένε, πρέπει να είναι προσιτή για τον οποιοδήποτε. Για τον πελάτη που θέλει να πιει χύμα κρασί και να φάει ένα μεζέ, την οικογένεια που θέλει να χορτάσει και να μην ξεφύγει οικονομικά αλλά και εκείνον που θέλει το κάτι παραπάνω.

«Εκσυγχρονίστηκε όσο χρειαζόταν, πρόσθεσε λίγα πράγματα προς βελτίωση, χωρίς να χάσει ούτε την ποιότητα, ούτε το στυλ του», λέει ο Αλέξανδρος Μωραΐτης, ιδιοκτήτης του οπωροπωλείου ΦΑΡΜΑ Grocery.

«Ο Μαύρος Γάτος δεν άλλαξε ποτέ ουσιαστικά το μενού του», λέει ο Αλέξανδρος. «Εκσυγχρονίστηκε όσο χρειαζόταν, πρόσθεσε λίγα πράγματα προς βελτίωση, χωρίς να χάσει ούτε την ποιότητα, ούτε το στυλ του. Έβαλε το εμφιαλωμένο κρασί χωρίς να κόψει το χύμα και χωρίς να το κάνει θέμα. Ο Γιάννης ασχολιόταν χρόνια με το κρασί, του άρεσε, κι αυτό ήρθε φυσικά».

Σε αντίθεση με τις ταβέρνες που έχουν αφεθεί στην πατίνα του χρόνου, ο Μαύρος Γάτος έχει φρεσκαριστεί τόσο όσο χρειάζεται (από τη σάλα μέχρι τις τουαλέτες). Και είναι η ταβέρνα που αξίζει στην Αθήνα.

ΜΑΥΡΟΣ ΓΑΤΟΣ

Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.