iStock
ΜΑΣΗΜΕΝΗ ΤΡΟΦΗ

Αλάτι, ανθός αλατιού, fleur de sel, Maldon, καπνιστό ή ροζ Ιμαλαΐων: Αξίζουν όντως;

Από τη συντήρηση των τροφίμων στην αρχαιότητα μέχρι τα gourmet αλάτια των σύγχρονων εστιατορίων, εξερευνούμε την ιστορία, τη γεύση και τους μύθους πίσω από το αλάτι.

Υπάρχει στο τραπέζι μας από τότε που μπορούμε να θυμηθούμε, βρίσκεται σε κάθε κουζίνα και είναι τόσο αυτονόητο που σπάνια αναρωτιόμαστε τι ακριβώς κάνει. Κι όμως, το αλάτι είναι ένα από τα πιο σημαντικά υλικά στην ιστορία της γαστρονομίας. Χρησιμοποιήθηκε για να συντηρήσει τρόφιμα πολύ πριν υπάρξουν ψυγεία, αποτέλεσε κάποτε πολύτιμο εμπορικό αγαθό, έδωσε το όνομά του σε δρόμους, πόλεις και ολόκληρες οικονομικές δραστηριότητες και, φυσικά, έγινε ο πιο απλός τρόπος για να κάνουμε το φαγητό νοστιμότερο. Σήμερα, βέβαια, δεν έχουμε μόνο «αλάτι». Έχουμε fleur de sel, ανθό αλατιού, Maldon, καπνιστό αλάτι, μαύρο αλάτι, ροζ αλάτι Ιμαλαΐων και δεκάδες ακόμη εκδοχές που υπόσχονται διαφορετική γεύση, υφή και εμπειρία. Είναι όμως πράγματι τόσο διαφορετικά μεταξύ τους; Αξίζει να πληρώνουμε περισσότερο; Και τελικά, πόσο αλάτι χρειαζόμαστε;

Πώς καταλάβαμε ότι νοστιμίζει το φαγητό;

Η σχέση του ανθρώπου με το αλάτι είναι πανάρχαια. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε πότε ακριβώς κάποιος προϊστορικός άνθρωπος αποφάσισε να ρίξει για πρώτη φορά αλάτι πάνω στο φαγητό του, όμως ξέρουμε ότι η χρήση του χρονολογείται χιλιάδες χρόνια πίσω. Η εξήγηση είναι και βιολογική: το αλάτι περιέχει νάτριο, ένα απαραίτητο μέταλλο για τον οργανισμό. Το σώμα μας χρειάζεται νάτριο για τη λειτουργία των νεύρων και των μυών και για τη διατήρηση της ισορροπίας των υγρών. Η γεύση του αλατιού επομένως δεν είναι τυχαία· διαθέτουμε ειδικούς μηχανισμούς γεύσης που μας επιτρέπουν να αντιλαμβανόμαστε το αλμυρό. Από γαστρονομικής πλευράς, όμως, το ενδιαφέρον είναι ακόμη μεγαλύτερο. Το αλάτι δεν προσθέτει απλώς μια αλμυρή γεύση. Σε σωστή ποσότητα μπορεί να κάνει άλλα αρώματα να φαίνονται πιο έντονα, να μειώσει την αντίληψη της πικράδας και να βοηθήσει στη συνολική ισορροπία ενός πιάτου. Γι’ αυτό ένα φαγητό χωρίς αρκετό αλάτι συχνά δεν μοιάζει απλώς «ανάλατο»· μοιάζει άτονο.

Από συντηρητικό σε καρύκευμα

Πριν από την εποχή της ψύξης, το αλάτι είχε μία ακόμη σημαντικότερη δουλειά: τη συντήρηση. Η προσθήκη μεγάλης ποσότητας αλατιού σε τρόφιμα μειώνει τη διαθέσιμη υγρασία, δημιουργώντας συνθήκες στις οποίες πολλοί μικροοργανισμοί δυσκολεύονται να αναπτυχθούν. Έτσι μπορούσαν να διατηρηθούν κρέατα, ψάρια, τυριά και λαχανικά για πολύ μεγαλύτερο διάστημα. Το αλάτισμα έγινε βασική τεχνική σε ολόκληρο τον κόσμο. Παστά ψάρια, αλλαντικά, ελιές, τυριά και διάφορα τουρσιά είναι ουσιαστικά μέρος αυτής της πολύ παλιάς ιστορίας. Και κάπως έτσι, το αλάτι έγινε πολύτιμο. Αρχαίοι πολιτισμοί το εμπορεύονταν, ενώ η παραγωγή και η διακίνησή του μπορούσαν να αποτελέσουν σημαντική πηγή πλούτου. Δεν είναι τυχαίο ότι η λέξη «salary» στα αγγλικά συνδέεται ετυμολογικά με τη λατινική λέξη salarium, η οποία σχετιζόταν με το αλάτι και την αμοιβή.


Τι είναι τελικά το αλάτι;

Χημικά, το κοινό επιτραπέζιο αλάτι είναι κυρίως χλωριούχο νάτριο, δηλαδή ένας συνδυασμός νατρίου και χλωρίου. Το αλάτι μπορεί να προέρχεται από τη θάλασσα ή από υπόγεια κοιτάσματα ορυκτού άλατος. Η προέλευση και κυρίως ο τρόπος επεξεργασίας του επηρεάζουν το μέγεθος των κρυστάλλων, την υφή και, σε μικρότερο βαθμό, τη γεύση. Και εδώ αρχίζουν οι μεγάλες διαφορές ανάμεσα στα είδη που βλέπουμε σήμερα στα ράφια:

Επιτραπέζιο: Το κλασικό αλάτι που έχουμε όλοι στην κουζίνα μας είναι λεπτόκοκκο και συνήθως αρκετά καθαρό χλωριούχο νάτριο. Συχνά είναι ιωδιούχο, δηλαδή έχει προστεθεί ιώδιο για την πρόληψη της έλλειψης ιωδίου στον πληθυσμό. Η προσθήκη ιωδίου δεν είναι «χημικό κόλπο» ούτε κάνει το αλάτι λιγότερο φυσικό. Είναι ένας τρόπος να προσλαμβάνουμε ένα μικρό, αλλά απαραίτητο θρεπτικό συστατικό.

Θαλασσινό: Παράγεται από την εξάτμιση του θαλασσινού νερού και μπορεί να έχει διαφορετικό μέγεθος κρυστάλλων και υφή ανάλογα με την παραγωγή του. Μερικά θαλασσινά άλατα περιέχουν μικρές ποσότητες άλλων ανόργανων συστατικών, όμως δεν πρέπει να θεωρούμε ότι αυτά μετατρέπουν το αλάτι σε σημαντική πηγή μετάλλων. Οι ποσότητες είναι συνήθως πολύ μικρές.

Ανθός και fleur de sel: Ο ανθός αλατιού, ή fleur de sel, αποτελεί ένα λεπτό στρώμα κρυστάλλων που σχηματίζεται στην επιφάνεια των αλατοπηγών υπό συγκεκριμένες συνθήκες. Συλλέγεται προσεκτικά, συνήθως με το χέρι, γεγονός που εξηγεί σε μεγάλο βαθμό και την υψηλότερη τιμή του. Αυτό που τον κάνει ξεχωριστό δεν είναι ότι είναι «πολύ πιο υγιεινός» από το κοινό αλάτι. Είναι κυρίως η υφή του και ο τρόπος με τον οποίο λιώνει στο στόμα. Γι’ αυτό χρησιμοποιείται συχνά στο τελείωμα ενός πιάτου και όχι μέσα στην κατσαρόλα. Μερικοί κρύσταλλοι πάνω σε μια μπριζόλα, μια ντομάτα ή ένα κομμάτι ψάρι μπορούν να προσθέσουν μικρές εκρήξεις αλμυρότητας και τραγανότητας.

Maldon: Οι χαρακτηριστικές λεπτές, τραγανές νιφάδες του Maldon έχουν γίνει σχεδόν συνώνυμο του finishing salt. Η βρετανική αυτή μάρκα είναι γνωστή για τους μεγάλους, επίπεδους κρυστάλλους της, οι οποίοι προσφέρουν διαφορετική υφή από το λεπτό επιτραπέζιο αλάτι. Αξίζει περισσότερο; Αν το αγοράζεις για να αλατίσεις το νερό των ζυμαρικών, μάλλον όχι. Αν θέλεις ένα αλάτι που θα προσθέσεις στο τέλος σε ένα πιάτο, εκεί η διαφορά στην υφή έχει πραγματικά νόημα.

Καπνιστό: Το καπνιστό αλάτι έχει υποστεί έκθεση σε καπνό, συνήθως από ξύλο, ώστε να αποκτήσει χαρακτηριστικό καπνιστό άρωμα. Δεν είναι απαραίτητα «καλύτερο» από το κοινό αλάτι. Είναι διαφορετικό. Μερικές νιφάδες μπορούν να δώσουν σε ψητά λαχανικά, πατάτες, αυγά ή κρέας την αίσθηση ότι έχουν περάσει από φωτιά, χωρίς να χρειαστεί να χρησιμοποιήσουμε πραγματικό καπνιστό προϊόν. Εδώ η αξία του είναι καθαρά γαστρονομική.

Ροζ Ιμαλαΐων: Το ροζ αλάτι Ιμαλαΐων έχει αποκτήσει τεράστια δημοτικότητα χάρη στο χρώμα του και στους ισχυρισμούς ότι περιέχει δεκάδες απαραίτητα μέταλλα. Πράγματι, περιέχει μικρές ποσότητες διαφόρων ορυκτών, οι οποίες του δίνουν και το χαρακτηριστικό ροζ χρώμα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι αποτελεί σημαντική πηγή αυτών των μετάλλων. Το βασικό του συστατικό παραμένει το χλωριούχο νάτριο. Με άλλα λόγια, δεν γίνεται αυτομάτως πιο υγιεινό επειδή είναι ροζ.


Είναι κάποιο αλάτι πιο υγιεινό από τα άλλα;

Αυτός είναι ίσως ο μεγαλύτερος μύθος. Για την υγεία, μεγαλύτερη σημασία έχει πόσο αλάτι καταναλώνουμε συνολικά παρά αν προέρχεται από τη Γαλλία, την Αγγλία ή τα Ιμαλάια ή τι χρώμα έχει. Το νάτριο είναι απαραίτητο για τον οργανισμό, αλλά η υπερβολική πρόσληψη νατρίου συνδέεται με αυξημένη αρτηριακή πίεση και μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο καρδιαγγειακών και άλλων προβλημάτων υγείας. Το αλάτι δεν χρειάζεται να εξαφανιστεί από τη διατροφή μας. Χρειάζεται μέτρο. Και υπάρχει μία σημαντική λεπτομέρεια: το νάτριο δεν βρίσκεται μόνο στην αλατιέρα. Μεγάλες ποσότητες μπορεί να υπάρχουν σε επεξεργασμένα τρόφιμα, αλλαντικά, τυριά, ψωμί, έτοιμες σάλτσες, snacks και προϊόντα εστίασης.

Πόσο είναι πολύ;

Οι διεθνείς διατροφικές συστάσεις γενικά προτείνουν στους ενήλικες να περιορίζουν την πρόσληψη αλατιού περίπου κάτω από 5 γραμμάρια την ημέρα, δηλαδή περίπου ένα κουταλάκι του γλυκού συνολικά από όλες τις πηγές. Η ακριβής ανάγκη διαφέρει ανάλογα με την ηλικία, την υγεία και άλλους παράγοντες. Και εδώ βρίσκεται η παγίδα: το «δεν βάζω πολύ αλάτι στο φαγητό μου» δεν σημαίνει απαραίτητα ότι καταναλώνω λίγο νάτριο.

Μύθος: Το θαλασσινό αλάτι έχει λιγότερο νάτριο

Όχι με τρόπο που να το καθιστά σημαντικά διαφορετικό διατροφικά. Επειδή διαφορετικά άλατα έχουν διαφορετικό μέγεθος κρυστάλλων, ένα κουταλάκι του ενός μπορεί να περιέχει διαφορετική ποσότητα αλατιού από ένα κουταλάκι ενός άλλου. Όμως γραμμάριο προς γραμμάριο, τα περισσότερα κοινά άλατα έχουν παρόμοια ποσότητα νατρίου.

Μύθος: Το αλάτι πρέπει να μπαίνει πάντα στο τέλος

Εξαρτάται από το φαγητό. Το αλάτι μπορεί να επηρεάσει διαφορετικά τη μαγειρική ανάλογα με το πότε προστίθεται. Σε ένα κρέας, για παράδειγμα, το αλάτισμα πριν από το μαγείρεμα μπορεί να βοηθήσει στην ανάπτυξη γεύσης και στην καλύτερη κατανομή της αλατότητας. Σε λαχανικά μπορεί να επηρεάσει την αποβολή υγρών. Σε ζύμες, το αλάτι επηρεάζει όχι μόνο τη γεύση αλλά και τη συμπεριφορά της ζύμης. Άρα δεν υπάρχει ένας κανόνας που να λέει «πάντα πριν» ή «πάντα μετά».

Και το περίφημο αλάτι στο νερό των ζυμαρικών;

Εδώ το αλάτι έχει δύο ρόλους: νοστιμίζει τα ζυμαρικά από μέσα και βοηθά να μην καταλήξουν εντελώς άνοστα όταν τα συνδυάσουμε με τη σάλτσα. Δεν χρειάζεται, όμως, να μετατρέψουμε το νερό σε θάλασσα. Η ποσότητα πρέπει να προσαρμόζεται στο συνολικό πιάτο, ιδιαίτερα αν η σάλτσα περιέχει ήδη αλμυρά υλικά όπως παρμεζάνα, αντσούγιες ή αλλαντικά.


Αλάτι και γλυκό;

Ναι, και μάλιστα είναι εξαιρετικός συνδυασμός. Μια μικρή ποσότητα αλατιού μπορεί να κάνει τη γλυκύτητα πιο έντονη και να δημιουργήσει αντίθεση στη γεύση. Γι’ αυτό συναντάμε αλατισμένη καραμέλα, σοκολάτες με ανθό αλατιού και ακόμη και παγωτά με αλμυρές νότες. Δεν σημαίνει ότι το αλάτι κάνει ένα γλυκό «αλμυρό». Σε σωστή ποσότητα λειτουργεί περισσότερο σαν ενισχυτής γεύσης.

Άρα αξίζει να αγοράζουμε διαφορετικά άλατα;

Ναι, αλλά για τον σωστό λόγο. Αν περιμένεις ότι το ροζ αλάτι Ιμαλαΐων θα σου προσφέρει κάποια μαγική διατροφική προστασία, μάλλον πετάς τα χρήματά σου. Αν όμως θέλεις fleur de sel για να ολοκληρώσεις ένα εξαιρετικό ψάρι, Maldon για την τραγανή υφή του ή καπνιστό αλάτι για να δώσεις χαρακτήρα σε ψητά λαχανικά, τότε η αγορά έχει γαστρονομικό νόημα. Το αλάτι δεν χρειάζεται να είναι ακριβό για να είναι καλό. Χρειάζεται να ξέρουμε τι θέλουμε να κάνει.

Για το μαγείρεμα, ένα καλό απλό αλάτι είναι απολύτως αρκετό. Για το τελείωμα, η υφή και το μέγεθος του κρυστάλλου μπορούν να αλλάξουν πραγματικά την εμπειρία. Και ίσως αυτή να είναι τελικά η πιο ενδιαφέρουσα ιστορία του αλατιού: ένα από τα πιο φθηνά και ταπεινά υλικά της κουζίνας κατάφερε να γίνει ταυτόχρονα βασικό διατροφικό συστατικό, ιστορικό εμπόρευμα και luxury προϊόν. Από την αλατιέρα της γιαγιάς μέχρι ένα κουτάκι fleur de sel που κοστίζει πολλαπλάσια, η ουσία παραμένει η ίδια: λίγο αλάτι μπορεί να απογειώσει ένα πιάτο. Πολύ μπορεί να το καταστρέψει. Και κανένα χρώμα, προέλευση ή fancy όνομα δεν αλλάζει αυτόν τον κανόνα.

Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις