© iStock
ΥΓΕΙΑ

Το μπαχαρικό που ανακουφίζει από τον πόνο στο στομάχι

Ξεκίνησε από τη νοτιοανατολική Ασία για να κατακτήσει όλες τις κουζίνες του κόσμου.

Τα μπαχαρικά δεν είναι απλά ένας τρόπος για να κάνεις πιο πικάντικα τα αγαπημένα σου πιάτα ή να δώσεις νοστιμιά σε εκείνα που δε θεωρείς και τόσο νόστιμα. Είναι κάτι περισσότερο, αφού αποτελούν πολύ χρήσιμες πηγές βιταμινών καθώς και στοιχείων με αντιοξειδωτική δράση για τον οργανισμό. Μάλιστα, πριν την εποχή των ψυγείων είχαν μία επιπλέον πολύ σημαντική λειτουργία: ήταν ένας από τους βασικούς τρόπους, μαζί με το αλάτι και το ξύδι, για να διατηρηθούν τα τρόφιμα και να μη χαλάσουν.

Μόνο τυχαίο δεν είναι το γεγονός ότι συνήθως περιοχές με πολύ θερμό κλίμα χρησιμοποιούσαν μεγάλες ποσότητες μπαχαρικών στην παραδοσιακή τους μαγειρική – αρκεί, βέβαια, να είχαν πρόσβαση σε αυτά. Βασίλισσα στη χρήση των μπαχαρικών ήταν πάντα η Ινδία. Και τι δε λείπει σχεδόν ποτέ από ένα ινδικό πιάτο; Το τζίντζερ.

Μία ρίζα με σχεδόν «μαγικές» ιδιότητες που η καλλιέργειά της ξεκίνησε από τη νοτιοανατολική Ασία για να κατακτήσει όλες τις κουζίνες στον πλανήτη.

Τι ακριβώς είναι το τζίντζερ; 

τζίντζερ © Mitchell Luo / Unsplash

Πρόκειται για ένα κονδυλώδες ρίζωμα με χρώμα ελαφρώς καφέ στο εξωτερικό του και κίτρινο αφού ξεφλουδιστεί. (Tip για ευκολία: ίσως είναι το μοναδικό πράγμα στην κουζίνα που ξεφλουδίζεται πιο εύκολα με ένα κουτάλι αντί για ένα μαχαίρι). Το όνομά του προέρχεται από τη γλώσσα Ταμίλ, η οποία μιλιέται κυρίως στη Σρι Λάνκα και τη νότια Ινδία.

Στα ελληνικά έχει μεταφραστεί ελεύθερα ως πιπερόριζα σε μία προσπάθεια να περιγραφεί η ιδιαίτερη γεύση και αίσθηση που αφήνει στον ουρανίσκο – κάτι ανάμεσα στο κάψιμο και τη δροσιά, κάτι που δύσκολα περιγράφεται ακριβώς, κάτι πολύ παράξενο όταν το δοκιμάζεις ωμό για πρώτη φορά.

Στις κουζίνες της ινδικής χερσονήσου, όπως αντίστοιχα και σε αυτές του Βιετνάμ, της Μαλαισίας και της Ινδονησίας, το βρίσκουμε ψιλοκομμένο είτε ακόμα πιο συχνά σε μορφή πάστας ή σκόνης μιας και αποτελεί βασικό συστατικό παραδοσιακών μειγμάτων (κάρυ, γκάραμ μασάλα).

Ήταν το πρώτο ανατολίτικο μπαχαρικό που καλλιεργήθηκε στην αμερικανική ήπειρο, μετά την ανακάλυψή της από τον Χριστόφορο Κολόμβο. Ο πρώτος σπόρος πιπερόριζας φυτεύτηκε στο έδαφος της Τζαμάικας το 1585, και από τότε μέχρι σήμερα αποτελεί βασικό συστατικό της κουζίνας των νησιών της περιοχής.

Μάλιστα, το τζίντζερ ήταν πάντοτε ανάμεσα στα βασικά υλικά της παραδοσιακής ιατρικής, από την Ινδία μέχρι την Κίνα και από τη Μέση Ανατολή μέχρι την Καραϊβική.

Οι λόγοι είναι προφανείς: τα οφέλη στον οργανισμό και η ανακούφιση που προσφέρει σε συγκεκριμένα ενοχλητικά ζητήματα είναι τεράστια.

Τι προσφέρει το τζίντζερ;

τζίντζερ © Kim Daniels / Unsplash

Σε μία παλιότερη έρευνα που είχε δημοσιευτεί στους New York Times, με 75 ανθρώπους να συμμετέχουν σε αυτήν, είχε αποδειχθεί ότι το τζίντζερ μπορεί να βοηθήσει στην ανακούφιση των πιασμένων μυών. Όχι αμέσως, αλλά μια-δυο μέρες μετά την έντονη άσκηση.

Αυτή ήταν μία καινούργια διαπίστωση για το «θαυματουργό» ρίζωμα. Μέχρι τότε ήμασταν σίγουροι για δύο άλλες ιδιότητες της πιπερόριζας: το ότι βοηθά ενάντια στη ναυτία αλλά και το γεγονός ότι είναι βάλσαμο για το στομάχι.

Το πιο απλό παράδειγμα; Αν κάποιος υποφέρει από ναυτίες, έχει ενοχλημένο στομάχι ή έχει ταλαιπωρήσει τον οργανισμό του με αλκοόλ και τώρα έχει καούρες, μπορεί να πιει μία τζιτζιμπίρα (κερκυραϊκής ή και όχι κερκυραϊκής προέλευσης) ή να βράσει λίγη πιπερόριζα. Η ανακούφιση είναι σχεδόν στιγμιαία. 

Πρόκειται για ιδιότητες κοινώς αποδεκτές από την παραδοσιακή ιατρική, οι οποίες όμως επιβεβαιώνονται και από σύγχρονες ιατρικές έρευνες, όπως αυτή που διαβάζουμε στο site του Πανεπιστημίου Johns Hopkins.

Όσο για το τι άλλο προσφέρει; Το ίντερνετ είναι γεμάτο με αναφορές για βελτίωση της κυκλοφορίας του αίματος, μείωση της χοληστερινής καθώς και γενικά ανακούφιση κάθε είδους πόνου. Αυτές όμως οι αναφορές είναι απλές φήμες όταν δε συνοδεύονται από κάποια έρευνα που τις επιβεβαιώνει.