ΠΡΟΣΩΠΑ

Από το Μπαγκλαντές στις κουζίνες των εστιατορίων της Αθήνας

Μια συνάντηση με τους αφανείς ήρωες της κουζίνας που αποτελούν μία υπολογίσιμη δύναμη στην εστίαση (και όχι μόνο).

Η πλειοψηφία των περισσότερων εστιατορίων της Αθήνας οφείλουν την εύρυθμη λειτουργία τους στους εργαζόμενους από το Μπαγκλαντές, που αποτελούν πλέον τα νέα εργατικά χέρια στην εστίαση. Άντρες που κουβαλούν τις βαριές σακούλες σκουπιδιών όταν σβήνουν τα φώτα, που πιάνουν δουλειά στη λάντζα όταν η διασκέδαση έχει τελειώσει, που είναι υπεύθυνοι για την καθαριότητα του μαγαζιού, που βοηθούν στην προετοιμασία δίνοντας ένα «χεράκι» στην κουζίνα.

Σε μερικά από τα πιο γνωστά και επιδραστικά εστιατόρια αυτή τη στιγμή στην Αθήνα, οι εργαζόμενοι από το Μπαγκλαντές αποτελούν έναν από τον πιο σημαντικό κρίκο της αλυσίδας.

Δε χρειάζεται να ξέρει κανείς τη γλώσσα για να βρεθεί στο πόστο του ανθρώπου που πλένει, καθαρίζει, τακτοποιεί την κουζίνα και, αν χρειαστεί, βοηθάει στην προετοιμασία του φαγητού. Οι περισσότεροι μοιράζονται λίγο πολύ την ίδια ιστορία. Άφησαν πίσω τους πατρίδα και οικογένεια προς αναζήτηση μιας καλύτερης τύχης.

 

Ο Soli εργάζεται στο εστιατόριο ΦΙΤΑ από την πρώτη ημέρα που άνοιξε και αισθάνεται μέλος της ομάδας του μαγαζιού.

Ο Soli ήρθε στην Ελλάδα το 2012. Το ταξίδι μέχρι το Ντουμπάι τού κόστισε τρεις χιλιάδες ευρώ και αναγκάστηκε να περάσει 18 μήνες στο Προαναχωρητικό Κέντρο Κράτησης Αλλοδαπών Αμυγδαλέζας γιατί δεν διέθετε τα απαιτούμενα χαρτιά. Ξεκίνησε να εργάζεται στην εστίαση το 2017 και αφού πέρασε από τις κουζίνες δύο εστιατορίων σήμερα δουλεύει στο ΦΙΤΑ.

«Είμαι εδώ από την πρώτη ημέρα που άνοιξε» λέει χαμογελαστός. Εκτός από το πόστο του λαντζέρη, ο Soli βοηθάει στην προετοιμασία, πλένοντας και καθαρίζοντας λαχανικά. Στο σπίτι όπου μένει συγκατοικεί με δύο συμπατριώτες του. «Ο ένας είναι ράφτης και ο άλλος εργάζεται σε ένα μαγαζί που τυπώνει ρούχα. Το ράψιμο είναι τέχνη στο Μπαγκλαντές. Δεν έχεις δει που ό,τι φοράς γράφει “Made in Bangladesh”» καταλήγει αστειευόμενος.

 

«Αν δεν σε πληρώνει πλέον το αφεντικό, φεύγεις και πας αλλού για δουλειά» λέει ο Islam.

Σε μία άλλη γειτονιά του Νέου Κόσμου βρίσκεται το εστιατόριο Annie Fine Cooking. Ρίχνοντας μια ματιά στον κατάλογο του φαγητού, παρατηρεί κανείς τα ονόματα της ομάδας και ανάμεσα σε αυτά και του Islam. Αφήνοντας πίσω την οικογένειά του πριν από 16 χρόνια, ο ίδιος ταξίδεψε από το Μπαγκλαντές στη Σαουδική Αραβία για να συνεχίσει στη Συρία και από εκεί στην Τουρκία, με τελικό προορισμό την Ελλάδα.

«Λίγο με το αμάξι, με το λεωφορείο, με τα πόδια» ήταν οι τρόποι μετακίνησης για το μακρινό ταξίδι του Islam, ο οποίος έζησε κι εργάστηκε για ένα διάστημα στη Σάμο πριν έρθει στην Αθήνα. «Η δουλειά μου από 11 χρονών ήταν κόπτης ενδυμάτων» λέει, αλλά τα τελευταία τέσσερα χρόνια δουλεύει σε κουζίνες.

Στο Annie έχει αναλάβει τη λάντζα, ενώ παράλληλα βοηθάει στο στήσιμο του μαγαζιού και την προετοιμασία της κουζίνας. Του αρέσει το ελληνικό φαγητό, οι σαλάτες, το μπιφτέκι και το σουβλάκι, δεν τρώει χοιρινό και δεν πίνει αλκοόλ. Και τηρεί κατά γράμμα το Ραμαζάνι.

Ο Islam δεν έχει βιώσει, όπως λέει, ρατσιστικές συμπεριφορές, αλλά έχει πέσει θύμα επιτήδειων, με αποτέλεσμα να του κλέψουν το πορτοφόλι και το κινητό. «Αν δεν σε πληρώνει πλέον το αφεντικό, φεύγεις και πας αλλού για δουλειά» καταλήγει, αφήνοντας ένα μικρό χαμόγελο.

Ο Mounir και ο Sohel ανήκουν στο δυναμικό της Cookoovaya, όπου ηγείται ο chef Περικλής Κοσκινάς. Ζουν στην Αθήνα τα τελευταία 18 χρόνια και ξεκίνησαν να εργάζονται στο εστιατόριο πριν από πέντε και έξι χρόνια αντίστοιχα. Μοιράζονται και οι δύο το πόστο της λάντζας, αλλά στην κουζίνα οι δρόμοι τους χωρίζουν. Ο Mounir ασχολείται με τα ψάρια και το φιλετάρισμα και ο Sohel βοηθάει στο ζαχαροπλαστείο.

«Αρχίσαμε να μαθαίνουμε δουλεύοντας» λένε και οι δύο, καθώς δεν είχαν πρότερη εμπειρία στη δουλειά. Από όταν ήρθαν στην Ελλάδα, «ένα ταξίδι δύσκολο», όπως το θυμούνται, οι συνθήκες εργασίας έχουν αλλάξει. «Το 2010 δεν είχε καλά μεροκάματα, ήταν δύο ευρώ την ώρα. Ούτε τα ένσημα που έπρεπε. Τώρα, εδώ μας αρέσει πολύ. Γι΄αυτό και μείναμε».

Πίσω στο Μπαγκλαντές, ο Mounir έχει αφήσει τη σύζυγό του και τον γιο του, ο οποίος σήμερα είναι έξι ετών. «Έχω να πάω πέντε χρόνια» καταλήγει.

«Στο Μπαγκλαντές έχει τόσο πολύ κόσμο που δεν μπορείς να αγοράσεις τα πράγματα που θέλεις. Κάνεις υπομονή αλλά πόσο;»

Το 2011, ο Saiful βρέθηκε στην Ελλάδα και από επαγγελματίας οδηγός που ήταν στην πατρίδα του έγινε κομμάτι της ομάδας του Vezene. Στα 11 χρόνια που εργάζεται στο εστιατόριο, πέρασε από όλα τα πόστα, ξεκινώντας από αυτό της λάντζας. Επισκέπτεται τη χώρα του κάθε ενάμιση χρόνο και αν κρίνουμε από τις ιστορίες που έχουμε ακούσει, ο Saiful ανήκει μάλλον στους τυχερούς.

«Στο Μπαγκλαντές έχει τόσο πολύ κόσμο που δεν μπορείς να αγοράσεις τα πράγματα που θέλεις. Κάνεις υπομονή αλλά πόσο;» Στο Vezene, ο Saiful πήρε την πρώτη του κανονική δουλειά. Πλέον, έχει αναλάβει τα κρεατικά, από τα κοψίματα και τις μερίδες μέχρι τις σχάρες.

«Τώρα μένω Παγκράτι και είναι ήρεμα. Όταν ζούσα στην Αχαρνών ήταν πολύ δύσκολα τα πράγματα».

Ο Saiful δεν είναι ο μοναδικός εργαζόμενος από το Μπαγκλαντές στο Vezene. Το εστιατόριο απασχολεί δύο ακόμα συμπατριώτες του ενώ στο Birdman, την ιαπωνική pub του Άρη Βεζενέ, εργάζονται στο σύνολο τέσσερα άτομα από το Μπαγκλαντές.

Στο Birdman, την ιαπωνική pub του Άρη Βεζενέ, εργάζονται στο σύνολο τέσσερα άτομα από το Μπαγκλαντές και ο Yasin είναι ένα από αυτά.

Ο Yasin βρίσκεται στο εστιατόριο του Συντάγματος από την αρχή της λειτουργίας του, στο πόστο της λάντζας, έχοντας προϋπηρεσία στις κουζίνες από το 2014. Ζει στην Ελλάδα είκοσι χρόνια και παρόλο που αισθάνεται ευχαριστημένος εδώ, θα ήθελε να ζήσει και κάπου αλλού.

«Η πρεσβεία βοηθάει όσο μπορεί» είναι η απάντησή του όταν τον ρωτάω με τη σειρά του, αν έχουν τη βοήθεια που επιθυμούν σε διαδικαστικά θέματα.

Η ιστορία του έχει κοινές αναφορές με των υπολοίπων. Ταξίδι με βίζα μέχρι την Τουρκία, μετά άσυλο στην Ελλάδα και στη συνέχεια άδεια παραμονής. Ένα ταξίδι μονόδρομος για τους ανθρώπους που αναζητούν μια καλύτερη ζωή και είναι διατεθειμένοι να εργαστούν σκληρά για αυτήν. Η παρουσία τους άλλωστε στις κουζίνες των εστιατορίων (και όχι μόνο) επιβεβαιώνει πώς μιλάμε για μία υπολογίσιμη δύναμη. Και έχει έρθει η στιγμή να σταματήσουν να είναι αόρατοι.