Unsplash+
ΜΑΣΗΜΕΝΗ ΤΡΟΦΗ

Μανιτάρια: Δεν είναι φυτό, δεν είναι ζώο και έχει καπέλο. Τι είναι;

Τα μανιτάρια ανήκουν σε ένα δικό τους βασίλειο και κρύβουν πολύ περισσότερα από όσα φανταζόμαστε. Από τις διαφορετικές ποικιλίες και τη γεύση umami μέχρι τα μυστικά του σωστού μαγειρέματος, ανακαλύπτουμε πώς ένα ταπεινό υλικό μπορεί να γίνει ο πρωταγωνιστής του πιάτου.

Μυρίζουν γη, έχουν σαρκώδη υφή και μια ιδιαίτερη ιδιότητα να κάνουν ακόμη και το πιο απλό πιάτο να αποκτά βάθος. Τα μανιτάρια εμφανίζονται στις φθινοπωρινές συνταγές, πρωταγωνιστούν σε ριζότι και ζυμαρικά, γίνονται σούπες, συνοδεύουν κρέατα και συχνά παίρνουν τη θέση τους στο πιάτο ως η βασική πρωταγωνιστική ύλη. Κι όμως, πίσω από το γνώριμο λευκό μανιτάρι του σούπερ μάρκετ κρύβεται ένας τεράστιος κόσμος: διαφορετικά είδη, ιδιαίτερες τεχνικές καλλιέργειας, άγριες ποικιλίες και μια γευστική ιδιότητα που τα συνδέει με μία από τις πιο ενδιαφέρουσες έννοιες της σύγχρονης γαστρονομίας, το umami.

Δεν είναι ούτε φυτό ούτε ζώο

Τα μανιτάρια δεν είναι φυτά. Ανήκουν στο βασίλειο των μυκήτων, μια ξεχωριστή κατηγορία οργανισμών που διαφέρει τόσο από το φυτικό όσο και από το ζωικό βασίλειο. Δεν φωτοσυνθέτουν, όπως τα φυτά, αλλά αντλούν τα θρεπτικά συστατικά τους από οργανική ύλη, την οποία διασπούν και αξιοποιούν.

Αυτό που αποκαλούμε μανιτάρι και βλέπουμε στο πιάτο, είναι συνήθως το αναπαραγωγικό σώμα του μύκητα. Το μεγαλύτερο μέρος του οργανισμού μπορεί να βρίσκεται κρυμμένο στο έδαφος, στο ξύλο ή σε άλλο υπόστρωμα, με τη μορφή ενός δικτύου λεπτών νημάτων που ονομάζεται μυκήλιο. Όταν οι συνθήκες είναι κατάλληλες, αναπτύσσεται το ορατό σώμα που παράγει και απελευθερώνει σπόρια.

Οι μύκητες έχουν, μάλιστα, σημαντικό ρόλο στα οικοσυστήματα, καθώς συμβάλλουν στην αποσύνθεση της οργανικής ύλης και στην ανακύκλωση των θρεπτικών συστατικών. Ορισμένοι συνεργάζονται με τις ρίζες των φυτών, βοηθώντας τα να απορροφούν νερό και μέταλλα, ενώ άλλοι αναπτύσσονται πάνω σε νεκρή οργανική ύλη.

Τα μανιτάρια δεν είναι όλα ίδια

Το λευκό μανιτάρι, γνωστό ως Agaricus bisporus, είναι ίσως το πιο αναγνωρίσιμο είδος. Πρόκειται για το ίδιο είδος από το οποίο προέρχονται και τα καφέ cremini, αλλά και τα portobello, που ουσιαστικά είναι πιο ώριμα μανιτάρια με μεγαλύτερο καπέλο. Η διαφορά τους δεν βρίσκεται, επομένως, σε τρία εντελώς διαφορετικά είδη, αλλά κυρίως στο στάδιο ανάπτυξης και στα χαρακτηριστικά της εμπορικής ποικιλίας.

Τα λευκά μανιτάρια έχουν ήπια γεύση και ευελιξία, γι’ αυτό ταιριάζουν σε σαλάτες, ομελέτες, σάλτσες και γρήγορα σοταρίσματα. Τα cremini έχουν συνήθως πιο έντονο, γήινο χαρακτήρα, ενώ τα portobello, με τη μεγαλύτερη επιφάνεια και τη σαρκώδη υφή τους, μπορούν να ψηθούν στη σχάρα ή στον φούρνο και να λειτουργήσουν ως το κεντρικό στοιχείο ενός πιάτου.

Τα shiitake, που χρησιμοποιούνται ευρέως στην ασιατική κουζίνα, έχουν έντονο άρωμα και πλούσια γεύση. Τα πλευρώτους, από την άλλη, έχουν πιο ινώδη υφή και αναπτύσσονται σε χαρακτηριστικές συστάδες. Στην κουζίνα μπορούν να ψηθούν, να σοταριστούν ή να χρησιμοποιηθούν σε παρασκευές όπου θέλουμε μια πιο «κρεατένια» αίσθηση.

Τα enoki ξεχωρίζουν από τους λεπτούς, μακριούς μίσχους και τα μικρά λευκά καπέλα τους. Χρησιμοποιούνται συχνά σε σούπες και ασιατικές παρασκευές, όπου η λεπτή τους υφή προσφέρει μια διαφορετική εμπειρία. Τα king oyster, συγγενικά με τα πλευρώτους, έχουν παχύτερο μίσχο που μπορεί να κοπεί σε φέτες και να ψηθεί, αποκτώντας μια ευχάριστα συμπαγή υφή.

Και φυσικά, υπάρχουν τα άγρια μανιτάρια, όπως οι κανθαρέλλες και τα πορτσίνι, που εκτιμώνται για το άρωμα και τη γεύση τους. Η διαθεσιμότητά τους εξαρτάται από την εποχή, τις καιρικές συνθήκες και τον τόπο συλλογής. Δεν είναι όλα τα είδη διαθέσιμα όλο τον χρόνο, ούτε έχουν όλα την ίδια ένταση ή τις ίδιες μαγειρικές χρήσεις.

Άγρια ή καλλιεργημένα;

Η διάκριση ανάμεσα στα άγρια και τα καλλιεργημένα μανιτάρια δεν είναι απλώς θέμα προέλευσης. Επηρεάζει τη διαθεσιμότητα, το μέγεθος, την εμφάνιση, τη γεύση και την τιμή τους.

Τα καλλιεργημένα μανιτάρια αναπτύσσονται σε ελεγχόμενες συνθήκες, με συγκεκριμένο υπόστρωμα και παραμέτρους υγρασίας και θερμοκρασίας. Αυτό επιτρέπει πιο σταθερή παραγωγή και διαθεσιμότητα, ενώ διευκολύνει τον έλεγχο της ποιότητας. Πολλά από τα μανιτάρια που βρίσκουμε στα σούπερ μάρκετ ανήκουν σε αυτή την κατηγορία.

Τα άγρια μανιτάρια εξαρτώνται περισσότερο από το φυσικό περιβάλλον. Η γεύση και το άρωμά τους μπορεί να διαφοροποιούνται ανάλογα με την περιοχή, τις βροχοπτώσεις, το έδαφος και τις συνθήκες ανάπτυξης. Αυτή η μεταβλητότητα είναι μέρος της γοητείας τους, αλλά κάνει και την ταυτοποίηση και τη διαχείρισή τους πιο απαιτητικές.

Εδώ χρειάζεται μια σημαντική υποσημείωση: η συλλογή άγριων μανιταριών δεν είναι δραστηριότητα χωρίς κινδύνους. Ορισμένα δηλητηριώδη είδη μοιάζουν πολύ με βρώσιμα, ενώ το χρώμα, η μυρωδιά ή το αν ένα μανιτάρι έχει φαγωθεί από ζώα, δεν αποτελούν αξιόπιστα κριτήρια ασφάλειας. Ούτε το μαγείρεμα καταστρέφει απαραίτητα τις τοξίνες. Η κατανάλωση άγριων μανιταριών προϋποθέτει βέβαιη ταυτοποίηση από ειδικό· όταν υπάρχει αμφιβολία, δεν τα καταναλώνουμε.

Αντικαθιστούν το κρέας;

Για όσους ακολουθούν μια vegan διατροφή, τα μανιτάρια αποτελούν έναν ιδιαίτερα ενδιαφέροντα σύμμαχο στην κουζίνα. Η σαρκώδης υφή τους, ειδικά σε ποικιλίες όπως τα portobello και τα πλευρώτους, σε συνδυασμό με το umami και τα αρώματα που αναπτύσσονται κατά το ψήσιμο, μπορούν να δημιουργήσουν πιάτα με ένταση και πληρότητα, χωρίς τη χρήση ζωικών συστατικών. Ψητά στη σχάρα, μαριναρισμένα, σοταρισμένα ή κομμένα σε λεπτές λωρίδες, μπορούν να μπουν σε burgers, tacos, σάντουιτς και μαγειρευτά, προσφέροντας μια διαφορετική αλλά εξίσου ενδιαφέρουσα γευστική εμπειρία. Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι είναι διατροφικά ισοδύναμα με το κρέας: περιέχουν συνήθως λιγότερη πρωτεΐνη και διαφορετικό προφίλ θρεπτικών συστατικών. Γι’ αυτό, σε μια ισορροπημένη vegan διατροφή, είναι σημαντικό να συνδυάζονται με άλλες πηγές φυτικής πρωτεΐνης, όπως τα όσπρια, το τόφου και το τέμπε. Τα μανιτάρια δεν χρειάζεται να μιμηθούν το κρέας για να ξεχωρίσουν· αρκεί να αξιοποιήσουμε σωστά τη γεύση και την υφή τους.

Γιατί τα μανιτάρια έχουν τόσο umami;

Έχουμε ήδη μιλήσει για το umami, την πέμπτη βασική γεύση και τα μανιτάρια είναι ένα από τα καλύτερα παραδείγματα για να καταλάβουμε πώς λειτουργεί. Η συγκεκριμένη γεύση συνδέεται κυρίως με το γλουταμινικό, ένα αμινοξύ που υπάρχει φυσικά σε πολλά τρόφιμα και συμβάλλει στην αίσθηση πληρότητας και βάθους.

Στα μανιτάρια, η ένταση του umami διαφέρει ανάλογα με το είδος και την επεξεργασία. Τα shiitake, για παράδειγμα, περιέχουν ενώσεις που συμβάλλουν στη χαρακτηριστική γεύση τους, ενώ η αποξήρανση μπορεί να ενισχύσει την αίσθηση συμπύκνωσης, καθώς απομακρύνεται το νερό και συγκεντρώνονται τα αρωματικά και γευστικά συστατικά.

Ένα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι τα μανιτάρια συνδυάζονται εξαιρετικά με άλλα τρόφιμα πλούσια σε umami. Η παρμεζάνα, η ώριμη ντομάτα, η σάλτσα σόγιας και ορισμένοι ζωμοί μπορούν να ενισχύσουν την αίσθηση της γεύσης όταν συνδυάζονται σωστά. Δεν είναι τυχαίο ότι ένα ριζότο μανιταριών με λίγο ώριμο τυρί αποκτά συχνά πολύ πιο σύνθετο χαρακτήρα από το άθροισμα των υλικών του.

Αυτός είναι και ένας λόγος που τα μανιτάρια χρησιμοποιούνται τόσο συχνά στη χορτοφαγική και φυτική κουζίνα. Δεν έχουν ακριβώς τη γεύση του κρέατος, αλλά η γήινη ένταση, η υφή και το umami τους μπορούν να δημιουργήσουν πιάτα με πληρότητα και βάθος, χωρίς να χρειάζονται ζωικά συστατικά.

Το νερό είναι ο μεγαλύτερος αντίπαλος στο τηγάνι

Ένα από τα πιο συνηθισμένα λάθη στο μαγείρεμα των μανιταριών είναι να τα στοιβάζουμε σε ένα μικρό τηγάνι και να περιμένουμε να αποκτήσουν ωραία, ροδισμένη επιφάνεια. Τα μανιτάρια περιέχουν πολύ νερό, το οποίο απελευθερώνεται όταν θερμαίνονται. Αν το τηγάνι είναι υπερφορτωμένο, η θερμοκρασία πέφτει και τα μανιτάρια αρχίζουν να βράζουν στα υγρά τους αντί να σοτάρονται.

Το αποτέλεσμα είναι συχνά μαλακό, χωρίς την έντονη γεύση και το χρώμα που αναζητούμε. Η λύση είναι απλή: χρησιμοποιούμε αρκετά μεγάλο τηγάνι, δυνατή θερμοκρασία και δεν γεμίζουμε υπερβολικά την επιφάνειά του. Αν έχουμε μεγάλη ποσότητα, είναι προτιμότερο να τη μαγειρέψουμε σε δόσεις.

Αφήνουμε τα μανιτάρια να έρθουν σε επαφή με την καυτή επιφάνεια και να αποκτήσουν χρώμα πριν τα ανακατέψουμε διαρκώς. Η ροδοκοκκινισμένη επιφάνεια προσθέτει αρώματα και γευστική πολυπλοκότητα, μέσα από τις αντιδράσεις που συμβαίνουν κατά το μαγείρεμα.

Το λίπος, όπως το ελαιόλαδο ή το βούτυρο, βοηθά στη μεταφορά της θερμότητας και στην ανάπτυξη γεύσης. Το σκόρδο, το θυμάρι, ο μαϊντανός και το πιπέρι ταιριάζουν ιδιαίτερα, αλλά είναι καλό να προστίθενται στον κατάλληλο χρόνο, ώστε να μη μαυρίσουν ή καλύψουν το άρωμα των μανιταριών.

Το αλάτι μπορεί να προστεθεί σε διαφορετικά στάδια, ανάλογα με την τεχνική και το αποτέλεσμα που θέλουμε. Αν ο στόχος είναι το έντονο ρόδισμα, προέχει να μη γεμίσει το τηγάνι με υγρά. Σε κάθε περίπτωση, η σωστή θερμοκρασία και ο επαρκής χώρος είναι σημαντικότερα από περίπλοκες τεχνικές.

Τελικά τα πλένουμε;

Η απάντηση δεν είναι τόσο απόλυτη όσο συχνά παρουσιάζεται. Επειδή τα μανιτάρια απορροφούν και συγκρατούν υγρασία, πολλοί προτείνουν να καθαρίζονται αποκλειστικά με ένα βουρτσάκι ή χαρτί κουζίνας. Ωστόσο, ένα σύντομο ξέπλυμα κάτω από τρεχούμενο νερό είναι αποδεκτό, όταν χρειάζεται να απομακρυνθούν χώματα ή υπολείμματα. Το σημαντικό είναι να μην τα αφήνουμε να μουλιάζουν και να τα στεγνώνουμε καλά πριν από το μαγείρεμα.

Δεν χρειάζεται να αφαιρούμε πάντα τη φλούδα ή τον μίσχο. Στα περισσότερα καλλιεργημένα μανιτάρια, το σύνολο του προϊόντος μπορεί να χρησιμοποιηθεί, εφόσον είναι σε καλή κατάσταση. Αφαιρούμε μόνο τα σημεία που είναι χτυπημένα, ξεραμένα ή αλλοιωμένα.

Για τη συντήρησή τους, προτιμάμε το ψυγείο και μια συσκευασία που επιτρέπει την κυκλοφορία του αέρα, ακολουθώντας τις οδηγίες της συσκευασίας. Η υπερβολική υγρασία ευνοεί τη γρήγορη αλλοίωση, γι’ αυτό δεν είναι καλή ιδέα να τα κλείνουμε βρεγμένα σε αεροστεγές δοχείο. Αν έχουν γλιστερή υφή, έντονη δυσάρεστη μυρωδιά ή εμφανή σημάδια αλλοίωσης, δεν τα καταναλώνουμε.

Φρέσκα, αποξηραμένα ή σε σκόνη;

Τα αποξηραμένα μανιτάρια είναι ένας διαφορετικός τρόπος να αξιοποιήσουμε το ίδιο υλικό. Η αφαίρεση του νερού συγκεντρώνει τη γεύση και δημιουργεί ένα προϊόν με μεγαλύτερη διάρκεια ζωής, εφόσον αποθηκεύεται σωστά. Τα αποξηραμένα πορτσίνι, για παράδειγμα, είναι ιδιαίτερα δημοφιλή σε ριζότο, σάλτσες και ζωμούς, επειδή προσφέρουν έντονο άρωμα σε μικρή ποσότητα.

Συχνά τα μουλιάζουμε σε ζεστό νερό πριν από τη χρήση. Το υγρό που προκύπτει μπορεί να έχει πολύ ενδιαφέρουσα γεύση και να αξιοποιηθεί σε ζωμούς ή σάλτσες, αρκεί να φιλτραριστεί προσεκτικά για να απομακρυνθούν τυχόν υπολείμματα χώματος.

Υπάρχουν επίσης σκόνες αποξηραμένων μανιταριών, που χρησιμοποιούνται ως καρύκευμα σε σούπες, σάλτσες, ζυμαρικά ή ακόμη και σε μείγματα για ψητά λαχανικά. Είναι ένας εύκολος τρόπος να προσθέσουμε γήινο άρωμα και umami χωρίς να αλλάξουμε ιδιαίτερα την υφή του πιάτου.

Τα μανιτάρια μπορούν, τέλος, να καταψυχθούν, αλλά η υφή τους ενδέχεται να αλλάξει μετά την απόψυξη. Συχνά είναι προτιμότερο να μαγειρευτούν πρώτα, ανάλογα με το είδος και τη μελλοντική χρήση τους. Η καλύτερη μέθοδος συντήρησης εξαρτάται από το αν θέλουμε να διατηρήσουμε την υφή τους, να συμπυκνώσουμε τη γεύση τους ή απλώς να παρατείνουμε τον χρόνο χρήσης τους.

Ένα υλικό που αξίζει περισσότερα από μια θέση στο συνοδευτικό

Τα μανιτάρια μπορούν να γίνουν πολλά περισσότερα από ένα συνοδευτικό πιάτο. Μπορούν να πρωταγωνιστήσουν σε μια σούπα, να δώσουν βάθος σε μια σάλτσα, να γίνουν η βάση ενός χορτοφαγικού πιάτου ή να λειτουργήσουν ως η πιο ενδιαφέρουσα προσθήκη σε μια απλή μακαρονάδα. Η γεύση τους αλλάζει ανάλογα με το είδος, την επεξεργασία και την τεχνική, ενώ η υφή τους μπορεί να κυμαίνεται από τρυφερή μέχρι σχεδόν ινώδη και συμπαγή.

Μπορεί να τα θεωρούμε ένα ταπεινό υλικό που γνωρίζουμε καλά, αλλά κρύβουν περισσότερη ποικιλία απ’ όση φανταζόμαστε. Από το μυκήλιο που αναπτύσσεται αθέατο μέχρι το άρωμα που γεμίζει ένα τηγάνι, μας θυμίζουν ότι η γαστρονομία δεν βρίσκεται πάντα στα πιο σπάνια ή εντυπωσιακά υλικά. Μερικές φορές το πιο γευστικό αποτέλεσμα έρχεται από κάτι που απλώς χρειάζεται να μάθουμε να κοιτάμε λίγο πιο προσεκτικά.

Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.